Ο Αμερικανικός Στρατός ανέθεσε στη M1 Support Services μια σύμβαση-«μαμούθ», ύψους έως 10 δις δολαρίων, για την αρχική εκπαίδευση των νέων χειριστών ελικοπτέρων του. Η σύμβαση έχει ορίζοντα έως τον Αύγουστο του 2052 και προβλέπει την εκπαίδευση 800 έως 1.500 πιλότων ετησίως στο Fort Rucker της Alabama.

Το πρόγραμμα, με την ονομασία Flight School Next, αλλάζει σημαντικά το μοντέλο εκπαίδευσης. Η M1 θα παρέχει ως ιδιώτης τα εκπαιδευτικά ελικόπτερα, τη συντήρηση, τους εξομοιωτές, την πτητική και ακαδημαϊκή εκπαίδευση και τις σχετικές υποστηρικτικές υπηρεσίες, ενώ ο Στρατός θα διατηρεί τον έλεγχο των προτύπων εκπαίδευσης, της ασφάλειας και των επιχειρησιακών απαιτήσεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το οικονομικό μέγεθος της συμφωνίας. Αν το ανώτατο όριο κατανεμηθεί θεωρητικά στο σύνολο των πιλότων που θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν σε ορίζοντα 26 ετών, προκύπτει μια τάξη μεγέθους περίπου 256.000 έως 481.000 δολάρια ανά νέο πιλότο, ανάλογα με το αν εκπαιδεύονται 1.500 ή 800 πιλότοι κάθε χρόνο.

Η αναγωγή αυτή, ωστόσο, δεν αποτελεί επίσημο κόστος ανά πιλότο. Τα 10 δις. είναι το ανώτατο όριο και τα πραγματικά ποσά θα δεσμεύονται σταδιακά μέσω επιμέρους διαταγών. Δείχνει, όμως, το οικονομικό μέγεθος της διαδικασίας δημιουργίας ενός νέου στρατιωτικού χειριστή από το μηδέν.

Σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό ελικόπτερο, σύμφωνα με την πρόταση της ίδιας της M1, η λύση της εταιρείας για το Flight School Next περιλαμβάνει το Robinson R66 ως εκπαιδευτικό ελικόπτερο. Η M1 είχε παρουσιάσει το R66 στο πλαίσιο της πρότασής της, σε συνεργασία με τη Robinson Helicopter Company. Η τελική σύμβαση, ωστόσο, είναι αυτή που καθορίζει το ακριβές επιχειρησιακό και τεχνικό περιεχόμενο της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Η επιλογή ενός εμπορικά διαθέσιμου και σημαντικά ελαφρύτερου ελικοπτέρου, σε συνδυασμό με εκτεταμένη χρήση εξομοιωτών και ψηφιακών εργαλείων εκπαίδευσης, εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια του Αμερικανικού Στρατού να μειώσει το κόστος και να αυξήσει την παραγωγικότητα της εκπαίδευσης.

Με τη συγκεκριμένη σύμβαση, ο U.S. Army ουσιαστικά μεταφέρει στον ιδιώτη ανάδοχο μεγάλο μέρος της υποδομής και του κόστους λειτουργίας της αρχικής εκπαίδευσης, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο των στρατιωτικών προδιαγραφών. Πρόκειται για ένα μοντέλο που μπορεί να επιτρέψει στον Στρατό να εκπαιδεύει έως και 1.500 νέους χειριστές ελικοπτέρων κάθε χρόνο, χωρίς να χρειάζεται να επενδύει ο ίδιος σε όλο τον αντίστοιχο στόλο εκπαιδευτικών μέσων και την υποδομή υποστήριξής του.