Η Τουρκία παρουσιάζεται πλέον ως κύριος διαμεσολαβητής στη διχασμένη Λιβύη, μετά από χρόνια ενεργής στρατιωτικής εμπλοκής στον (πλέον παγωμένο) εμφύλιο πόλεμο της χώρας. Έτσι η πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη, στις 11 και 12 Αυγούστου, αποτελεί την πιο ξεκάθαρη εκδήλωση της πολιτικής της «Μίας Λιβύης». Όπως δήλωσε ο ίδιος, η επίσκεψη αυτή «αποτελεί συγκεκριμένη εκδήλωση της πολιτικής μας για μία Λιβύη, που δεν κάνει διάκριση μεταξύ δυτικής, ανατολικής και νότιας Λιβύης».

Στην Τρίπολη ο Φιντάν συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας (η οποία αναγνωρίζεται και διεθνώς) Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, τον πρόεδρο του Προεδρικού Συμβουλίου Μοχάμεντ αλ-Μένφι και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους.

Την επόμενη ημέρα στη Βεγγάζη, συναντήθηκε με τον διοικητή του Εθνικού Στρατού της Λιβύης Χαλίφα Χάφταρ, τον υπαρχηγό και γιο του, Σαντάμ Χάφταρ, τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Αγκίλα Σάλεχ και τον επικεφαλής του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης Μπελκάσεμ Χάφταρ (επίσης γιό του Χαλίφα). Η συνάντηση με τον άλλοτε ορκισμένο αντίπαλο Χάφταρ σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη στρατιωτική αντιπαράθεση στη διπλωματική εμπλοκή και στις δύο πλευρές.

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, μαζί με τον Χαλίφα Χαφτάρ (δεξιά του στη φωτό) και τους 2 γιούς Χαφτάρ!

Η τουρκική παρουσία στη Λιβύη έχει ρίζες. Το 2019 η Άγκυρα υπέγραψε με την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Τρίπολης τη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Το 2020, όταν οι δυνάμεις του Χάφταρ πλησίαζαν την πρωτεύουσα, η Τουρκία έστειλε στρατεύματα, drones και συστήματα αεράμυνας, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην απόκρουση της επίθεσης. Η στρατιωτική αυτή επέμβαση εξασφάλισε στην Άγκυρα ισχυρή παρουσία στη δυτική Λιβύη (η οποία συντηρείται στρατιωτικά) και στρατηγικό έλεγχο σε κρίσιμες περιοχές.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η Τουρκία προχώρησε σταδιακά σε άνοιγμα και προς την ανατολική πλευρά, την τυπικά “εχθρική” της. Επαφές του επικεφαλής των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών Ιμπραήμ Καλίν με στελέχη του Χάφταρ, επισκέψεις του Σαντάμ Χάφταρ και των γιών του (και διαδόχων του όπως φαίνεται) στην Άγκυρα και τώρα η επίσημη παρουσία του υπουργού Εξωτερικών στη Βεγγάζη δείχνουν μια συνειδητή στρατηγική διείσδυσης και στις δύο πλευρές του διχασμού. Έτσι η Άγκυρα δεν εγκαταλείπει τη στρατιωτική και πολιτική της επιρροή στη δυτική Λιβύη, αλλά την επεκτείνει ανατολικά, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως παράγοντα σταθερότητας και ενότητας.

Παράλληλα με τη διπλωματική και στρατιωτική διάσταση, η Τουρκία επενδύει συστηματικά στην οικονομία της Λιβύης. Η κρατική εταιρεία Turkiye Petrolleri (TPAO) εξασφάλισε μερίδιο 40% σε δύο πετρελαϊκά πεδία – ένα χερσαίο και ένα υπεράκτιο – σε κοινοπραξία με τη ισπανική Repsol, στο πλαίσιο του πρώτου γύρου αδειοδότησης μετά από 17 χρόνια. Υπογράφηκαν συμφωνίες παραγωγής και μνημόνια για γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες σε υπεράκτιες περιοχές, ενώ η Άγκυρα επιδιώκει ενεργά τη συμμετοχή της σε νέες ερευνητικές δραστηριότητες. Οι τουρκικές κατασκευαστικές εταιρείες παραμένουν δραστήριες στη χώρεα, ενώ επιδιώκεται η προστασία και η επέκταση των εμπορικών και ενεργειακών συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης της θαλάσσιας συμφωνίας του 2019 από την ανατολική πλευρά.

Η εικόνα αυτή έρχεται σε έντονη αντίθεση με την ελληνική πολιτική απέναντι στη Λιβύη. Η Αθήνα στήριξε για χρόνια τον Χάφταρ, θεωρώντας τον αντίβαρο στην τουρκική επιρροή και στη συμφωνία Τρίπολης-Άγκυρας για κοινή ΑΟΖ. Οπότε οι ελληνικές διπλωματικές κινήσεις και επαφές με την ανατολική πλευρά στόχευαν στην αποδυνάμωση της τουρκικής θέσης. Ωστόσο, η Ελλάδα δεν εξασφάλισε αντίστοιχη στρατιωτική παρουσία, ούτε σημαντικές επενδύσεις ή βιομηχανικές συνεργασίες. Η πολιτική της παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμυντική και “καθυστερημένων αντανακλαστικών”, εστιασμένη στην αμφισβήτηση της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας, χωρίς να μεταφραστεί σε ουσιαστική οικονομική ή στρατηγική διείσδυση, είτε σε Βεγγάζη είτε σε Τρίπολη.

Συντηρούσαμε μεν επαφές με τις δύο πλευρές, διατυπώναμε ευχολόγια για “προσέγγιση και ειρήνη”, αλλά όλα αυτά παρέμεναν στην σφαίρα του διπλωματικώς τυπικού. Για να μην είμαστε και άδικοι, δεν μπορούσαμε να προσφέρουμε και τίποτα παραπάνω, μόχλευση οικονομική και γεωπολιτική η χώρα μας δεν διαθέτει στο συγκεκριμένο σημείο του πλανήτη.

Ενώ η Τουρκία από μονομερής υποστηρικτής της δυτικής πλευράς μετατράπηκε σε παίκτη και στις δύο πλευρές και σε επενδυτή στον ενεργειακό τομέα. Στόχος της Άγκυρας; Θέλει την ενοποίηση της Λιβύης ώστε να έχει εκεί ένα και μόνο ένα συνομιλητή και μάλιστα υπόχρεο της, μπορεί να προσφέρει περαιτέρω κεφάλαια επενδύσεων, ήδη παρέχει όπλα και στρατιωτική στήριξη στο δυτικό κομμάτι της χώρας, οπότε μπορεί να το κάνει (επ΄αμοιβή) και στο ανατολικό, ενώ έχει με την Λιβύη συνολικά μεγάλη πιθανότητα να την εντάξει στο τουρκικό “τόξο” επιρροής στη Αφρική, ασκώντας μια διπλωματία πολυμερών επαφών και κυρίως πρακτικών προτάσεων για κοινή ανάπτυξη.