Η είδηση ότι το προηγμένο αντιτορπιλικό Zumwalt θα επιστρέψει (επιτέλους) στη δύναμη του αμερικανικού στόλου τον Σεπτέμβριο φέτος, έγινε δεκτή με διθυράμβους αλλά και σκωπτικά σχόλια. Είκοσι χρόνια μετά την παραγγελία του, δώδεκα χρόνια μετά την ονοματοδοσία και καθέλκυσή του και ήδη δέκα περίπου χρόνια από την επίσημη ένταξή του στη δύναμη του στόλου, το πλοίο που αποδείχθηκε “πολύ σύγχρονο για να λειτουργήσει” εξακολουθεί να γεννά προβλήματα και νέες καθυστερήσεις, όπως παρουσιάζει η τελευταία έκθεση του οργανισμού του Κογκρέσου, Government Accountability Office (GAO).

Από την επανάσταση στην αναζήτηση αποστολής
Το πρόγραμμα DDG-1000 σχεδιάστηκε τη δεκαετία του 1990 ως η επόμενη γενιά αντιτορπιλικών του Αμερικανικού Ναυτικού, με κύρια αποστολή την παροχή πυρών ακριβείας μέσω μεγάλων πυροβόλων, σε παράκτιες επιχειρήσεις. Η αρχική απαίτηση προέβλεπε την κατασκευή 32 πλοίων, αριθμός που σταδιακά μειώθηκε σε επτά και τελικά φτιάχθηκαν μόλις τρία (τα Zumwalt, Michael Monsoor και Lyndon B. Johnson), καθώς το κόστος εκτινάχθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα.
Η μείωση της παραγωγής είχε άμεσες επιπτώσεις στο βασικό οπλικό σύστημα. Τα δύο πυροβόλα Advanced Gun System (AGS) των 155 χιλιοστών, έμειναν ανενεργά όταν ακυρώθηκε η παραγωγή των βλημάτων τους, μεγάλου βεληνεκούς, Long Range Land Attack Projectile (LRLAP). Με την τιμή κάθε βλήματος να υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο δολάρια, η συνέχιση του προγράμματος κρίθηκε οικονομικά ασύμφορη.
Η λύση που επέλεξε το Αμερικανικό Ναυτικό για να βρει ρόλο στα 3 σκάφη ήταν να αφαιρεθούν τα δύο τεράστια πυροβόλα και στη θέση τους να μπουν τέσσερις Large Missile Vertical Launch Tubes, οι οποίοι μπορούν να φιλοξενήσουν συνολικά 12 πυραύλους κρούσης, Conventional Prompt Strike (CPS).
Το νέο όπλο χρησιμοποιεί έναν προωθητικό πύραυλο δύο σταδίων, που μεταφέρει σε μεγάλο ύψος το Κοινό Υπερηχητικό Σώμα Ολίσθησης (C-HGB), το οποίο στη συνέχεια αποχωρίζεται από τον φορέα και κατευθύνεται προς τον στόχο με ταχύτητα που υπερβαίνει τα Mach 5, εκτελώντας συνεχείς ελιγμούς. Ο συνδυασμός πολύ υψηλής ταχύτητας και ευελιξίας καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την αναχαίτισή του από τα σημερινά συστήματα αεράμυνας. Έτσι η νέα αποστολή των σκαφών αφορά την προσβολή στόχων υψηλής στρατηγικής αξίας.
Οι καθυστερήσεις συνεχίζονται
Παρά τη σημαντική πρόοδο των εργασιών για την μετασκευή των πλοίων, η έκθεση του GAO καταγράφει ότι το πρόγραμμα παρουσιάζει πλέον καθυστέρηση περίπου 24 μηνών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, το USS Zumwalt (το πρώτο που μπήκε σε δεξαμενή για να κάνει την αλλαγή) είχε ολοκληρώσει περίπου το 94% των εργασιών εκσυγχρονισμού έως τον Ιανουάριο του 2026. Ωστόσο, η ολοκλήρωση του προγράμματος μετατέθηκε για το τελευταίο τρίμηνο του έτους 2026, περίπου δέκα μήνες αργότερα από τον προηγούμενο προγραμματισμό.
Σημαντικό μέρος της καθυστέρησης προήλθε από απρόβλεπτες τεχνικές εργασίες. Κατά την εγκατάσταση των νέων σωλήνων εκτόξευσης αφαιρέθηκε πολύ μεγαλύτερο τμήμα καλωδιώσεων από αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί, γεγονός που απαίτησε εκτεταμένη επανακαλωδίωση του πλοίου. Παράλληλα, η επανεκκίνηση κρίσιμων συστημάτων αποκάλυψε νέα προβλήματα στο ιδιαίτερα σύνθετο ολοκληρωμένο ηλεκτρικό σύστημα πρόωσης.
Οι καθυστερήσεις δεν περιορίζονται στο ναυπηγείο. Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζει και το πρόγραμμα ανάπτυξης του πυραύλου Conventional Prompt Strike. Η πρώτη δοκιμαστική εκτόξευση από σκάφος της κλάσης Zumwalt, η οποία αρχικά είχε προγραμματιστεί για το 2025, μεταφέρθηκε πλέον για το τρίτο τρίμηνο του 2027. Το Ναυτικό αποφάσισε να προσθέσει ενδιάμεσα στάδια δοκιμών προκειμένου να μειώσει τον τεχνικό κίνδυνο.
Εκτόξευση κόστους και περιορισμένη παραγωγή
Η οικονομική διάσταση του προγράμματος αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση. Η εκτίμηση κύκλου ζωής του προγράμματος αυξήθηκε από περίπου 31 δισεκατομμύρια δολάρια για 262 πυραύλους σε περίπου 41 δισεκατομμύρια δολάρια για μόλις 224 πυραύλους. Οπότε το μέσο εκτιμώμενο κόστος κάθε πυραύλου διαμορφώνεται γύρω στα 67 εκατομμύρια δολάρια.
Παράλληλα, η παραγωγική δυνατότητα της βιομηχανίας παραμένει περιορισμένη. Η Lockheed Martin μπορεί σήμερα να κατασκευάζει μόλις έξι έως επτά πυραύλους ετησίως, όταν ο σχεδιασμός απαιτεί τουλάχιστον δώδεκα για να επιτευχθεί σταθερός ρυθμός παραγωγής. Προβλήματα στις ειδικές θερμοανθεκτικές επιστρώσεις, στη διασφάλιση ποιότητας, στην εκπαίδευση προσωπικού και στην πολυπλοκότητα της συναρμολόγησης εξακολουθούν να επιβαρύνουν το πρόγραμμα.
Το ίδιο σύστημα προορίζεται επίσης να εξοπλίσει τα υποβρύχια Virginia Block V, γεγονός που καθιστά την κλάση Zumwalt την πρώτη ναυτική πλατφόρμα πάνω στην οποία θα πιστοποιηθεί η νέα γενιά αμερικανικών πολυηχητικών όπλων.

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τη μακροχρόνια υποστήριξη της κλάσης. Τα τρία πλοία διαθέτουν μοναδικά ηλεκτρονικά και πληροφοριακά συστήματα που δεν χρησιμοποιούνται σε καμία άλλη μονάδα επιφανείας του Αμερικανικού Ναυτικού, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το κόστος συντήρησης. Η έκθεση του GAO επισημαίνει ότι ενδεχόμενη αντικατάσταση αυτών των εξειδικευμένων συστημάτων με κοινά συστήματα του στόλου θα μπορούσε να απαιτήσει επιπλέον 1 έως 2 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη στρατηγική για τη διαχείριση του ζητήματος σε βάθος χρόνου.
Παράλληλα, εξακολουθούν να καταγράφονται προβλήματα αξιοπιστίας στο ολοκληρωμένο ηλεκτρικό σύστημα πρόωσης, ενώ το Ναυτικό έχει ήδη αφαιρέσει ανταλλακτικά από το τρίτο σκάφος της κλάσης, το USS Lyndon B. Johnson, προκειμένου να διατηρήσει επιχειρησιακά τα δύο πρώτα.