Το Scimitar ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και ταυτόχρονα πιο παρεξηγημένα αεροσκάφη της Fleet Air Arm, δηλαδή της Αεροπορίας του Βρετανικού Ναυτικού. Έμεινε όμως στην αεροπορική ιστορία ως το αεροσκάφος που προσπάθησε να λύσει, με τεχνολογία της δεκαετίας του 1950, ένα πρόβλημα σχεδόν αδύνατο: να έχει υψηλή ταχύτητα, να φέρει βαρύ οπλισμό, να μπορεί να κάνει πυρηνική κρούση και να λειτουργεί με ασφάλεια από βρετανικά αεροπλανοφόρα, την ώρα που τα ίδια τα αεροπλανοφόρα, οι κινητήρες, τα ραντάρ και η αεροναυπηγική φιλοσοφία άλλαζαν κάθε δύο ή τρία χρόνια.

| Κατασκευαστής | Supermarine, αργότερα Vickers-Armstrongs |
|---|---|
| Ρόλος | Μονοθέσιο ναυτικό μαχητικό-κρούσης, βομβαρδιστικό και και αργότερα tanker υποστήριξης |
| Πρώτη πτήση Type 544 | 19 Ιανουαρίου 1956 |
| Πρώτη πτήση παραγωγής | 11 Ιανουαρίου 1957 |
| Παραγωγή | 76 αεροσκάφη |
| Χρήστης | Αποκλειστικά το Royal Navy Fleet Air Arm |
| Υπηρεσία πρώτης γραμμής | 1958 έως τον Οκτώβριο 1966 |
Από το “rubber deck” στο Type 544: Η γέννηση ενός δύσκολου ναυτικού jet
Για να καταλάβουμε το Scimitar, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε την εποχή του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η Βρετανία προσπαθούσε να μεταφέρει την αεροπορία του Ναυτικού από τον κόσμο των ελικοφόρων και των πρώτων jets με ευθεία πτέρυγα στην εποχή των υποηχητικών/διηχητικών αεροσκαφών με οπισθοκλινή πτέρυγα. Το πρόβλημα ήταν ότι το Βρετανικό Ναυτικό διέθετε μεσαίου μεγέθους αεροπλανοφόρα, οριακά για τα νέα βαριά jet.
Η Supermarine μπήκε σε αυτή τη μεταβατική φάση με μία σειρά προτάσεων που σήμερα μοιάζουν σχεδόν πειραματικές. Το Type 508 είχε ευθεία πτέρυγα και διπλό ουραίο, πάνω στην ιδέα του “rubber deck”, δηλαδή προσνήωσης χωρίς τροχούς σε ένα ελαστικό στρώμα στο κατάστρωμα. Ακολούθησε το Type 529, που κράτησε τμήμα της φιλοσοφίας, αλλά έδειξε ότι το αεροσκάφος έπρεπε να πάει σε οπισθοκλινή πτέρυγα για να έχει μέλλον.

Το καθοριστικό βήμα ήταν το Type 525. Εκεί η Supermarine δοκίμασε πτέρυγα με κλίση, δύο κινητήρες Avon, αναδιπλούμενες πτέρυγες και, κυρίως, blown flaps, δηλαδή εμφύσηση αέρα στην πτέρυγα για να μειωθεί η ταχύτητα προσέγγισης. Για ένα ναυτικό jet της δεκαετίας του 1950, η ταχύτητα προσνήωσης ήταν συχνά πιο σημαντική από τη μέγιστη ταχύτητα. Ένα αεροσκάφος μπορούσε να είναι γρήγορο στον αέρα και επιχειρησιακά άχρηστο αν δεν μπορούσε να επιστρέψει με ασφάλεια στο κατάστρωμα του αεροπλανοφόρου.
Το Type 525 χάθηκε σε δυστύχημα το 1955, όμως η λογική του πέρασε στο Type 544, που εξελίχθηκε στο Scimitar. Η πρώτη πτήση του Type 544 έγινε στις 19 Ιανουαρίου 1956, ενώ το πρώτο αεροσκάφος παραγωγής πέταξε στις 11 Ιανουαρίου 1957.

Από τη μία πλευρά, το Scimitar ήταν τεχνολογικά μπροστά από ό,τι είχε επιχειρήσει μέχρι τότε η βρετανική ναυτική αεροπορία σε μονοθέσια αεροσκάφη κρούσης. Από την άλλη, όταν άρχισε να φτάνει στις μοίρες, το Βρετανικό Ναυτικό είχε ήδη δύο πιο εξειδικευμένες λύσεις: το de Havilland Sea Vixen για παντός καιρούς αναχαίτιση και το Blackburn Buccaneer για χαμηλή ναυτική κρούση μεγάλης εμβελείας. Το Scimitar βρέθηκε λοιπόν στο κέντρο μιας τεχνολογικής αλλαγής. Ήταν πολύ πιο προηγμένο από τα παλαιότερα Sea Hawk, αλλά λιγότερο εξειδικευμένο από τα αεροσκάφη που έρχονταν πίσω του.
Ισχύς, συστήματα, ραντάρ, οπλισμός
Το Scimitar με μήκος περίπου 16,9 μέτρα, άνοιγμα πτερύγων 11,3 μέτρα και ύψος 5,3 μέτρα, δεν ήταν μικρό ναυτικό μαχητικό. Άδειο ξεπερνούσε τους 10 τόνους και το μέγιστο βάρος απογείωσης έφθανε περίπου στους 15,5 τόνους.

Οι δύο Rolls-Royce Avon 202, ο καθένας με ώση περίπου 11.250 λίβρες προσέφεραν ασφάλεια πάνω από τη θάλασσα και εντυπωσιακή επιτάχυνση, αλλά υπήρχε κόστος σε κατανάλωση, συντήρηση και θερμικά φορτία. Μπορούσε να φτάσει κοντά στα 710 μίλια/ώρα ή περίπου 1.140 χιλιόμετρα/ώρα σε κατάλληλες συνθήκες, με οροφή περίπου 46.000 πόδια.
Παρά το μεγάλο ρύγχος δεν διέθετε ραντάρ αναχαίτισης, οπότε παρέμεινε μονοθέσιο αεροσκάφος ημέρας/κρούσης, με ναυτιλιακά και επικοινωνιακά βοηθήματα της εποχής και σκοπευτικό για πυροβόλα/βόμβες/ρουκέτες. Υπήρξαν προτάσεις για εκδόσεις με ραντάρ και πιο σύνθετο ρόλο παντός καιρού, όμως αυτές δεν προχώρησαν καθώς το Sea Vixen και το Buccaneer πήραν τις αντίστοιχες αποστολές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν πρωτόγονο. Το Scimitar είχε πλήρως υποβοηθούμενα και διπλά συστήματα ελέγχου, ισχυρό σύστημα προσγείωσης, άγκιστρο ανάσχεσης, μεγάλες εσωτερικές δεξαμενές και πτέρυγα σχεδιασμένη για να σηκώνει αρκετό φορτίο σε χαμηλή πτήση. Τα blown flaps ήταν απαραίτητα για να κρατήσουν τις προσεγγίσεις σε ανεκτή περιοχή ταχυτήτων, όμως ακόμη κι έτσι το αεροσκάφος είχε τη φήμη δύσκολου χειρισμού στο κατάστρωμα.
| Πλήρωμα | 1 χειριστής |
|---|---|
| Κινητήρες | 2 × Rolls-Royce Avon 202 turbojet, περίπου 11.250 lbf ώση ο καθένας |
| Μήκος | 16,84 μ. |
| Άνοιγμα πτερύγων | 11,33 μ. |
| Ύψος | 5,28 μ. |
| Μέγιστη ταχύτητα | 617 κόμβοι / 710 mph / 1.143 km/h |
| Οροφή | 46.000 πόδια |
| Εμβέλεια | περίπου 1.200 ναυτικά μίλια με δεξαμενές, μικρότερη για αποστολή κρούσης χαμηλού ύψους |
| Σταθερός οπλισμός | 4 × πυροβόλα Aden των 30 χιλιοστών |
| Φορτίο | βόμβες, ρουκέτες, εξωτερικές δεξαμενές, τακτικό πυρηνικό φορτίο και αργότερα εξοπλισμός εναέριου ανεφοδιασμού τύπου buddy tanker |
Ο οπλισμός ήταν από τα δυνατά του σημεία. Τα τέσσερα Aden των 30 χιλιοστών του έδιναν σοβαρή ισχύ πυρός σε αερομαχία ή προσβολή στόχων επιφανείας. Κάτω από τις πτέρυγες μπορούσε να μεταφέρει ρουκέτες, συμβατικές βόμβες και δεξαμενές καυσίμου. Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ότι το Royal Navy το ενέταξε στη λογική της τακτικής πυρηνικής αποτροπής από αεροπλανοφόρο. Σε μια εποχή που η πυρηνική αποστολή δεν ήταν αποκλειστικότητα στρατηγικών βομβαρδιστικών, το Scimitar έδινε στη Fleet Air Arm μία δική της δυνατότητα χαμηλής προσβολής, έστω με όλα τα όρια που είχε ένα μονοθέσιο jet χωρίς ραντάρ ναυτιλίας/προσβολής.

Το Scimitar αξιοποιήθηκε και ως buddy tanker, κυρίως για την υποστήριξη των Buccaneer S.1. Αυτό συνέβη επειδή οι πρώτες εκδόσεις του Buccaneer, με κινητήρες Gyron Junior, είχαν περιορισμούς βάρους για απονήωση με πλήρες οπλικό φορτίο.
Η διαδρομή στην Fleet Air Arm
Το Scimitar υπηρέτησε αποκλειστικά στην αεροπορία του Βρετανικού Ναυτικού, οπότε δεν υπήρξε δεύτερος χρήστης για να μοιραστεί το κόστος εξέλιξης, την εμπειρία ή να προτείνει βελτιώσεις.

Η πρώτη επιχειρησιακή ένταξη έγινε στην 700X Ναυτική Μοίρα, που λειτούργησε ως μονάδα δοκιμών και μετάβασης. Η μονάδα αυτή ήταν απαραίτητη, γιατί το Scimitar δεν ήταν απλώς “άλλο ένα” jet. Χρειαζόταν νέα κουλτούρα χειρισμού, νέα εκπαίδευση σε προσνήωση, νέα λογική συντήρησης και νέα διαδικασία φόρτωσης/ανεφοδιασμού στο κατάστρωμα. Από εκεί η εμπειρία πέρασε στις επιχειρησιακές και εκπαιδευτικές Μοίρες.
Η 803 Naval Air Squadron έγινε η πρώτη μονάδα πρώτης γραμής του τύπου, με βάση το RNAS Lossiemouth και υπηρεσία σε αεροπλανοφόρα όπως το HMS Victorious. Η 807 NAS ακολούθησε ως δεύτερη επιχειρησιακή μονάδα, ενώ οι 800 και 804 NAS κάλυψαν περιόδους χρήσης σε αεροπλανοφόρα όπως τα HMS Ark Royal, HMS Hermes, HMS Eagle, HMS Victorious και HMS Centaur.

Σε δεύτερη γραμμή, οι 736, 764 και 764B NAS εξυπηρέτησαν ρόλους εκπαίδευσης, μετάπτωσης στον τύπο και υποστήριξης. Το Scimitar είχε ανάγκη από συνεχή εκπαίδευση, γιατί η διαχείρισή του απαιτούσε ακρίβεια.
Το αεροσκάφος δεν είχε πολεμική εμπλοκή. Υπηρέτησε όμως σε μια περίοδο διαρκών κρίσεων, αποχώρησης της Βρετανίας από αποικίες της, προφανώς στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Η αξία του τύπου λοιπόν μετριέται κυρίως ως αποτρεπτική, σε εποχή που οι κρίσεις μπορούσαν να κλιμακωθούν πολύ γρήγορα.

Δυστυχώς το αεροσκάφος είχε υψηλό ποσοστό απωλειών. Από τα 76 αεροσκάφη παραγωγής, σχεδόν τα μισά χάθηκαν σε ατυχήματα. Αυτός ο αριθμός σήμερα ακούγεται αδιανόητος, όμως πρέπει να διαβαστεί μέσα στο πλαίσιο της εποχής. Η δεκαετία του 1950 και οι αρχές της δεκαετίας του 1960 ήταν εξαιρετικά επικίνδυνες για τα ναυτικά jet. Κινητήρες με απότομη απόκριση, ελάχιστος αυτοματισμός, βαριά αεροσκάφη, παλαιάς λογικής αεροπλανοφόρα και επιθετική επιχειρησιακή εκπαίδευση δημιούργησαν ένα μείγμα υψηλού ρίσκου.

Γιατί το κράτησε τόσο το Royal Navy; Επειδή το χρειαζόταν. Το Sea Vixen κάλυπτε τον ρόλο αναχαίτισης παντός καιρού, όχι όμως την κρούση χαμηλού ύψους. Το Buccaneer ήταν το μέλλον, αλλά το πρώτο Buccaneer S.1 είχε επιχειρησιακούς περιορισμούς. Έτσι το Scimitar παρέμεινε όσο χρειαζόταν για να κλείσει το κενό, και μετά πέρασε σε δεύτερη γραμμή υπηρεσίας, όπου συνέχισε ως tanker και αεροσκάφος υποστήριξης.

Η τελευταία μονάδα πρώτης γραμμής εγκατέλειψε τον τύπο στα μέσα της δεκαετίας του 1960, και η απόσυρση από τέτοιο ρόλο έγινε τον Οκτώβριο του 1966. Στη συνέχεια το αεροσκάφος που ξεκίνησε ως μαχητικό/κρούσης συνέχισε έως περίπου το 1970 σε βοηθητικούς/εκπαιδευτικούς ρόλους.

Απέναντι στα μαχητικά της εποχής του
Σε σχέση με το Vought F-8 Crusader, το βρετανικό αεροσκάφος υστερούσε ως μαχητικό. Το F-8 είχε σχεδιαστεί γύρω από την αναχαίτιση, την υψηλή ταχύτητα, τη μεγάλη πτέρυγα μεταβλητής γωνίας πρόσπτωσης και το συνδυασμό πυροβόλων και πυραύλων. Το Scimitar είχε ισχύ και ταχύτητα, αλλά δεν είχε το ραντάρ/σύστημα μάχης και τη φιλοσοφία ενός αμερικανικού fleet defender.
Κοιτώντας το Douglas A-4 Skyhawk, το Scimitar ήταν το αντίθετο. Το A-4 ήταν μικρό, απλό, οικονομικό και εξαιρετικά αποδοτικό ως επιθετικό. Το Scimitar ήταν πιο βαρύ, δικινητήριο και πιο ακριβό. Όμως το A-4 κατάφερε διεθνή καριέρα, ενώ το Scimitar έμεινε μια βρετανική απάντηση σε ένα βρετανικό πρόβλημα.

Με το Dassault Etendard IV, είχε πολλές ομοιότητες. Και τα δύο ήταν ναυτικά αεροσκάφη κρούσης, δικινητήρια με σημαντικό μέγεθος-βάρος. Το Scimitar είχε μεγαλύτερη ισχύ, όμως το Etendard ήταν πιο ισορροπημένο για το ρόλο και έμεινε πολύ περισσότερα χρόνια σε υπηρεσία.
Με το Sea Vixen, το Scimitar δεν συγκρίνεται ευθέως. Το Sea Vixen ήταν διθέσιο αναχαιτιστικό παντός καιρού με ραντάρ και πυραύλους. Η συνύπαρξη όμως και των δύο δείχνει το βασικό πρόβλημα της Fleet Air Arm: χρειαζόταν ταυτόχρονα αναχαιτιστικό παντός καιρού, πυρηνικό/συμβατικό αεροσκάφος κρούσης, πλατφόρμα εκπαιδευτική, tanker και δυνατότητα επιχειρήσεων από αεροπλανοφόρα που δεν μεγάλωναν όσο γρήγορα μεγάλωναν τα αεροσκάφη.
Η πιο ένδιαφέρουσα σύγκριση είναι με το Blackburn Buccaneer S.1. Aυτό ήταν πιο αποδοτικό σε κρούση χαμηλού ύψους. Είχε εσωτερική αποθήκη οπλισμού, καλύτερη αεροδυναμική για χαμηλή διείσδυση και διμελές πλήρωμα για απαιτητική ναυτιλία, ενώ είχε σχεδιαστεί εξαρχής για μεταφορά πυρηνικής βόμβας. Το πρόβλημα του S.1 ήταν οι κινητήρες. Η αντικατάσταση του ενός τύπου από το άλλο, έγινε πλήρης μόνο όταν εμφανίστηκε το S.2 με ισχυρότερους Rolls-Royce Spey.

Το Scimitar δεν κατάφερε εξαγωγές, υπηρέτησε λίγα χρόνια και ποτέ δεν πολέμησε. Όμως έδωσε στη Fleet Air Arm χρόνο. Κάλυψε το κενό ανάμεσα στην πρώτη γενιά ναυτικών jet και στα πιο ώριμα συστήματα της δεκαετίας του 1960. Έφερε την πυρηνική αποστολή σε βρετανικό κατάστρωμα. Έμαθε σε χειριστές και τεχνικούς να δουλεύουν με βαρύ, γρήγορο, δικινητήριο ναυτικό jet. Και τελικά βοήθησε το Buccaneer να γίνει επιχειρησιακά χρήσιμο μέχρι να έρθει η σωστή του έκδοση.
Η ιστορία του έχει και μία ειρωνεία. Η κατασκευάστρια του, η Supermarine, που είχε δημιουργήσει το θρυλικό Spitfire, έκλεισε τον κύκλο της όχι με ένα ακόμη κομψό καθαρόαιμο μαχητικό, αλλά με ένα βαρύ ναυτικό αεροσκάφος κρούσης γεμάτο συμβιβασμούς!