Το σχέδιο ανάπτυξης ενός στρατηγικού βομβαρδιστικού από την Luftwaffe συνδέεται και με την επιθυμία της ναζιστικής ηγεσίας να πλήξει απευθείας τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως ανταπόδοση των βομβαρδισμών των γερμανικών πόλεων που καταστρέφονταν από τα χτυπήματα των Συμμάχων. Η αλήθεια είναι όμως, πως οι απαρχές του σχεδίου εντοπίζονται πολύ πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου. Το 1935, αμέσως μετά την επανίδρυση της Luftwaffe, ο επιτελάρχης της, Υποπτέραρχος Walther Wever, αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς της στο ρόλο της εγγύς υποστήριξης, ζήτησε με πάθος την ανάπτυξη των ικανοτήτων στρατηγικού βομβαρδισμού. Κατά τον Wever, η ικανότητα της Luftwaffe να καταφέρει πλήγματα σε βάθος αποσαθρώνοντας την πηγή της πολεμικής ικανότητας του αντιπάλου, όφειλε να είναι κομβικής σημασίας.

O Υποπτέραρχος της Luftwaffe, Walther Wever

“Uralbomber”: το όραμα του Walther Wever

Προς αυτό το σκοπό, ο Wever εξουσιοδότησε τον Νοέμβριο του 1935 την εκκίνηση του προγράμματος Uralbomber, για βομβαρδιστικό που θα μπορούσε εφορμώντας από τη γερμανική επικράτεια να χτυπά τα κέντρα της σοβιετικής πολεμικής παραγωγής στα Ουράλια όρη, αναθέτοντας στις δύο κατεξοχήν κατασκευάστριες εταιρείες μεγάλων αεροσκαφών, Dornier και Junkers, την ανάπτυξη προτάσεων. Ωστόσο, ο θάνατος του σε αεροπορικό δυστύχημα το 1936 αλλάξε τις ισορροπίες εντός του επιτελείου, αφού ο διάδοχός του, Albert Kesselring ήταν πιο προσεκτικός στις επιδιώξεις του.

Αναλαμβάνοντας το πολλαπλό καθήκον της ανάπτυξης της αεροπορίας, της διεύθυνσης της λεγεώνας “Κόνδωρ” στην Ισπανία και της προετοιμασίας για τις εκστρατείες στην Πολωνία και στη Γαλλία, ο Kesselring θεώρησε πως το να πιέσει και προς την κατεύθυνση του στρατηγικού βομβαρδισμού θα εξαντλούσε τους πόρους και τις τεχνολογικές δυνατότητες του νέου κλάδου, οπότε έβαλε το Uralbomber στο αρχείο.

Τα αποτελέσματα αυτής της απόφασης θα φαίνονταν σύντομα, όταν στην αρχή του πολέμου η αναγεννημένη Luftwaffe στερείτο παντελώς αεροσκαφών στρατηγικού βομβαρδισμού μεγάλων αποστάσεων (μια ικανότητα που διέθεταν τόσο η βρετανική όσο και η αμερικανική αεροπορία), καθώς όλα τα καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά της είχαν μικρή ακτίνα δράσης. Το δόγμα της γερμανικής αεροπορίας είχε περιοριστεί στην κυριαρχία πάνω από το πεδίο της μάχης και την εκ του σύνεγγυς υποστήριξη των χερσαίων στρατευμάτων. Και εναρμονιζόταν με την θεωρία περί «Κεραυνοβόλου Πολέμου».

Η εμμονή του Χίτλερ όμως για στρατηγικά χτυπήματα ειδικά κατά των ΗΠΑ, ήταν ακατανίκητη και σύντομα απαίτησε από τους αρχηγούς του ναυτικού και της αεροπορίας προτάσεις για να πληγεί η αμερικανική ήπειρος. Αυτοί απάντησαν ότι αφού κάτι τέτοιο με τα υπάρχοντα μέσα ήταν αδύνατο, θα έπρεπε να αναζητηθούν  εναλλακτικά σχέδια για να πληγούν στόχοι στις βορειοαμερικανικές ακτές. Και μια πρόταση ήταν για εξασφάλιση προκεχωρημένων βάσεων πιο κοντά στις ΗΠΑ.

Πρώτη λύση: Ισλανδία

Με απόσταση περί τα 3.000 χλμ. από τις αμερικανικές ακτές η Ισλανδία εξετάστηκε ως βάση εξόρμησης, αλλά γρήγορα απορρίφθηκε. Η εμβέλεια των γερμανικών βομβαρδιστικών απείχε πολύ από αυτό το νούμερο, φτάνοντας μόλις στο μισό αυτής της απόστασης (Heinkel He 111: 1.500 χλμ., Dornier Do 17: 1.570 χλμ.), ενώ το Junkers Ju 88 είχε μέγιστη εμβέλεια 2.700 χλμ. Αν απορρίπτονταν κάθε περιττό για την αποστολή βάρος, τότε μια ομάδα από 88ρια θα μπορούσαν ίσως να εκτελέσουν ένα ταξίδι άνευ επιστροφής πετυχαίνοντας μία ρίψη και εγκαταλείποντας τα αεροσκάφη (όπως η επιδρομή Doolittle στο Τόκυο).

Άλλωστε το 1940, η Βρετανία σε μια επιχείρηση αστραπή (Operation Fork) αποβίβασε στρατιωτικές μονάδες καταλαμβάνοντας τη νησιωτική χώρα αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Ενώ το 1941 ακολούθησαν οι ΗΠΑ.

Δεύτερο σχέδιο: Αζόρες

Ανάλογη ήταν και η λύση του νησιωτικού συμπλέγματος των Αζορών. Το αρχιπελαγικό σύμπλεγμα ανήκε  στην ουδέτερη Πορτογαλία και απείχε 3.000 χλμ. από τη Γερμανία και άλλα 3.700 χλμ. από το μητροπολιτικό έδαφος των ΗΠΑ. Ωστόσο, το ημιαυτόνομο καθεστώς διακυβέρνησής τους διακόπηκε το 1943, όταν ο δικτάτορας της Πορτογαλίας Αντόνιο Σαλαζάρ παραχώρησε δικαιώματα χρήσης των νησιών στο Βρετανικό Ναυτικό, που εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο απώγειο της Μάχης του Ατλαντικού. Το επόμενο έτος, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν και εκείνες σημαντική αεροναυτική παρουσία κατασκευάζοντας βάσεις ανεφοδιασμού και επισκευών για τα συμμαχικά πλοία.

Η γέννηση του Amerikabomber

Το 1942 διατυπώθηκε η απαίτηση για ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό με εμβέλεια περίπου 11.600 χιλιομέτρων για πτήση από τη Γερμανία προς τις ΗΠΑ και δυνατότητα μεταφοράς σημαντικού φορτίου βομβών. Ένα σχέδιο 33 σελίδων υποβλήθηκε στο Υπουργείο Αεροπορίας τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Το ζητούμενο ήταν ουσιαστικά ένα αεροσκάφος που θα μπορούσε να μεταφέρει τον πόλεμο στην αμερικανική ενδοχώρα, τουλάχιστον στην ανατολική ακτή της.

Αρκετές γερμανικές εταιρείες ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Οι προοπτικές του σχεδίου, η πρόσβαση σε μεγάλα κονδύλια και κυρίως η ειδική σχέση του σχεδίου με την ηγεσία του Ράιχ υπόσχονταν μεγάλες προοπτικές και κέρδη για τον ανάδοχο του προγράμματος, κάτι που οι Γερμανοί μεγαλοβιομήχανοι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Οπότε οι Messerschitt, Junkers, Heinkel, Focke-Wulf, Arado και Horton έπιασαν δουλειά, και μεταξύ των σημαντικότερων σχεδίων ήταν το Messerschmitt Me 264, το Junkers Ju 390, το Heinkel He 277 και το Focke-Wulf Ta 400. Τα περισσότερα όμως δεν ξεπέρασαν ποτέ το στάδιο του πρωτοτύπου ή της ημιτελούς κατασκευής.

Junkers Ju 390

Το πιο ενδιαφέρον από αυτά ήταν το Ju 390, μια εξέλιξη του Ju 290, ένα τετρακινητήριο μεταγωγικό και αναγνωριστικό μεγάλης ακτίνας δράσης που σχεδιάστηκε ως απόρροια του προγράμματος Uralbomber το 1937. Ένας αριθμός από αυτά χρησιμοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία σε ρόλους αναγνωρίσεως στη Μάχη του Ατλαντικού με τον ναύαρχο Νταίνιτς να απαιτεί την αποκλειστική τους χρήση, προς όφελος των υποβρυχίων του.

To Ju 290 στο έδαφος, αποκαλύπτοντας τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του όταν πετούσε σε αποστολές αναγνώρισης πάνω από τον Ατλαντικό.

Το 1942, το σχέδιο χρησιμοποιήθηκε ως βάση για το Amerikabomber. Η σχεδιαστική ομάδα της Junkers μετέτρεψε πρόσθεσε ένα τμήμα 5,6 μέτρων στην άτρακτο, μεγαλώνοντας ανάλογα και τις πτέρυγες. Για την απαραίτητη επιπλέον άντωση και εμβέλεια, το Ju 390 διέθετε έξι κινητήρες BMW 801, δύο περισσότερους από το Ju 290, ισχύος 1.970 ίππων ο καθένας. Το τεράστιο αεροσκάφος είχε άνοιγμα πτερύγων περίπου 50 μέτρα και υολογιζόταν πως μπορούσε να μεταφέρει φόρτο 1.930 κιλών βομβών σε αποστάσεις 9.200 χιλιομέτρων, κάτι που ήταν λίγο για το σκοπό του προγράμματος αλλά σίγουρα αποτελούσε μια καλή αρχή.

Το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1943, αποδεικνύοντας ότι η Γερμανία μπορούσε πράγματι να κατασκευάσει ένα αεροσκάφος με εντυπωσιακές επιδόσεις. Σύντομα, το υπουργείο Αεροπορίας παρείχε χρηματοδότηση για την κατασκευή έξι ακόμα πρωτοτύπων, V-2 ως V-7, με ορίζοντα παραδόσεων ως το τέλος του 1944. Μεταξύ Νοεμβρίου 1943 και Μαΐου 1944 το αεροσκάφος πραγματοποίησε πολλές δοκιμές μεταφοράς και άλλες αποστολές -μεταξύ τους και εναέριο ανεφοδιασμό- με αρκετή επιτυχία. Ωστόσο, τον Ιούνιο του 1944, με την απόβαση στη Νορμανδία να έχει ήδη συμβεί, η παραγγελία ακυρώθηκε και τον Απρίλιο του 1945 το πρωτότυπο καταστράφηκε για να μην πέσει στα χέρια των Αμερικανών.

Το πρωτότυπο του εξακινητηρίου Junkers Ju 390 σε μια από τις λίγες δοκιμαστικές πτήσεις του το 1943.

Γύρω από το δεύτερο πρωτότυπο του Ju 390 δημιουργήθηκε, ωστόσο, ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της ιστορίας του Amerikabomber. Σύμφωνα με μεταπολεμικές μαρτυρίες, το αεροσκάφος φέρεται να πραγματοποίησε το 1944 πτήση από τη Γαλλία προς τον Ατλαντικό και, στην πιο εντυπωσιακή εκδοχή της ιστορίας, να έφτασε σε απόσταση περίπου 20 χιλιομέτρων από το Long Island προτού επιστρέψει στην Ευρώπη. Η πτήση αυτή θα αποτελούσε ένα εκπληκτικό επίτευγμα, όμως η ιστορική της τεκμηρίωση είναι ανεπαρκής και σήμερα θεωρείται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη….

Η συνέχεια στο Military History