Η συζήτηση για τα δύο θαλάσσια «πάρκα» που ανακοίνωσε η Τουρκία, δημοσιεύοντας τις σχετικές προεδρικές αποφάσεις που τα καθορίζουν με συντεταγμένες και χάρτες, μόλις έχει ξεκινήσει και θα κρατήσει καιρό, μιας και το θέμα εντάσσεται – όπως όλοι κατανοούμε – σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων και πιέσεων της Άγκυρας σχετικά με το καθεστώς κυριαρχίας, κυριαρχικών δικαιωμάτων και ελέγχου στο Αιγαίο.
Αξίζει, όμως, η εξής επισήμανση. Η Ελλάδα ανακοίνωσε στις 21 Ιουλίου 2025, διά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, τη θέσπιση των δικών μας πάρκων, ενός στο Ιόνιο και ενός στις Νότιες Κυκλάδες. Τότε τονίστηκε πως η χώρα μας, με αυτά τα «πάρκα», θα προστατεύει πάνω από το 30% των θαλάσσιων περιοχών της, συμβάλλοντας στην επίτευξη του αντίστοιχου εθνικού και ευρωπαϊκού στόχου και φροντίζοντας για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
Η διευκρίνιση ότι τα ελληνικά πάρκα θα περιορίζονται εντός των χωρικών μας υδάτων σηματοδοτούσε και την ελληνική προσέγγιση για τις συγκεκριμένες ζώνες προστασίας: ότι, δηλαδή, η θέσπισή τους θα έπρεπε να εδράζεται αναμφισβήτητα στην εθνική κυριαρχία και να μην επεκτείνεται μονομερώς σε περιοχές ανοικτής θάλασσας ή σε θαλάσσιες ζώνες όπου υφίστανται δικαιώματα άλλων κρατών. Το κρατάμε αυτό για τη συνέχεια.
Ο ελληνικός «χρόνος ρεκόρ»
Τι έγινε μετά; Ξεκίνησε μια μακρά, όπως αποδείχθηκε, διαδικασία για τη μετατροπή της κυβερνητικής εξαγγελίας σε δεσμευτικό νομικό πλαίσιο. Η οποία, 13 μήνες μετά, ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί. Δηλαδή, ενώ η Τουρκία στο μεσοδιάστημα μας «πρόλαβε», εξαγγέλλοντας και κατοχυρώνοντας νομικά τα δικά της δύο πάρκα στο πλαίσιο του εσωτερικού της νομικού συστήματος -γιατί διεθνώς τα δεδομένα είναι διαφορετικά-, εμείς ακόμη δεν το έχουμε καταφέρει.
Στην Ελλάδα, λοιπόν, άρχισε στις 21 Ιουλίου 2025 η δημόσια διαβούλευση για τα πάρκα, όπως απαιτεί η ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η διαβούλευση ολοκληρώθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου. Ακολούθησε, μήνες αργότερα, η έγκριση των σχετικών Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών για το πάρκο των Νοτίων Κυκλάδων (τον Απρίλιο φέτος), ενώ στις 15 Ιουλίου 2026 ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Σταύρος Παπασταύρου, υπέγραψε το σχέδιο προεδρικού διατάγματος για το συγκεκριμένο, το οποίο στη συνέχεια διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας για νομοτεχνική επεξεργασία.
Αναμένεται να ακολουθήσει σύντομα η αντίστοιχη διαδικασία και για το πάρκο του Ιονίου. Άρα δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί σε ΦΕΚ και τα δύο διατάγματα. Μάλιστα, ο υπουργός κ. Παπασταύρου είχε πει στα μέσα Ιουλίου πως η όλη διαδικασία «είναι κάτι για το οποίο είχε δεσμευτεί ο Πρωθυπουργός και το κάνουμε πράξη σε χρόνο ρεκόρ».
Έχει δίκιο ο κ. Παπασταύρου ως προς το χρονικό διάστημα; Μάλλον, γιατί η Ελλάδα, σε θέματα περιβάλλοντος, οφείλει να τηρήσει μια σύνθετη διαδικασία θεσμοθέτησης, η οποία, σε συνδυασμό με τη δική μας γραφειοκρατία, μπορεί να κάνει την πορεία από το «εξαγγέλλω» στο «υπογράφω» να κρατήσει 13 μήνες – και βλέπουμε.

Έχει σημασία το πότε θα «πέσουν» οι υπογραφές;
Είπαμε στην αρχή το προφανές: οι ελληνοτουρκικές διαφορές και, κυρίως, οι τουρκικές απαιτήσεις, οι οποίες διαρκώς διευρύνονται, είναι μεγάλες και πολλές. Οπότε θα ήταν άδικο να χαρακτηρίσουμε «κρίσιμη» την όποια δική μας χρονική καθυστέρηση στη θεσμοθέτηση των θαλάσσιων πάρκων.
Άλλωστε, η πρωθυπουργική εξαγγελία του περυσινού Ιουλίου και η τότε δημοσιοποίηση των ελληνικών χαρτών έχουν ήδη πολιτική βαρύτητα διεθνώς, χωρίς βέβαια η χρονική προτεραιότητα να θεμελιώνει από μόνη της δικαιώματα κατά το διεθνές δίκαιο. Η ολοκλήρωση της νομικής διαδικασίας είναι, με αυτή την έννοια, δευτερεύουσα.
Αλλά όχι πάντα. Η Τουρκία ασκεί μια διττή πολιτική στο Αιγαίο, συνδυάζοντας απειλές και νομικές διεκδικήσεις. Τις τελευταίες τις υποβάλλει σε όλα τα διεθνή φόρα και στους σχετικούς οργανισμούς, παράγοντας έτσι ένα διαρκώς διογκούμενο «ίχνος» εγγράφων, δηλώσεων, ρυθμίσεων, διευθετήσεων, ακόμη και διμερών συμφωνιών – όπως έκανε με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Σε αυτό το ίχνος, η Ελλάδα εμφανίζεται κατόπιν να ακολουθεί, ακόμη και ασθμαίνοντας, στέλνοντας τις δικές της δηλώσεις και επιστολές ότι «δεν αποδεχόμαστε, επισημαίνουμε το παράνομο, το απρεπές, το άκυρο, το προκλητικό» κ.ο.κ.
Τι αξία έχει αυτό; Για την Άγκυρα αρκετή, καθώς εμφανίζεται διεθνώς ως ο πρώτος «δρων» – ως η εξωστρεφής και αναθεωρητική χώρα που είναι – και η Ελλάδα περιορίζεται στον ρόλο του «αντιδρώντος». Θα πει κανείς πως πρόκειται για μια διελκυστίνδα εντυπώσεων. Υπάρχει, όμως, λόγος να την κερδίζει τόσο εύκολα η Άγκυρα;
Ο αγώνας δρόμου με «κενά»
Επιστρέφουμε στις 21 Ιουλίου 2025. Η Ελλάδα ανακοίνωσε τα θαλάσσια πάρκα της και, όπως αναμενόταν και γνωρίζαμε, λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Αυγούστου, ήρθε η τουρκική αντίδραση. Εδώ, για να το πούμε και ως δικό μας θετικό, η Ελλάδα ήταν ο «πρώτος δρων» και η Τουρκία υποχρεώθηκε να απαντήσει στο «σκάκι του Αιγαίου». Έτσι η Άγκυρα εμφάνισε έναν αρχικό χάρτη θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού – και αυτόν ως απάντηση στη δική μας προσπάθεια- στον οποίο περιλαμβάνονταν τα δύο σχεδιαζόμενα τουρκικά «πάρκα», στο Βόρειο Αιγαίο και στην περιοχή Φετιγιέ–Κας της Ανατολικής Μεσογείου, απέναντι από τα Δωδεκάνησα.
Τότε τα είχαμε δει ως «σκίτσα» στον χάρτη. Έναν χρόνο μετά, προχθές, είδαμε και τις προεδρικές αποφάσεις με την υπογραφή Ερντογάν και τις πλήρεις συντεταγμένες. Κάτι που περιμέναμε να συμβεί ήδη από πέρυσι.
Τι γράφαμε στην ΠΤΗΣΗ την ίδια ημέρα, στις 2 Αυγούστου 2025; Το επαναλαμβάνουμε όχι ως κάποιο «πανηγύρι δικαίωσης» -αυτό το άγχος το έχουν διάφοροι νεόκοποι εγχώριοι «αναλυτές γεωπολιτικών»- αλλά ως τυπική υπενθύμιση, μιας και λέγαμε το αυτονόητο:
«Με απλά λόγια, όταν μπεις σε έναν “αγώνα δρόμου” εθνικών ζητημάτων, κάνοντας κιόλας το πρώτο βήμα, τότε οφείλεις να τρέξεις τον αγώνα και να προσπαθήσεις να φτάσεις πρώτος στο όποιο “τέρμα”, μιας και είχες το πλεονέκτημα της εκκίνησης. Οπότε, περίοδοι “αγρανάπαυσης” στο πλάι της διαδρομής, αδυναμία επιτάχυνσης όταν σε πλησιάζουν ή αδυναμία παραμονής στο “γκρουπ” των πρώτων, όπως και παύσεις αναστοχασμού για να θυμηθείς “ποιος είμαι, πού είμαι και πού πάω”, δεν είναι ό,τι καλύτερο».
Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι δεδομένο και δεν θεραπεύεται. Και λόγω θερινής κόπωσης, αντί να ξαναγράφουμε τα ίδια και τα ίδια, αντιγράφουμε και πάλι τον εαυτό μας:
«Συμπέρασμα; Η Ελλάδα οφείλει τώρα, στον “ανταγωνισμό” δηλώσεων, διεκδικήσεων, οριοθετήσεων και κατοχυρώσεων —είτε πρόκειται για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα είτε για χωροταξικό σχεδιασμό ή ακόμη και για χωρικά ύδατα—, να κάνει, αργά ή γρήγορα, το επόμενο δικό της βήμα. Το οποίο, βέβαια, και καλό θα είναι το ταχύτερο δυνατόν, θα κληθεί να προβάλει αντιστοίχως σε διεθνή φόρα και οργανισμούς, αλλά και, αν χρειαστεί, να το στηρίξει με έναν συνδυασμό ήπιας και σκληρής ισχύος».
Με άλλη διατύπωση: η Ελλάδα έκανε το 2025 μια κίνηση ορισμού θαλάσσιων πάρκων εντός των χωρικών της υδάτων, επιλέγοντας έτσι μια νομικά ασφαλή και σαφή βάση για τη θεσμοθέτησή τους. Η κίνηση αυτή εντάσσεται και στον ευρύτερο ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Ξεχωριστό, αλλά συναφές, ζήτημα αποτελεί η άσκηση του δικαιώματος ανακήρυξης και οριοθέτησης ΑΟΖ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας υφίστανται αυτοδικαίως και δεν εξαρτώνται από προηγούμενη ανακήρυξη, παρότι η οριοθέτησή τους έναντι κρατών με επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις, παραμένει αναγκαία.
Η Τουρκία απάντησε επιτόπου και από τότε ξέραμε πως θα προχωρούσε στην τυπική θέσπιση των δικών της πάρκων. Τα είχε μάλιστα από τότε σκιαγραφήσει έτσι ώστε να εκτείνονται «πολύ πέρα» από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και «πολύ μέσα» σε περιοχές όπου η Ελλάδα επικαλείται δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και θα μπορούσε να ασκήσει δικαιώματα ΑΟΖ, εφόσον προχωρούσε στην ανακήρυξη και οριοθέτησή της σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Έκτοτε πέρασε ένας χρόνος χωρίς εμείς να συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο καθορίζοντας και την ατζέντα διμερών σχέσεων. Οπότε η Τουρκία μας «πρόλαβε» στη θέσπιση των πάρκων, μας σέρβιρε κιόλας πριν από λίγες ημέρες τη «Συμφωνία της Μέκκας» για κοινή άμυνα με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, έχει ήδη αγκαλιάσει τον Χαφτάρ στην Ανατολική Λιβύη, ενώ η Σομαλία κοντεύει να ανακηρυχθεί «σουλτανάτο» της. Και έπονται πολλά.
Τα «ρεκόρ» ταχύρρυθμης γεωπολιτικής εξωστρέφειας, λοιπόν, τα έχει άλλος. Οπότε, έστω και μετά τη «θερινή εορτή», ας θέσουμε τα εξής ερωτήματα:
- Ήταν πράγματι «ρεκόρ χρόνου» η δική μας διαδικασία θεσμοθέτησης των θαλάσσιων πάρκων;
- Ή μήπως κάπου καθυστερούσε, αναμένοντας – έως και καιροφυλακτώντας- για τις τουρκικές κινήσεις;
- Μήπως μπορούσαμε να την ολοκληρώσουμε νωρίτερα, αλλά δεν θέλαμε να δώσουμε πάτημα στην Τουρκία να διαλαλεί την ενόχλησή της, τις ημέρες κατά τις οποίες φιλοξενούσε τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ;
- Μήπως, στο πλαίσιο των «ήρεμων νερών στο Αιγαίο», προτιμούμε να ταράξει πρώτη τα νερά η Τουρκία, ώστε να έχουμε εμείς το άλλοθι του «θιγμένου»;
Στα παραπάνω θα ήταν ενδιαφέρον να ακούσουμε μια επίσημη θέση, έστω και δια διαρροών, παρά τα τυπικά.