Το Sea Vixen ήταν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και πιο βρετανικά μαχητικά της μεταπολεμικής ναυτικής αεροπορίας. Δικινητήριο, διθέσιο, με δίδυμες ουραίες ατράκτους, πτέρυγα με κλίση, οπλισμό που βασιζόταν σε πυραύλους, ρουκέτες και βόμβες, μπήκε σε υπηρεσία σε μια εποχή όπου τα αεροπλανοφόρα έπρεπε να αντιμετωπίσουν νέα σοβιετικά βομβαρδιστικά, πυραύλους κατά πλοίων, επιχειρήσεις σε μεγάλες αποστάσεις και την αβεβαιότητα του Ψυχρού Πολέμου. Δεν ήταν Phantom, δεν ήταν Crusader, δεν ήταν ένα καθαρά υπερηχητικό αεροσκάφος αεροπορικής υπεροχής. Ήταν όμως το πρώτο ολοκληρωμένο βρετανικό ναυτικό παντός καιρού αναχαιτιστικό, της εποχής των κατευθυνόμενων πυραύλων.

Η σημασία του Sea Vixen δεν βρίσκεται μόνο στις επιδόσεις του. Βρίσκεται κυρίως στην αποστολή του. Η Fleet Air Arm (το αεροπορικό σκέλος του Βρετανικού Ναυτικού) χρειαζόταν ένα αεροσκάφος που θα μπορούσε να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα, να έχει ραντάρ, διμελές πλήρωμα, να εντοπίζει στόχους τη νύχτα ή μέσα σε κακοκαιρία, και να προστατεύει την ομάδα μάχης του στόλου πριν ο εχθρός φτάσει σε απόσταση βολής. Αυτή ακριβώς ήταν η μεγάλη αλλαγή της δεκαετίας του 1950 και του 1960: το ναυτικό μαχητικό έπαυε να είναι απλώς ένα γρήγορο αεροπλάνο με πυροβόλα και γινόταν πλατφόρμα αισθητήρων, χειριστή ραντάρ και κατευθυνόμενων όπλων.
Το Sea Vixen υπηρέτησε αποκλειστικά με το Royal Navy και τη Fleet Air Arm, με κύριες μονάδες τις 890, 892, 893 και 899 Naval Air Squadron, ενώ η 700Y Flight και η 766 NAS είχαν κρίσιμο ρόλο στις δοκιμές, στη μετάπτωση και στην επιχειρησιακή εκπαίδευση. Πέταξε από τα HMS Ark Royal, Victorious, Hermes, Centaur και Eagle, ενώ συμμετείχε και σε cross-deck επιχειρήσεις με αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Δεν απέκτησε πολεμικές καταρρίψεις και δεν έζησε έναν κλασικό αεροπορικό πόλεμο, όμως βρέθηκε παρόν σε κρίσεις, περιπολίες και αποστολές ισχύος από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Ανατολική Αφρική και τη Μεσόγειο.
Από το DH.110 στο Sea Vixen: η γέννηση ενός αναχαιτιστή
Η ιστορία του Sea Vixen ξεκινά από το DH.110, ένα σχέδιο της de Havilland για διθέσιο, δικινητήριο, μαχητικό, που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής βρετανικής προσπάθειας να περάσει από τα πρώτα υποηχητικά jet σε ταχύτερα, παντός καιρού αναχαιτιστικά. Η αρχική απαίτηση αφορούσε και την RAF, όπου το DH.110 βρέθηκε απέναντι στο Gloster Javelin. Η RAF τελικά προχώρησε προς το Javelin, αλλά η Royal Navy είδε στο σχέδιο της de Havilland κάτι που την ενδιέφερε περισσότερο.
Η επιλογή της δίδυμης ουράς δεν ήταν τυχαία. Η de Havilland είχε ήδη εμπειρία στο σχέδιο από τα μοντέλα Vampire και Venom, ενώ η διάταξη επέτρεπε καθαρή αεροδυναμική ροή πίσω από την άτρακτο, ικανοποιητική στήριξη του ουραίου συγκροτήματος και μεγάλο εσωτερικό όγκο που μπορούσε να αξιοποιηθεί για καύσιμο ή υποσυστήματα. Στο DH.110 η εταιρεία συνδύασε αυτή τη φιλοσοφία με πτέρυγα με κλίση και δύο κινητήρες Rolls-Royce Avon με ώση 11.000 λίβρες ο καθένας.

Το πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 26 Σεπτεμβρίου 1951 με χειριστή τον John “Cats Eyes” Cunningham. Στις αρχικές δοκιμές έδειξε υψηλές επιδόσεις για την εποχή, ακόμη και δυνατότητα υπερηχητικής πτήσης σε βύθιση. Το πρόγραμμα όμως σημαδεύτηκε από το τραγικό δυστύχημα στο Farnborough Air Show το 1952, όταν το πρωτότυπο διαλύθηκε στον αέρα κατά τη διάρκεια επίδειξης υψηλών φορτίσεων, με απώλεια του πληρώματος και δεκάδων θεατών.
Το ατύχημα δεν ακύρωσε το πρόγραμμα, αλλά το ανάγκασε να ωριμάσει με απότομο τρόπο. Ακολούθησαν αλλαγές στη δομή, στις επιφάνειες ελέγχου και στη διαδικασία πιστοποίησης, ενώ το Ναυτικό διαμόρφωνε τις δικές του απαιτήσεις για το αεροσκάφος.
Η ναυτική προσαρμογή δεν ήταν μόνο η προσθήκη γάντζου για την προσνήωση. Το Sea Vixen χρειαζόταν ισχυρότερο σύστημα προσγείωσης, ενισχυμένη δομή, σύστημα πρόσδεσης σε καταπέλτη, αναδιπλούμενες πτέρυγες, προστασία από διάβρωση και αεροδυναμικές αλλαγές για ασφαλή πτήση σε χαμηλές ταχύτητες προσέγγισης. Το πρωτότυπο WG240 και το ημι-ναυτικοποιημένο XF828 άνοιξαν τον δρόμο για τις δοκιμές καταστρώματος.

Το πρώτο Sea Vixen FAW.1 παραγωγής πέταξε το 1957. Ο όρος FAW σήμαινε Fighter All Weather και περιέγραφε την αποστολή: αναχαίτιση ημέρα και νύχτα, σε καιρό που ένα απλό μονοθέσιο μαχητικό θα δυσκολευόταν να βρει, να εγκλωβίσει και να προσβάλει τον στόχο.
Η εξέλιξη από FAW.1 σε FAW.2 ήταν ουσιαστική. Το πρώτο μετέφερε κυρίως πυραύλους αέρος-αέρος Firestreak, ενώ το .2 απέκτησε δυνατότητα χρήσης των Red Top, βελτιωμένα ηλεκτρονικά, μεγαλύτερες προεκτάσεις στις βάσεις των ουραίων ατράκτων και περισσότερο χώρο καύσιμο και εξοπλισμό. Τα 29 νέα FAW.2 και τα 67 FAW.1 που μετατράπηκαν σε FAW.2 κράτησαν τον τύπο αξιόμαχο μέχρι την είσοδο του Phantom FG.1.
Οι ιδιαίτερότητες του αεροσκάφους
Το Sea Vixen ήταν μεγάλο αεροσκάφος για βρετανικό αεροπλανοφόρο. Είχε μήκος περίπου 16,9 μέτρα, άνοιγμα πτέρυγας 15,5 μέτρα, ενώ το βάρος του ήταν 12,6 τόνοι και το μέγιστο βάρος απογείωσης οι 21 τόνοι. Ο πιλότος καθόταν αριστερά και σχετικά ψηλά, με καλή ορατότητα προς τα εμπρός, ενώ ο χειριστής συστημάτων καθόταν δεξιά και χαμηλότερα, σε άλλο κοκπιτ, το περίφημο «coal hole», ένα σκοτεινό, κλειστό χώρο, όπου ήταν τα όργανα του ραντάρ. Η διάταξη αυτή έμοιαζε παράξενη, αλλά είχε επιχειρησιακή λογική, καθώς ο συγκεκριμένος έπρεπε να εργάζεται σε σκοτάδι, ώστε να βλέπει καθαρά την οθόνη του ραντάρ.

Το αεροσκάφος ήταν βέβαια προϊόν συμβιβασμών. Η πτέρυγα με κλίση έδινε υψηλή ταχύτητα, έως 0,91 Mach, και καλή συμπεριφορά σε μεγάλη υποηχητική περιοχή, αλλά η ναυτική χρήση απαιτούσε μεγάλα flaps, ισχυρό σύστημα προσγείωσης και ελεγχόμενη συμπεριφορά στην τελική προσέγγιση για προσνήωση. Οι δίδυμες ουραίες άτρακτοι έδιναν ευστάθεια αλλά αύξαναν την πολυπλοκότητα.

Η καρδιά του συστήματος μάχης ήταν το ραντάρ GEC AI.18 και στις μεταγενέστερες διαμορφώσεις το AI.18R. Ο χειριστής ραντάρ καθοδηγούσε τον πιλότο στην αναχαίτιση και προετοίμαζε την εμπλοκή με τους πυραύλους, οπότε υπήρχε κατανομή του φόρτου εργασίας.

Ο οπλισμός αέρος-αέρος του FAW.1 βασίστηκε στους de Havilland Firestreak, βρετανικούς υπέρυθρους πυραύλους πρώτης γενιάς. Το FAW.2 έφερε και τους ισχυρότερους Red Top, με μεγαλύτερο κινητήρα, βελτιωμένο αισθητήρα και καλύτερη επιχειρησιακή απόδοση, ειδικά όταν εκτοξεύονταν από υποηχητική πλατφόρμα όπως το Sea Vixen. Το αεροσκάφος μπορούσε να μεταφέρει τέσσερις πυραύλους. Παράλληλα, μπορούσε να φέρει ρουκέτες, βόμβες, δεξαμενές καυσίμου και ειδικά φορτία, ενώ χρησιμοποιήθηκε και σε αποστολές ανεφοδιασμού buddy-buddy. Η απουσία πυροβόλων δεν ήταν αδυναμία αλλά συνειδητή επιλογή, καθώς το αεροσκάφος σχεδιάστηκε γύρω από ραντάρ και κατευθυνόμενα όπλα.
| de Havilland Sea Vixen FAW.2 | |
|---|---|
| Πλήρωμα | 2, πιλότος και χειριστής ραντάρ |
| Κινητήρες | 2 × Rolls-Royce Avon 208 turbojet, 11.230 lbf ώση ο καθένας |
| Μήκος | 16,9 μέτρα |
| Άνοιγμα πτέρυγας | 15,5 μέτρα |
| Μέγιστη ταχύτητα | Περίπου 1.110 km/h σε καθαρή διαμόρφωση |
| Διάρκεια αποστολής σε περιπολία | 2 ώρες και 15 λεπτά με πυραύλους αέρος-αέρος |
| Υπηρεσιακή οροφή | 48.000 πόδια |
| Οπλισμός αέρος-αέρος | Firestreak στο FAW.1, Firestreak και Red Top στο FAW.2 |
| Εξωτερικά φορτία | Πύραυλοι, ρουκέτες, βόμβες, δεξαμενές καυσίμου, ειδικά/εκπαιδευτικά φορτία και φωτοαναγνωριστική διαμόρφωση |
Οι επιδόσεις πρέπει να διαβαστούν με τα μέτρα της εποχής και της αποστολής. Το Sea Vixen ήταν γρήγορο, ισχυρό αλλά δεν είχε μετάκαυση, περίσσεια ώσης και παρέμενε υποηχητικό. Από την άλλη πλευρά, η βρετανική απαίτηση δεν ήταν να κερδίσει αγώνες ταχύτητας, αλλά να σηκωθεί από αεροπλανοφόρο, να βρει στόχο σε κακό καιρό, να τον προσβάλει με κατευθυνόμενο πύραυλο και να επιστρέψει στο κατάστρωμα.

Μοίρες, αεροπλανοφόρα και επιχειρησιακή χρήση
Η Fleet Air Arm πήρε το Sea Vixen επειδή βρέθηκε μπροστά σε διπλή πίεση. Από τη μία, τα Sea Venom δεν αρκούσαν πλέον για την προστασία του στόλου απέναντι σε γρηγορότερα και υψηλότερα ιπτάμενα απειλητικά αεροσκάφη. Από την άλλη, η Βρετανία δεν είχε ακόμη διαθέσιμο ένα ναυτικό Phantom, ούτε τα αεροπλανοφόρα της μπορούσαν όλα να υποστηρίξουν αμερικανικού μεγέθους λύσεις. Το Sea Vixen ήταν η βρετανική απάντηση στο κενό ανάμεσα στο Sea Venom και στο Phantom: αρκετά προηγμένο για τον Ψυχρό Πόλεμο, αρκετά «βρετανικό» για τα υπάρχοντα αεροπλανοφόρα.
Η αρχική επιχειρησιακή μετάπτωση έγινε από τη Μοίρα 700Y Flight στη βάση RNAS Yeovilton, η οποία χρησιμοποίησε τα πρώτα αεροσκάφη για εντατικές δοκιμές και δοκιμές πάνω στα αεροπλανοφόρα HMS Victorious και HMS Centaur. Από τον Νοέμβριο του 1959 η 766 NAS ανέλαβε μεγάλο μέρος της επιχειρησιακής εκπαίδευσης. Το εκτεταμένο εκπαιδευτικό υπόβαθρο ήταν απαραίτητο, γιατί το Sea Vixen απαιτούσε νέα κουλτούρα πληρώματος, νέα σχέση πιλότου-χειριστή ραντάρ και νέα αντίληψη εμπλοκής.

Η 892 NAS ήταν η πρώτη μοίρα Sea Vixen πρώτης γραμμής, συγκροτημένη στις 2 Ιουλίου 1959 και με πρώιμη επιχειρησιακή εμφάνιση στο HMS Ark Royal. Ακολούθησαν οι 890 NAS, 893 και η 899.
| Μονάδα | Ρόλος και χρήση Sea Vixen | Κύρια αεροπλανοφόρα ή βάση |
|---|---|---|
| 700Y Flight | Δοκιμές και επιχειρησιακή αξιολόγηση αρχικής μετάπτωσης | RNAS Yeovilton, Victorious, Centaur |
| 766 NAS | Μετάπτωση στον τύπο και εκπαίδευση πληρωμάτων | RNAS Yeovilton, δοκιμές καταστρώματος κατά περιόδους |
| 892 NAS | Πρώτη μοίρα με Sea Vixen FAW.1, αργότερα και .2 | Ark Royal, Victorious, Hermes, Centaur |
| 890 NAS | Δεύτερη μοίρα Sea Vixen, .1, αργότερα σε εκπαιδευτικό ρόλος | Hermes, Ark Royal, σύντομη παρουσία στο Eagle |
| 893 NAS | Μοίρα με .1 και κατόπιν .2, | Ark Royal, Centaur, Victorious, Hermes |
| 899 NAS | Πρώτη ευρεία χρήση .2 και τελευταία με Sea Vixen | RNAS Yeovilton, κυρίως HMS Eagle |

Η επιχειρησιακή δράση του Sea Vixen ήταν κυρίως αποτροπή, περιπολία και προβολή ισχύος. Στην κρίση του Κουβέιτ το 1961, όταν το Ιράκ απείλησε την ανεξαρτησία της γειτονικής του χώρας, βρετανικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν στην περιοχή και τα αεροπλανοφόρα παρείχαν ναυτική και αεροπορική κάλυψη.
Γενικότερα στην Ανατολική Αφρική, στον Περσικό Κόλπο, στη Μεσόγειο και σε περιπολίες σε βρετανικές αποικίες που σταδιακά αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους, το Sea Vixen λειτούργησε ως μέρος της ψυχροπολεμικής καθημερινότητας.

Το πιο παράξενο επιχειρησιακό επεισόδιο του τύπου ήταν η εμπλοκή στην υπόθεση του σούπερτανκερ Torrey Canyon, που είχε εξοκείλει το 1967, όταν βρετανικά αεροσκάφη, μεταξύ αυτών και Sea Vixen, χρησιμοποίησαν βόμβες και ρουκέτες κατά του σκάφους και της πετρελαιοκηλίδας που σχηματιζόταν, με σκοπό την ανάφλεξη του πετρελαίου πριν προκαλέσει μεγάλη οικολογική καταστροφή (κάτι που τελικά δεν αποφεύχθη). Δεν ήταν πολεμική αποστολή, αλλά ήταν πραγματική χρήση όπλων σε επιχειρησιακό περιβάλλον.

Οι κοινές επιχειρήσεις με το Αμερικανικό Ναυτικό ήταν συχνές. Sea Vixen επιχειρούσαν μαζί με τα αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ, USS Ranger, USS Essex, USS Yorktown, USS Forrestal και USS Enterprise, ενώ φωτογραφίες της εποχής τα δείχνουν δίπλα σε A-4 Skyhawk και RF-8A Crusader. ΄

Η τελευταία επιχειρησιακή περίοδος του Sea Vixen συνδέθηκε με την 899 NAS και το αεροπλανοφόρο HMS Eagle. Το FAW.2, με Red Top και βελτιωμένα ηλεκτρονικά, ήταν πλέον σαφώς παλιό σε σχέση με τα Phantom, αλλά εξακολουθούσε να καλύπτει την απαίτηση για περιπολία μάχης, αναχαίτιση, εκπαίδευση και προβολή σημαίας. Το τέλος ήρθε το 1972, όταν ο τύπος αποσύρθηκε. Με την αποχώρηση του Sea Vixen, το Βρετανικό Ναυτικό αποχαιρέτησε το τελευταίο καθαρά εγχώριο, μεγάλο ναυτικό αναχαιτιστικό.

Αποτίμηση
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Sea Vixen ήταν ο συνδυασμός ραντάρ, διμελούς πληρώματος και δύο κινητήρων. Το μεγάλο μειονέκτημα ήταν ότι η τεχνολογική εξέλιξη έτρεχε πιο γρήγορα από το αεροσκάφος. Οι ΗΠΑ πήγαν γρήγορα στο Phantom, τα υπερηχητικά αεροσκάφη έγιναν κανόνας, οι πύραυλοι εξελίχθηκαν, τα ραντάρ μεγάλωσαν, και το Sea Vixen έμεινε ένα ενδιάμεσο αλλά απαραίτητο στάδιο. Ήταν πολύ προηγμένο για τα τέλη της δεκαετίας του 1950, επαρκές για τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και εμφανώς ξεπερασμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το αεροσκάφος είχε ατυχήματα, ζητούσε απαιτητική συντήρηση, δεν ήταν φτηνό, δεν ήταν απλό, και δεν μπορούσε να ξεφύγει από την ταχύτατη εξέλιξη της εποχής. Αλλά έδωσε στο Βρετανικό Ναυτικό ένα μαχητικό που μπορούσε να πετά τη νύχτα, να βλέπει μακριά, να μάζεται με πυραύλους και να επιχειρεί από πλοία που δεν ήταν αμερικανικά supercarriers.