Στη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης είναι καθήκον του στρατιωτικού προσωπικού κάθε πλευράς να κάνει την καλύτερη χρήση των μέσων που διαθέτει ώστε να προξενήσει τη μεγαλύτερη φθορά στον εχθρό. Το 1982, η Αργεντινή ηγεσία ωθούμενη από το κλίμα δυσαρέσκειας στο εσωτερικό της χώρας και εκμεταλλευόμενη την πολιτική αναστάτωση στη Βρετανία από την οικονομική ύφεση, αποφάσισε -σε μια στιγμή πολιτικού αριβισμού περισσότερο- να επέμβει στρατιωτικά και να καταλάβει τα νησιά Falklands, που η ίδια η εγχώρια δεξιά αποκαλούσε Islas Malvinas και θεωρούσε δικαιωματικά αργεντινό έδαφος.

Η επιχείρηση ήταν αρχικά επιτυχής, με επίλεκτες δυνάμεις του Αργεντινού στρατού να αποβιβάζονται αιφνιδιαστικά και να καταβάλουν την ισχνή βρετανική φρουρά διακηρύσσοντας τα νησιά ως αργεντινό έδαφος. Η βρετανική κυβέρνηση απάντησε δυναμικά, ετοιμάζοντας μια σημαντική εκστρατευτική δύναμη ναυτικού και στρατού για να τα ανακαταλάβει. Στο μεταξύ, η Αργεντινή μετέφερε σημαντικές δυνάμεις στα νησιά, στη μορφή ελαφρών αεροσκαφών, τεθωρακισμένων, πυροβολικού και περίπου 12.000 στρατιωτών, που αναπτύχθηκαν στις ακτές και στις κεντρικές αρτηρίες των νησιών.

Ωστόσο, η βρετανική δύναμη που συγκεντρωνόταν για να εκπορθήσει τις αργεντινές άμυνες αποτελείτο από 47 πολεμικά και 62 επιταγμένα εμπορικά πλοία με 26.000 συνολικά επίλεκτους άνδρες περιλαμβάνοντας τις πλέον εκπαιδευμένες δυνάμεις, όπως η 3η ταξιαρχία Commando και την 5η ταξιαρχία πεζικού και τις ομάδες ειδικών επιχειρήσεων SAS και SBS. Ήταν σαφές, για τους Αργεντινούς ότι αν ήθελαν να σταματήσουν την βρετανική δύναμη, αυτό θα έπρεπε να γίνει πριν αποβιβαστούν στα νησιά. Η αργεντινή Αεροπορία παράτασσε 120 περίπου σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη, κυρίως κρούσης A-4 Skyhawk καθώς και γαλλικά Mirage III για την κάλυψη των νησιών που επιχειρούσαν από τις βάσεις τους 500-700 χλμ. μακριά.

Για τους Αργεντινούς πιλότους, το παραπάνω σήμαινε ότι ο χρόνος παραμονής στην περιοχή των επιχειρήσεων θα ήταν περιορισμένος λόγω καυσίμων ενώ ο οπλισμός τους -που περιλάμβανε βόμβες γενικής χρήσης- δεν ήταν ο καταλληλότερος για την αντιμετώπιση σύγχρονων ναυτικών στόχων.

Εξαίρεση αποτελούσαν τα μόλις πέντε Super Etendard της 2ης Μοίρας Ναυτικής Αεροπορίας που ήταν πιστοποιημένα να εκτοξεύουν πυραύλους ναυτικής κρούσης AM-39 Exocet. Η απειλή των Exocet αποτελούσε τον μεγαλύτερο φόβο για την βρετανική αρμάδα, καθώς πάνω από τα μισά πλοία στερούνταν μέσων εντοπισμού και αυτοπροστασίας ή ακόμα και οπλισμού έναντι τέτοιων απειλών, ενώ το προφίλ πτήσης του πυραύλου, σε πολύ χαμηλό ύψος πάνω από τα κύματα και τα 165 κιλά εκρηκτικής κεφαλή ημιδιάτρησης μπορούσαν να παραλύσουν ένα πλοίο ακόμα κι αν ήταν προστατευμένο.

Η αργεντινή Αεροπορία Ναυτικού είχε παραγγείλει μια μοίρα 14 αεροσκαφών Super Etenrdard και ισάριθμο φόρτο πυραύλων το 1979, στο πλαίσιο της αναβάθμισης της αεροπορικής πτέρυγας του μοναδικού αεροπλανοφόρου της ARA Veinticinco de Mayo. Ωστόσο, από αυτά, μόλις πέντε αεροσκάφη και πέντε πύραυλοι είχαν παραδοθεί από τη Γαλλία πριν την εισβολή. Η τελευταία “πάγωσε” τις παραδόσεις με παρέμβαση της βρετανικής διπλωματίας ενώ το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo, που είχε υπηρετήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το βρετανικό ναυτικό ως HMS Venerable, δεν πιστοποιήθηκε για επιχειρήσεις με τα Super Etendard παρά μετά την εισβολή. Έτσι, αυτά θα επιχειρούσαν από τη βάση Rio Grande στη Γη του Πυρός.

Με την αργεντινή δύναμη στα νησιά Falklands εκτεθειμένη, μια ομάδα Αργεντινών τεχνικών και αξιωματικών του ναυτικού ανέλαβαν ένα δύσκολο και πρωτότυπο έργο: την ανάπτυξη μιας χερσαίας μονάδας πυραύλων Exocet για την παράκτια άμυνα της φρουράς των νησιών.
Επικεφαλής του έργου ήταν ο 45χρονος τότε Αντιπλοίαρχος (Capitán de Fragata) Julio Marcelo Perez.

Αξιωματικός με ειδίκευση στα ηλεκτρονικά συστήματα, ο Perez με τους τεχνικούς Luis Torelli και Antonio Shugt είχε την ιδέα να αφαιρεθούν εκτοξευτές πυραύλων MM-38 Exocet από παλιά αντιτορπιλικά του ναυτικού και να τοποθετηθούν σε ρυμουλκούμενο ικρίωμα που να αναπτύσσεται σε διάφορες θέσεις βολής από την ξηρά.

O αντιπλοίαρχος Julio Marcelo Perez με το δημιούργημά του, τον “Αυτοσχέδιο Εκτοξευτή Πυρός”

Η ιδέα βρήκε γρήγορα πρόσφορο έδαφος. Το παλιό αντιτορπιλικό ARA Seguí, κλάσης Allen M. Sumner (πρώην USS Hank) στερήθηκε των εκτοξευτών Exocet του, που τοποθετήθηκαν σε φορτηγό του εμπορίου. Τα κάνιστρα των πυραύλων φέρονταν σε οριζόντια θέση κατά τη μεταφορά τους και τίθονταν υπό γωνία για τη βολή.

Στη συνέχεια, το ζητούμενο ήταν να “πείσουν” τους πυραύλους ότι ήταν ακόμα πάνω σε πλοίο και να τροφοδοτηθούν με δεδομένα για τη βολή. Για αυτό, οι μηχανικοί κατασκεύασαν ένα πρόγραμμα σε υπολογιστή του εμπορίου που μετέδιδε σήματα της τηλεμετρίας ενός πλοίου. Παράλληλα, το σύστημα συνδέθηκε με ένα παλιό ραντάρ εδάφους Westinghouse του Στρατού που μετέδιδε περιοδικά, δεδομένα της θέσης του στόχου. Το σύνολο αναπτύχθηκε σε κρυφή τοποθεσία έξω από το λιμάνι του Stanley.

Το ΙΤΒ σε θέση μεταφοράς

Στο μεταξύ, η βρετανική αρμάδα είχε φτάσει κοντά στα Falklands και αφού ενεπλάκη με τις ομάδες μάχης του αργεντινού στόλου και τις απώθησε, βυθίζοντας το αργεντινό καταδρομικό ARA general Belgrano, αναπτύχθηκε γύρω από τα νησιά αποκλείοντάς τα. Η ομάδα του Perez λέγεται ότι βοήθησε σημαντικά και στην ολοκλήρωση της συνεργασίας των πυραύλων AM39 Exocet με τα Super Etendard, συνδέοντας το ραντάρ ελέγχου πυρός Agave με τον υπολογιστή πτήσης UAT-40 του αεροσκάφους και μετά και τα δύο με το σύστημα αδρανειακής πλοήγησης του βλήματος Exocet. Ο λόγος ήταν ότι οι Γάλλοι τεχνικοί αποσύρθηκαν από την χώρα αμέσως μετά την παράδοση της πρώτης παρτίδας αεροσκαφών και κατευθυνομένων βλημάτων με απαίτηση της Βρετανίας.

Από τις αρχές Μαΐου 1982 μέχρι τις 30 του μήνα, πραγματοποιήθηκαν 16 επιτυχημένες αεροπορικές επιθέσεις εναντίον πλοίων του βρετανικού στόλου στα Φώκλαντς έναντι συνολικά 150 περίπου εξόδων των αεροσκαφών της αργεντινής αεροπορίας και του ναυτικού. Σε αυτές καταναλώθηκαν και οι πέντε πύραυλοι Exocet, με τον πρώτο να χτυπά και να βυθίζει τελικά τo αντιτορπιλικό HMS Sheffield, δύο από αυτούς να πυρπολούν το μεταγωγικό κοντέινερ Atlantic Conveyor ενώ άλλοι δύο κατέπεσαν στη θάλασσα. Ακόμη τέσσερα βρετανικά πλοία (HMS Coventry, HMS Ardent, HMS Antelope και Sir Galahad) βυθίστηκαν από απλές βόμβες με την αυτοθυσία των Αργεντίνων πιλότων.

Το HMS Sheffield αμέσως μετά το πλήγμα του από πύραυλο Exocet (4 Μαΐου του 1982)

Με την αργεντινή αεροπορία και ναυτικό να έχουν εξαντλήσει το απόθεμα αεροεκτοξευόμενων Exocet, τέθηκε το ζήτημα της προστασίας των νησιών. Η παράκτια πλατφόρμα είχε ετοιμαστεί αλλά η αερομεταφορά της ήταν πλέον η μόνη επιλογή για να φθάσει στα Φώκλαντς. Αν και επίσημα αυτό έγινε στις αρχές Ιουνίου με ένα C-130 της αργεντινής Αεροπορίας, καταγράφηκε ένα περιστατικό τη νύχτα της 27ης προς 28η Μαΐου, όπου εχθρικό βλήμα πέρασε ξυστά από την πρύμνη της βρετανικής φρεγάτας HMS Avenger και κατέπεσε στη θάλασσα. Το βλήμα είχε βληθεί από τις ακτές των Φώκλαντς, κοντά στην πρωτεύουσα Stanley, και ήταν πολύ μακριά για το βεληνεκές του πυροβολικού των Αργεντινών. Αν και δεν επιβεβαιώθηκε από καμία πηγή των τελευταίων, οι Βρετανοί την καταγράφουν ως την πρώτη βολή παράκτιου βλήματος Exocet κατά του στόλου τους.

Το HMS Coventry γέρνει μετά από βομβαρδισμό του από την Αργεντινή Αεροπορία, δευτερόλεπτα πριν βυθιστεί.

Στις 12 Ιουνίου, με τους Βρετανούς χολωμένους από τις απώλειες αλλά σίγουρους ότι η απειλή των Exocet είχε περάσει, ο στόλος πλησίασε τα νησιά προετοιμαζόμενος για την απόβαση. Ωστόσο, το περίεργο δημιούργημα ITB παρέμενε ενεργό.

Στις 06:32 το πρωί,

Η συνέχεια στο Military History