Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να ανασυγκροτήσουν την αμυντική τους βιομηχανική βάση έρχεται από το Mesquite του Τέξας.
Εκεί, ένα νέο εργοστάσιο που χρηματοδοτήθηκε με 533 εκατ. δολάρια από τους Αμερικανούς φορολογουμένους και σχεδιάστηκε για τη μαζική παραγωγή βλημάτων πυροβολικού 155 mm, δεν έχει καταφέρει να παραδώσει ούτε ένα βλήμα που να πληροί τις απαιτήσεις του αμερικανικού Στρατού. Το γεγονός αποκαλύφθηκε από την ProPublica και επιβεβαιώνεται σε βασικά σημεία από έκθεση του Inspector General του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, ενώ αντίστοιχα δημοσιεύματα υπάρχουν από το RealClearDefense.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή στο επίκεντρο βρέθηκε η τουρκική Repkon, εταιρεία που προμήθευσε τον κρίσιμο εξοπλισμό παραγωγής. Παρά την αποτυχία του προγράμματος στο Mesquite, η αμερικανική κυβέρνηση συνέχισε να συνεργάζεται με τη Repkon USA, αναθέτοντάς της μεταξύ άλλων σύμβαση έως 435 εκατ. δολαρίων για την κατασκευή νέας μονάδας παραγωγής TNT στο Kentucky.
Η ανάγκη για 155 mm μετά την Ουκρανία
Η ιστορία ξεκινά με την απότομη αλλαγή των αμερικανικών αναγκών μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η κατανάλωση πυρομαχικών 155 mm στον πόλεμο ανέδειξε ένα πρόβλημα που είχε παραμείνει για χρόνια στο περιθώριο: οι ΗΠΑ δεν διέθεταν επαρκή παραγωγική δυναμικότητα για να αναπληρώσουν γρήγορα τα αποθέματά τους και ταυτόχρονα να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την Ουκρανία.
Εκείνη την περίοδο η General Dynamics ήταν ουσιαστικά η μοναδική αμερικανική εταιρεία που παρήγαγε τα μεταλλικά σώματα των βλημάτων 155 mm, κυρίως στην παλαιότερη εγκατάσταση του Scranton στην Pennsylvania.
Η παραδοσιακή λύση θα ήταν η αντιγραφή και επέκταση της υφιστάμενης τεχνολογίας. Η General Dynamics, όμως, πρότεινε κάτι διαφορετικό, μια νέα, περισσότερο αυτοματοποιημένη γραμμή παραγωγής βασισμένη στην τεχνολογία flow–forming της Repkon.

Η επιλογή της Repkon
Η Repkon ήταν τότε σχετικά άγνωστη στο αμερικανικό αμυντικό οικοσύστημα. Δεν είχε προηγούμενο συμβόλαιο με το αμερικανικό Πεντάγωνο και δεν είχε αποδείξει ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορούσε να παράγει το βλήμα με τις ακριβείς προδιαγραφές που ζητούσε ο αμερικανικός Στρατός.
Η εταιρεία παρουσίασε την πρόταση ως λύση «turnkey» (δηλαδή «όλα με το κλειδί στο χέρι»J ένας προμηθευτής, ολοκληρωμένη γραμμή και ταχεία έναρξη παραγωγής.
Το πρόβλημα ήταν ότι οι αμερικανικές αρχές είχαν ήδη λόγους να ζητούν περισσότερες αποδείξεις. Σύμφωνα με την ProPublica, ο εξοπλισμός που προσφερόταν είχε σχεδιαστεί για παλαιότερο τύπο βλήματος 155 mm, κατασκευασμένο από διαφορετικό τύπο χάλυβα. Δεν είχε αποδειχθεί ότι μπορούσε να διαμορφώσει τον χάλυβα που χρησιμοποιείται στο M795, το βασικό βλήμα 155 mm του αμερικανικού Στρατού.
Ακόμη πιο ανησυχητικό ήταν ότι, όταν ζητήθηκε από τον Στρατό να επιθεωρήσει ενεργές γραμμές της Repkon στο εξωτερικό, η εταιρεία αρνήθηκε, επικαλούμενη την προστασία των πελατών της.
Παρά τα σημάδια αυτά, οι ΗΠΑ προχώρησαν στην αγορά τριών γραμμών παραγωγής, χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης επίδειξη ότι ο εξοπλισμός μπορούσε να παράγει το απαιτούμενο προϊόν.
Όταν οι μηχανές έφτασαν στο Τέξας
Η πραγματικότητα στο Mesquite ήταν πολύ διαφορετική από την εικόνα ενός σύγχρονου, αυτοματοποιημένου εργοστασίου.

Το σύστημα flow-forming, που αποτελούσε τον πυρήνα της νέας παραγωγικής διαδικασίας, παρουσίασε σοβαρές αστοχίες. Το μέταλλο δεν διαμορφωνόταν όπως προβλεπόταν, ενώ οι πρέσες αντιμετώπιζαν προβλήματα.
Ρομποτικοί βραχίονες που μετέφεραν χαλύβδινα τεμάχια σε θερμοκρασίες περίπου 1.800 βαθμών παρουσίασαν επανειλημμένα προβλήματα και πυρκαγιές. Σε μία περίπτωση, η φωτιά προκάλεσε ζημιές στα καλώδια ενός ρομπότ.
Άλλα ρομποτικά συστήματα φέρεται να κινήθηκαν ανεξέλεγκτα, προκαλώντας ζημιές σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις, ενώ μηχάνημα που προοριζόταν να διαμορφώνει το ρύγχος των βλημάτων δεν κατάφερνε να παράγει την απαιτούμενη γεωμετρία.
Σε μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική αποκάλυψη, η ProPublica αναφέρει ότι κατά την τελετή εγκαινίων του εργοστασίου τον Μάιο του 2024, τα βλήματα που παρουσιάστηκαν δεν είχαν παραχθεί εκεί αλλά είχαν μεταφερθεί από αλλού, ενώ ένα από τα εκθέματα ήταν πρόπλασμα από πλαστικό.
Από 30.000 τον μήνα σε… μηδέν
Οι αρχικές προσδοκίες ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Τον Φεβρουάριο του 2024, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία είχε αναφέρει ότι οι νέες γραμμές του Τέξας θα μπορούσαν να καλύπτουν περίπου 30% της αμερικανικής παραγωγής 155 mm, δηλαδή περίπου 30.000 βλήματα τον μήνα.

Η πραγματικότητα όμως ήταν δραματικά διαφορετική. Μέχρι τον Μάρτιο του 2026, το Mesquite δεν είχε παραδώσει ούτε ένα βλήμα που να πληροί τις συμβατικές προδιαγραφές.
Η General Dynamics έχασε οκτώ προθεσμίες και απέτυχε σε δύο δοκιμές αποδοχής δείγματος. Τον Αύγουστο του 2025 ο Στρατός σταμάτησε δύο από τις τρεις γραμμές παραγωγής, ενώ στη συνέχεια μεγάλο μέρος του εξοπλισμού της Repkon άρχισε να απομακρύνεται και να αντικαθίσταται από πιο συμβατικές μηχανές.
Την ίδια περίοδο, η συνολική αμερικανική παραγωγή 155 mm βρισκόταν περίπου στις 36.000 οβίδες τον μήνα, σημαντικά χαμηλότερα από τον στόχο των 100.000 μηνιαίως που είχε τεθεί για τον Οκτώβριο του 2025.
Το θέμα της απομακρυσμένης πρόσβασης
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η διάσταση της ασφάλειας. Σύμφωνα με την ProPublica και το RealClearDefense, τεχνικοί της Repkon εμφανίζονταν απρόθυμοι να παραδώσουν κωδικούς πρόσβασης που απαιτούνταν για τη λειτουργία κρίσιμων μηχανών. Επιπλέον Αμερικανοί εργαζόμενοι διαπίστωσαν επίσης ότι ορισμένα συστήματα μπορούσαν να λειτουργούν απομακρυσμένα από την Τουρκία.
Η General Dynamics τελικά αποφάσισε να απομακρύνει τον σχετικό εξοπλισμό και να διακόψει τη δυνατότητα σύνδεσης.
Διευκρινίζεται ότι, αν και ερευνήθηκε σχετικά, ο αμερικανικός Στρατός αναφέρει ότι δεν εντόπισε στοιχεία δολιοφθοράς ή κατασκοπείας. Επομένως, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για να χαρακτηριστεί η υπόθεση ως πράξη σαμποτάζ.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό, εάν κάτι τέτοιο είχε τεκμηριωθεί καθώς ακόμη και χωρίς κακόβουλη πρόθεση, η δυνατότητα ενός ξένου προμηθευτή να διατηρεί απομακρυσμένη πρόσβαση σε κρίσιμη γραμμή παραγωγής αμερικανικών πυρομαχικών αποτελεί σοβαρό ζήτημα εφοδιαστικής και βιομηχανικής ασφάλειας.
Ποιος ευθύνεται όμως;
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της υπόθεσης.
Το φιάσκο δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη Repkon. Η ProPublica περιγράφει ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε μέσα σε εξαιρετικά πιεστικές συνθήκες, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να δημιουργεί επείγουσα ανάγκη για τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών.
Ο Στρατός χρησιμοποίησε διαδικασίες που επέτρεπαν την ταχύτερη ανάθεση συμβάσεων και παρέκαμπταν μέρος των συνήθων ασφαλιστικών δικλίδων του ανταγωνισμού και της αξιολόγησης.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα ήταν σε σημαντικό βαθμό συστημικό, δηλαδή η ανάγκη για ταχύτητα προηγήθηκε της τεχνικής επαλήθευσης.
Η ProPublica επισημαίνει ότι ο Στρατός και η General Dynamics είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν από τη Repkon να αποδείξει πριν από την αγορά ότι οι μηχανές μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά κάτι όμως που δεν έγινε.
Και παρά το φιάσκο, ακολούθησαν νέα συμβόλαια
Το στοιχείο που προκαλεί ίσως τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι τι συνέβη στη συνέχεια.
Τον Νοέμβριο του 2024, η Repkon USA έλαβε από τον αμερικανικό Στρατό σύμβαση με ανώτατη αξία 435 εκατ. δολαρίων για τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη λειτουργία μονάδας παραγωγής TNT στο Graham του Kentucky.
Πρόκειται για την πρώτη νέα εγχώρια δυνατότητα παραγωγής TNT στις ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Το TNT αποτελεί βασικό εκρηκτικό γέμισμα για πυρομαχικά, μεταξύ άλλων και για βλήματα 155 mm. Η σύμβαση ήταν sole–source, δηλαδή αποκλειστικού προμηθευτή.
Η συγκεκριμένη επένδυση, πάντως, έχει διαφορετικό χαρακτήρα από το Mesquite αφού στόχος της είναι η επαναφορά παραγωγικής ικανότητας TNT στις ΗΠΑ και όχι η παραγωγή του μεταλλικού σώματος των βλημάτων.
Η επέκταση στο Garland
Τον Μάρτιο του 2025 η Repkon USA ανακοίνωσε επίσης την εξαγορά της εγκατάστασης της General Dynamics–Ordnance and Tactical Systems στο Garland του Τέξας, μιαεγκατάσταση έκτασης 380 στρεμάτων acres αποτελεί σημαντική δυνατότητα βαριάς μεταλλουργικής παραγωγής για αμυντικές εφαρμογές.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η αμερικανική αμυντική βιομηχανία προσπαθεί ταυτόχρονα να μειώσει τα «single points of failure» στην εφοδιαστική αλυσίδα, δηλαδή κάποια «αχίλλιο πτέρνα» που μπορεί να δημιουργήσει μείζονα αστοχία στο σύστημα
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: ενώ το Mesquite απέτυχε να παράγει το προϊόν για το οποίο δημιουργήθηκε, η ίδια ευρύτερη εταιρική αλυσίδα απέκτησε αυξημένο αποτύπωμα σε άλλες κρίσιμες παραγωγικές υποδομές.
Το πραγματικό κόστος δεν είναι μόνο τα 533 εκατ. δολάρια
Τα 533 εκατ. δολάρια είναι το πιο εντυπωσιακό νούμερο της υπόθεσης, αλλά δεν είναι απαραίτητα το μεγαλύτερο κόστος.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η χαμένη παραγωγική δυναμικότητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ χρειάζονται επειγόντως περισσότερα βλήματα.
Ένα εργοστάσιο που θα έπρεπε να προσθέτει περίπου 30.000 βλήματα τον μήνα δεν προσέφερε την αναμενόμενη παραγωγή. Αυτό σημαίνει καθυστέρηση στην αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων και μεγαλύτερη πίεση στις υπόλοιπες γραμμές παραγωγής.
Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία και άλλες πρόσφατες συγκρούσεις έχουν καταδείξει ότι τα αποθέματα πυρομαχικών μπορούν να καταναλωθούν με ρυθμούς που οι δυτικές βιομηχανικές βάσεις δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.