Λίγο πριν από την ολοκλήρωση της δεύτερης και τελευταίας προεδρικής του θητείας, ο Εμμανουέλ Μακρόν αφήνει πίσω του μια βαθιά αναδιάρθρωση της γαλλικής αμυντικής πολιτικής. Η Γαλλία έχει πλέον ενισχυμένη παρουσία στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, αυξημένες επενδύσεις στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και επιτάχυνση των εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Κεντρικός πυλώνας αυτής της πολιτικής είναι η φετινή αναθεώρηση του Νόμου περί Στρατιωτικού Προγραμματισμού (LPM) 2024-2030, η οποία αυξάνει το συνολικό αμυντικό κονδύλι στα 436 δισ. ευρώ, προσθέτοντας ακόμη 36 δισ. έως το 2030. Οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να διπλασιαστούν σε σχέση με το 2017, φθάνοντας περίπου τα 64 δισ. ευρώ το 2027 και το 2,6-2,7% του ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας, παραμένοντας πάντως κάτω από τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035.

Το νέο επενδυτικό πρόγραμμα επικεντρώνεται στην προετοιμασία για επιχειρήσεις υψηλής έντασης και στη μετάβαση σε μια «οικονομία πολέμου». Προβλέπει σημαντική ενίσχυση των αποθεμάτων πυρομαχικών και πυραύλων (8,5 δισ. ευρώ), επενδύσεις σε διαστημικές δυνατότητες επισκόπησης και συλλογής πληροφορίων (3,9 δισ. ευρώ), drones, ρομποτικά συστήματα, τεχνητή νοημοσύνη και νέα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, καθώς και 1,6 δισ. ευρώ για αντιαεροπορική άμυνα και μέσα αντιμετώπισης UAV. Παράλληλα, προωθείται η ανάπτυξη ενός νέου μεταβατικού άρματος μάχης έως την υλοποίηση του γαλλογερμανικού MGCS (αν αυτό υλοποιηθεί), ενώ για επιτρέπεται σε φορείς κρίσιμων υποδομών να αποκτήσουν δικά τους συστήματα Counter-UAS.
Παρά τη φιλόδοξη αυτή προσπάθεια, οι περιορισμοί παραμένουν εμφανείς. Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας υπερβαίνει πλέον το 115% του ΑΕΠ, ενώ ακόμη και η νέα χρηματοδότηση θεωρείται ανεπαρκής για την πλήρη προσαρμογή των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων στις απαιτήσεις μιας μεγάλης ευρωπαϊκής σύγκρουσης πριν από το 2035. Η αδυναμία επέκτασης του στόλου μεγάλων μονάδων επιφανείας και της πολεμικής αεροπορίας, σε συνδυασμό με την ταχύτερη αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών, δημιουργεί προβληματισμό για τη διατήρηση της γαλλικής στρατιωτικής πρωτοκαθεδρίας στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση της γαλλικής κοινής γνώμης. Παρότι περίπου τα δύο τρίτα των πολιτών στηρίζουν την αύξηση των αμυντικών δαπανών, η πλειονότητα δεν επιθυμεί να χρηματοδοτηθεί μέσω αύξησης φόρων ή νέου δανεισμού. Σύμφωνα με έρευνα του Institut des Politiques Publiques (IPP), το 62% των Γάλλων προτιμά η ενίσχυση του αμυντικού προϋπολογισμού να προέλθει από περικοπές σε άλλες δημόσιες δαπάνες, έναντι μόλις 21,4% που αποδέχεται αύξηση του ελλείμματος και 14,1% που στηρίζει αύξηση της φορολογίας. Η αντίληψη περί αυξημένης διεθνούς απειλής ενισχύει τη στήριξη προς την ενίσχυση της άμυνας, χωρίς όμως να μεταβάλλει την προτίμηση των πολιτών για δημοσιονομική ουδετερότητα.
Καθώς η προεδρία Macron πλησιάζει στο τέλος της, η στρατηγική του παρακαταθήκη βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο καθοριστικούς παράγοντες: τους αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς και την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Ενδεχόμενη επικράτηση της Μαρίν Λε Πεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναθεώρηση της γαλλικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και της πολιτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση μεγάλο μέρος των επιλογών της τελευταίας δεκαετίας.

Η Γαλλία εισέρχεται έτσι σε μια νέα περίοδο, όπου η διατήρηση της επιχειρησιακής ισχύος και της ευρωπαϊκής στρατηγικής επιρροής θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις εξοπλιστικές επενδύσεις, αλλά και από την ικανότητα της επόμενης πολιτικής ηγεσίας να εξισορροπήσει τις αυξανόμενες αμυντικές απαιτήσεις με τη δημοσιονομική πραγματικότητα.