Η Γερμανία βρίσκεται στη μεγαλύτερη στρατιωτική ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής της ιστορίας. Η περίφημη Zeitenwende, η «αλλαγή εποχής» που ανακοίνωσε το 2022 ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει πλέον μεταφραστεί σε μια ροή δεκάδων δισεκατομμύριων ευρώ για τις γερμανικές ενοπλες δυνάμεις (Bundeswehr). Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η αύξηση των κονδυλίων δεν μετατρέπεται με την ίδια ταχύτητα σε πραγματική στρατιωτική ισχύ.
Το 2022, ιδρύθηκε το ειδικό ταμείο για τις ένοπλες δυνάμεις με 100 δισεκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, η γερμανική κυβέρνηση άρχισε να αυξάνει δραστικά τον αμυντικό της προϋπολογισμό. Για το 2026, οι γερμανικές αμυντικές δαπάνες έχουν προγραμματιστεί στα 108,2 δισ. ευρώ, ενώ για το 2027 προβλέπεται νέα μεγάλη αύξηση, στα 139,6 δισ. ευρώ. Περισσότερα από 60 δισ. ευρώ του προϋπολογισμού του 2027 προορίζονται για στρατιωτικές προμήθειες σύμφωνα με στοιχεία του γερμανικού κοινοβουλίου. Όλα αυτά, είναι μια θεραπεία σοκ για τον αμυντικό προϋπολογισμό μιας χώρας μετά από τρεις δεκαετίες συστηματικής λιτότητας και περικοπών στους εξοπλσιμούς και μείωσης οροφών και εξόδων, ακόμα και βασικών στις ένοπλες δυνάμεις.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η μεταμόρφωση της Ρωσίας από προνομοιακό οικονομικό συνεργάτη σε επιτιθέμενο-κράτος και η απόσυρση των ΗΠΑ από τον αμυντικό μηχανισμό της κεντρικής Ευρώπης άλλαξαν τα δεδομένα αναγκάζοντας στην ουσία τη Γερμανία να αναλάβει εκ νέου τα όπλα στο όνομα της συλλογικής ασφάλειας και της άμυνας μετά από δεκαετίες πολιτικού ειρηνισμού και αυτοαφοπλισμού. Το ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται τώρα δεν είναι πλέον αν το Βερολίνο διαθέτει χρήματα για την άμυνα. Είναι αν διαθέτει τον μηχανισμό για να τα μετατρέψει γρήγορα και αποτελεσματικά σε μάχιμες μονάδες, σύγχρονα οπλικά συστήματα και αποθέματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε έναν πόλεμο υψηλής έντασης.
Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της γερμανικής προσπάθειας. Η νέα στρατιωτική στρατηγική αναγνωρίζει σωστά την απειλή από τη Ρωσία και την ανάγκη για ισχυρότερη ευρωπαϊκή συμβατική άμυνα. Ωστόσο, η επιχειρησιακή υλοποίηση μετατίθεται σε μεγάλο βαθμό για την επόμενη δεκαετία. Η Γερμανία φιλοδοξεί να κατασκευάσει την ισχυρότερη συμβατική δύναμη στην Ευρώπη, αλλά κρίσιμες δυνατότητες, από την ολοκληρωμένη αεράμυνα και τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς έως την ψηφιοποίηση και την τεχνολογική διασύνδεση, παραμένουν σε βάθος χρόνου.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο στον τομέα των προμηθειών. Η γερμανική γραφειοκρατία εξακολουθεί να λειτουργεί με ρυθμούς που δεν συμβαδίζουν με το σύγχρονο πεδίο μάχης. Ενώ στην Ουκρανία η τεχνολογία των drones, του ηλεκτρονικού πολέμου και της τεχνητής νοημοσύνης εξελίσσεται μέσα σε μήνες, το γερμανικό σύστημα προμηθειών έχει σχεδιαστεί για πολύ πιο αργούς κύκλους ανάπτυξης και πιστοποίησης. Η ίδια η Bundeswehr αναγνωρίζει πλέον την ανάγκη μεταρρύθμισης του BAAINBw, του οργανισμού που είναι υπεύθυνος για τις προμήθειες.
Ο γερμανικός Τύπος έχει ασκήσεις πολλές φορές κριτική στο αργό σύστημα γραφειοκρατίας που διέπει τους γερμανικού εξοπλισμούς. Η κριτική δεν είναι άδικη, αλλά δημιουργήθηκε μετά από χρόνια ως αποτέλεσμα κριτικής για υπερβολές στους εξοπλισμούς, για ασύμμετρη στήριξη στους μεγαλοβιομηχάνους έναντι κοινωνικών παροχών και της ανάγκης για επιμελή λογιστικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο των δαπανών. Σήμερα, οι όροι έχουν αντιστραφεί: κινδυνεύοντας να πεθάνει από ασιτία, ο οργανισμός των ενόπλων δυνάμεων προσπαθεί να τραφεί αλλά γραφειοκρατία δεκαετιών τον εμποδίζει.
Ο κοινοβουλευτικός Επίτροπος των ενόπλων δυνάμεων αναφέρει ότι το γερμανικό σύστημα προμηθειών έχει καταστεί εξαιρετικά σύνθετο, με μεγάλο αριθμό κανονισμών σχετικά με τις τεχνικές απαιτήσεις, την ποιότητα των συστημάτων, την ασφάλεια, τα οικονομικά κριτήρια, ελέγχους και την απαραίτητη κοινοβουλευτική έγκριση. Το αποτέλεσμα είναι ότι το απαιτούμενο υλικό δεν φτάνει αρκετά γρήγορα στα στρατεύματα. Οι καθυστερήσεις δεν υπάρχουν απλά στα λόγια. Προγράμματα παρουσιάζουν υπερβάσεις κόστους και χρονοδιαγραμμάτων, ενώ ακόμη και μεγάλα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά σχέδια αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα των φρεγατών F126, το οποίο εγκαταλείφθηκε το 2026 λόγω σημαντικών καθυστερήσεων και αναμενόμενων αυξήσεων κόστους.
Η ουσία είναι ότι η Γερμανία λειτουργεί ακόμα με όρους οικονομικής και χρηματηριστηριακής ανάπτυξης κάνοντας έτσι το λάθος να μετρά την αμυντική της ισχύ σε ευρώ και όχι σε επιχειρησιακές δυνατότητες. Οι τελευταίες μετριώνται με την ανάπτυξη δόγματος επιχειρήσεων, την εκπαίδευση του προσωπικού σε νέες τακτικές, με επενδύσεις στην έγκαιρη εισαγωγή συστημάτων σύγχρονης τεχνολογίας στο πολεμικό δόγμα. Η αύξηση των παραγγελιών ξοδεύει χρήμα αλλά η λογιστική καταγραφή των εξόδων για την άμυνα δεν αρκεί από μόνη της. Είναι απλά το πρώτο βήμα σε έναν μαραθώνιο δρόμο που περιλαμβάνει επίσης αριθμητική επάρκεια προσωπικού, πυρομαχικών, ανταλλακτικών, υποδομές και αποτελεσματική διοίκηση.
Ενδεικτικό είναι το περίφημο όριο των 25 εκατομμυρίων ευρώ: εξοπλιστικά προγράμματα πάνω από αυτό το ποσό πρέπει να περάσουν από ειδική κοινοβουλευτική διαδικασία. Το όριο αυτό ουσιαστικά ανάγεται στο 1981 και έχει παραμείνει στα 25 εκατομμύρια μετά τη μετατροπή από μάρκα σε ευρώ. Ο Επίτροπος θεωρεί ότι πλέον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα του σημερινού κόστους στρατιωτικού εξοπλισμού, αφού με τους σημερινούς ρυθμούς βλέπει απλά περισσότερους φακέλους να στιβάζονται στο γραφείο του καθημερινά.

Η ίδια η Bundeswehr αναγνωρίζει πως η «αλλαγή εποχής» που ευαγγελίστηκε η τότε κυβέρνηση με το ειδικό ταμείο των 100 δις ευρώ ήταν το πρώτο βήμα, αλλά το βήμα αυτό παραμένει μετέωρο. Από τότε έχουν ανακοινωθεί μέτρα αγορών για άρματα Leopard 2, τεθωρακισμένα Puma, μαχητικά αεροσκάφη F-35, πυραύλους IRIS-T και Patriot, αεροσκάφη P-8A και νέες φρεγάτες, αλλά όχι τα απαραίτητα πυρομαχικά. Ένας μεγάλης διάρκειας και εύρους συμβατικός πόλεμος απαιτεί τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, ανταλλακτικών και αναπληρώσεων και οι αποθήκες είναι άδειες, αφού η προμήθεια όλων αυτών παραμελήθηκε συστηματικά για χρόνια.
Το δεύτερο πρόβλημα που υπάρχει είναι πως η παραγωγή για υλικά και συστήματα σε τέτοιες ποσότητες δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη. Ακόμα και βιομηχανικοί κολοσσοί, όπως η Rheinmetall, αναγνωρίζουν πως αδυνατούν να ανταπεξέλθουν με τους ρυθμούς που νομίζουν οι πολιτικοί, αφού η αύξηση της παραγωγής πυραύλων και η αναπλήρωση των αποθεμάτων χρειάζονται χρόνια, όχι μήνες.
Η κατάσταση σήμερα είναι σαφώς καλύτερη από ότι το 2022. Το 2025, 149 αμυντικά προγράμματα εγκρίθηκαν και υλοποιήθηκαν με συνολική δαπάνη 24 δις ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Bundeswehr, ενώ άλλα 103 μεγάλα προγράμματα και πάνω από 11.500 συμβάσεις έργου εγκρίθηκαν από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και δρομολογούνται. Το ζήτημα, όπως αναφέρθηκε, είναι πότε τα παραπάνω υλικά θα μετουσιωθούν σε πραγματική επιχειρησιακή ισχύ! Αυτό μπορεί να χρειαστεί και χρόνια.
Η μετατροπή της Bundeswehr σε αξιόπιστο πυλώνα της ευρωπαϊκής άμυνας απαιτεί επομένως κάτι περισσότερο από έναν μεγαλύτερο προϋπολογισμό. Απαιτεί ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Γερμανία σχεδιάζει, αγοράζει, δοκιμάζει και ενσωματώνει στρατιωτικές δυνατότητες. Ο παλιός νόμος του 1981, που έθετε «κόφτη» στα 25 εκατομμύρια ευρώ πρέπει να αλλάξει, αν η Γερμανία θέλει να επιταχύνει τις διαδικασίες. Από κει και πέρα, ο δρόμος είναι μακρύς!
Το Βερολίνο έχει πλέον τα χρήματα. Αυτό που μένει να αποδείξει είναι ότι μπορεί να αποκτήσει και την ταχύτητα απορρόφησής τους.