Στις 13 Ιανουαρίου 2026 ο Ντόναλντ Τραμπ απευθύνθηκε απευθείας στους Ιρανούς που διαδήλωναν μαζικά εναντίον του ισλαμικού καθεστώτος. Τους ζήτησε να συνεχίσουν, να καταλάβουν τους θεσμούς του κράτους και να καταγράψουν τα ονόματα όσων τους καταπίεζαν. Η ανάρτησή του έκλεινε με τέσσερις λέξεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν την απόφαση ενός ανθρώπου για το αν θα έμενε στο σπίτι του ή θα κατέβαινε στον δρόμο. «Η βοήθεια έρχεται».
Η φράση αυτή υπερέβαινε κατά πολύ μια συνηθισμένη δήλωση πολιτικής συμπαράστασης. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών καλούσε πολίτες ενός αυταρχικού κράτους να συνεχίσουν μια εξέγερση, την ώρα που οι ίδιοι αντιμετώπιζαν πραγματικά πυρά, συλλήψεις, βασανιστήρια και εκτελέσεις. Ο Τραμπ γνώριζε ποια δύναμη διέθεταν οι Φρουροί της Επανάστασης και οι μονάδες πολιτοφυλακής Μπασίτζ. Γνώριζε επίσης ότι οι διαδηλωτές δεν είχαν καμία οργανωμένη στρατιωτική δύναμη πίσω τους.
Για πολλούς Ιρανούς, η δήλωση ερμηνεύθηκε ως στιβαρή δέσμευση. Ήταν λογικό να θεωρήσουν ότι η Ουάσιγκτον είχε κάποιο σχέδιο. Ίσως αεροπορικά πλήγματα εναντίον των μηχανισμών καταστολής, ίσως κυβερνοεπιθέσεις, ίσως εξασφάλιση επικοινωνιών, οικονομική και οργανωτική υποστήριξη προς την αντιπολίτευση. Ο καθένας μπορούσε να φανταστεί διαφορετική μορφή βοήθειας, επειδή ο ίδιος ο Τραμπ επέλεξε να αφήσει την υπόσχεση αόριστη.

Κάτι όμως που δεν συνέβη ποτέ. Οι ιρανικές αρχές μπλόκαραν σχεδόν ολοκληρωτικά το διαδίκτυο και τις τηλεπικοινωνίες, απομονώνοντας τις πόλεις μεταξύ τους και τη χώρα από τον εξωτερικό κόσμο. Και οι δυνάμεις ασφαλείας επιτέθηκαν με μαζικά πυρά, σε μία επιχείρηση καταστολής που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτηρίζει ως τη φονικότερη που έχει καταγράψει στο Ιράν εδώ και δεκαετίες.
Ο ακριβής απολογισμός ακόμη δεν έχει γίνει. Χιλιάδες θάνατοι έχουν τεκμηριωθεί, ενώ αξιόπιστες εκτιμήσεις ανεβάζουν τον συνολικό αριθμό στις δεκάδες χιλιάδες. Το περιοδικό TIME μετέδωσε, επικαλούμενο υψηλόβαθμα στελέχη του ιρανικού υπουργείου Υγείας και δίκτυο νοσοκομειακών γιατρών, ότι οι νεκροί μόνο μέσα σε δύο ημέρες μπορούσαν να έχουν φτάσει τους 30.000. Η ίδια η έρευνα σημείωνε ότι ο αριθμός παρέμενε αδύνατο να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Η ακτιβιστική οργάνωση HRANA, Ιρανών του εξωτερικού, έχει επιβεβαιώσει ονομαστικά περισσότερους από 5.400 νεκρούς και ερευνά άλλες 17.000 περιπτώσεις. Οι πραγματικοί αριθμοί πιθανότατα θα παραμείνουν αντικείμενο έρευνας για χρόνια. Αλλά ακόμη και η πιο συντηρητική εκτίμηση περιγράφει μια σφαγή.
Πίσω από κάθε αριθμό υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε ακούσει ότι η βοήθεια ερχόταν. Υπήρχαν οικογένειες που άφησαν τα παιδιά τους να βγουν στους δρόμους πιστεύοντας ότι το καθεστώς είχε φτάσει στο τέλος του. Υπήρχαν εργαζόμενοι, φοιτητές και μικροεπιχειρηματίες που εμφανίστηκαν σε βίντεο, συμμετείχαν σε απεργίες ή έγραψαν συνθήματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για το ιρανικό κράτος, όλες αυτές οι πράξεις δημιουργούν φακέλους που μπορούν να ακολουθούν έναν άνθρωπο σε όλη του τη ζωή.
Η καταστολή συνεχίστηκε μετά τη διάλυση των μεγάλων συγκεντρώσεων. Συλλήψεις, εξαφανίσεις, δίκες με συνοπτικές διαδικασίες, κατασχέσεις περιουσιών και εκτελέσεις αποτέλεσαν μέρος της επόμενης φάσης. Μετά την έναρξη του πολέμου, η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε περισσότερες από 6.000 νέες αυθαίρετες συλλήψεις και τουλάχιστον 39 εκτελέσεις μέχρι τα τέλη Μαΐου.
Η δεύτερη υπόσχεση
Η αμερικανική και ισραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου δημιούργησε μία δεύτερη προσδοκία. Τα αρχικά πλήγματα σκότωσαν τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και μεγάλο μέρος της ανώτατης πολιτικής, στρατιωτικής και διοικητικής ηγεσίας του Ιράν. Μεταξύ των νεκρών βρίσκονταν κορυφαία στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης, της στρατιωτικής διοίκησης, των υπηρεσιών πληροφοριών και του συστήματος εθνικής ασφαλείας.
Το Ισραήλ πέτυχε έτσι μία εντυπωσιακή αποκεφάλιση της ηγετικής πυραμίδας. Πολλοί Ιρανοί θεώρησαν ότι το καθεστώς βρισκόταν πλέον ένα βήμα πριν από την κατάρρευση. Η επικοινωνία του Λευκού Οίκου ενίσχυσε αυτή την αντίληψη. Παρουσίαζε Ιρανοαμερικανούς να πανηγυρίζουν και Αμερικανούς πολιτικούς να καλούν τον ιρανικό λαό να αρπάξει την ευκαιρία και να ανακτήσει τη χώρα του.

Ο ίδιος ο Τραμπ κάλεσε τους Ιρανούς να πάρουν τον έλεγχο της μοίρας τους και να δημιουργήσουν το μέλλον που βρισκόταν, όπως τους είπε, πολύ κοντά. Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έδωσε την εντύπωση ότι η αλλαγή καθεστώτος αποτελούσε πραγματικό αμερικανικό στόχο.
Το ισλαμικό καθεστώς όμως είχε οικοδομηθεί επί δεκαετίες γύρω από παράλληλους μηχανισμούς εξουσίας, υπηρεσίες ασφαλείας, θρησκευτικά ιδρύματα, οικονομικά δίκτυα και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Η εξόντωση κορυφαίων προσωπικοτήτων δημιούργησε κενά, αλλά ο μηχανισμός συνέχισε να λειτουργεί.
Χωρίς οργανωμένη εσωτερική δύναμη, χωρίς ασφαλή δίκτυα επικοινωνίας, χωρίς προστασία των εξεγερμένων και χωρίς σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα, αν υπήρχε κάποια υποψία κοινωνικής εξέγερσης, αυτή σιγάστηκε. Οι σκληρότεροι και καλύτερα οπλισμένοι παράγοντες του συστήματος είχαν την ευκαιρία να ελέγξουν τη διαδοχή και να παρουσιάσουν κάθε εσωτερική αντίδραση ως συνεργασία με τον εχθρό.
Παράλληλα ο Τραμπ σταδιακά άλλαξε τις πομπώδεις δηλώσεις του. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην κορυφή του νέου ιρανικού συστήματος χαρακτηρίστηκαν «πολύ έξυπνοι» και λιγότερο ριζοσπαστικοί. Η αλλαγή καθεστώτος εξαφανίστηκε από τις άμεσες αμερικανικές επιδιώξεις. Η επανάσταση που παρουσιαζόταν ως υπόθεση ημερών, μετατράπηκε σε εσωτερική υπόθεση του Ιράν.
Η συμφωνία με τους νέους Μουλάδες
Φτάνουμε στην αρχική συμφωνία εκεχειρίας που υπέγραψαν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη στα μέσα Ιουνίου, η οποία αποκαλύπτει αποκαλύπτει την έκταση της μεταστροφής. Το μνημόνιο προβλέπει σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο χωρών, μαζί με ρητή δέσμευση αποχής από παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις τους. Η διάταξη αυτή αποτελεί ουσιαστικά εγγύηση επιβίωσης για την ιρανική ηγεσία.
Το ίδιο κείμενο προβλέπει την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, εξαιρέσεις που επιτρέπουν την άμεση εξαγωγή ιρανικού πετρελαίου, αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και διαπραγμάτευση για την κατάργηση των αμερικανικών και διεθνών κυρώσεων. Περιλαμβάνει ακόμη σχέδιο χρηματοδότησης τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανοικοδόμηση και οικονομική ανάπτυξη του Ιράν.

Επίσης οι ουσιαστικές συνομιλίες για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα μεταφέρονταν στις διαπραγματεύσεις των επόμενων ημερών. Η Τεχεράνη απλώς επαναλαμβάνει τη γνωστή δέσμευσή της ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο, ενώ το εμπλουτισμένο ουράνιο προβλέπεται κατ’ ελάχιστον να αραιωθεί εντός του Ιράν και υπό διεθνή εποπτεία. Το βαλλιστικό πρόγραμμα, τα μη επανδρωμένα συστήματα και το δίκτυο των ένοπλων οργανώσεων της Τεχεράνης παραμένουν έξω από τις άμεσες προβλέψεις του μνημονίου.
Στο κείμενο απουσιάζει οποιαδήποτε ουσιαστική προστασία για τους αντιφρονούντες. Καμία γενική αμνηστία για τους διαδηλωτές, καμία προϋπόθεση απελευθέρωσης των πολιτικών κρατουμένων, καμία διακοπή των εκτελέσεων, καμία ανεξάρτητη έρευνα για τις σφαγές του Ιανουαρίου και καμία διεθνής εποπτεία των φυλακών.
Και πάνω σε αυτό το αρχικό πλάνο συμφωνίας συνεχίζονται μέχρι σήμερα οι όποιες συνεννοήσεις, η επανάληψη των συγκρούσεων, και οι επικλήσεις αλλά και απειλές και από τις δύο πλευρές, ώστε να βρεθεί μια πιο οριστική φόρμουλα λήξης του πολέμου. Ένα σκηνικό που ήδη κρατά εβδομάδες, αλλά δεν αλλάζει την ουσία των διμερών δεσμεύσεων που κάθε πλευρά κατηγορεί την άλλη ότι “τις παραβίασε”.
Έτσι ο Τραμπ ενθάρρυνε την εξέγερση, δημιούργησε προσδοκία εξωτερικής υποστήριξης και στη συνέχεια συμφώνησε να μην παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις του καθεστώτος που κατέστειλε την εξέγερση.
Τα Ορλωφικά του Ιράν
Η σύγκριση με τα δικά μας Ορλωφικά δείχνει τις ομοιότητες στην πολιτική τακτική. Το 1770 κυβερνούσε τη Ρωσία η Αικατερίνη Β΄ και η τότε ελληνική εξέγερση κατά των Οθωμανών, υποκινήθηκε από τους αδελφούς Ορλώφ και δίκτυο Ρώσων πρακτόρων.
Ήδη Ρωσία βρισκόταν σε -ένα ακόμη- πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (ο οποίος κράτησε μέχρι το 1774) και χρειαζόταν ένα αντιπερισπασμό στον ελληνικό χώρο για να διασπάσει τις οθωμανικές δυνάμεις. Οι πράκτορές της μοίραζαν υποσχέσεις για στρατεύματα, όπλα, χρηματική υποστήριξη και βέβαια απελευθέρωση “υπό την προστασία του μεγάλου ομόδοξου ξανθού έθνους”. Οι υποσχέσεις δημιούργησαν προσδοκίες πολύ μεγαλύτερες από τη δύναμη που τελικά έφτασε στην Πελοπόννησο.
Τελικά η Ρωσία πέτυχε μέρος των στρατηγικών της στόχων, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ενίσχυσε τη θέση της στον πόλεμο. Όταν όμως η ελληνική εξέγερση απέτυχε, οι ρωσικές δυνάμεις αποχώρησαν. Οι άνθρωποι που είχαν πιστέψει ότι η Ρωσία ερχόταν να τους ελευθερώσει, έμειναν αντιμέτωποι με τα οθωμανικά αντίποινα και τις επιδρομές των Τουρκαλβανών.
Η Πελοπόννησος πλήρωσε τεράστιο τίμημα σε ζωές, καταστροφές, εξανδραποδισμούς και προσφυγιά. Για την Αγία Πετρούπολη, η εξέγερση είχε λειτουργήσει. Για τους Έλληνες, είχε μετατραπεί σε εθνική καταστροφή. Η Μεγάλη Δύναμη κέρδισε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα και ο εγχώριος πληθυσμός πλήρωσε τον λογαριασμό.
Η ίδια βασική σχέση εμφανίζεται σήμερα στο Ιράν. Οι Ιρανοί αντικαθεστωτικοί χρησιμοποιήθηκαν ως επιπλέον μοχλός πίεσης απέναντι στην Τεχεράνη. Η πιθανότητα εσωτερικής εξέγερσης ανάγκαζε το καθεστώς να διασπά δυνάμεις, να φοβάται για την επιβίωσή του και να διαπραγματεύεται υπό τη σκιά της κατάρρευσης.
Όταν η Ουάσιγκτον εξασφάλισε όσα θεωρούσε σημαντικότερα για την ίδια, το άνοιγμα του Ορμούζ, την εξαγωγή πετρελαίου, μία προσωρινή πυρηνική δέσμευση και την έξοδο από έναν δαπανηρό πόλεμο, ο μοχλός των Ιρανών διαδηλωτών μπορούσε να εγκαταλειφθεί.
Το μεγαλύτερο δώρο στους Αγιατολάχ
Το ιρανικό καθεστώς στηρίζει επί δεκαετίες τη νομιμοποίησή του στην ιδέα της εξωτερικής απειλής. Παρουσιάζει κάθε αντίπαλο ως όργανο της Ουάσιγκτον ή του Ισραήλ και κάθε κοινωνική διαμαρτυρία ως μέρος ξένου σχεδίου. Και οι εκκλήσεις του Τραμπ έδωσαν στο καθεστώς το υλικό που χρειαζόταν για να ενισχύσει αυτή την αφήγηση.
Στη συνέχεια με την έναρξη της αμερικανοισραηλινής επίθεσης, ακόμη και Ιρανοί που μισούν τους Μουλάδες αντέδρασαν αρνητικά στην εικόνα της χώρας τους να βομβαρδίζεται ανηλεώς και άδικα από ξένες δυνάμεις και μάλιστα με εκατόμβες αμάχων. Οποτε το καθεστώς απέκτησε την ευκαιρία να ταυτίσει την επιβίωσή του με την επιβίωση του έθνους.
Βέβαια η σύνθετη και βαθιάς πολιτισμικής παράδοσης ιρανική κοινωνία παραμένει διαιρεμένη και καμία ανάλυση δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι όλοι οι πολίτες σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Η πολιτική του Τραμπ κατάφερε όμως να προσφέρει ισχυρούς λόγους δυσπιστίας προς τις ΗΠΑ και στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Οι μεν θεωρούν την Αμερική τον απόλυτο εχθρό της πατρίδας τους. Οι δε τη θεωρούν μια κυνική δύναμη που εργαλειοποιεί τις προσδοκίες τους και μετά τους εγκαταλείπει. Και φτάσαμε πλέον στο σκηνικό της κηδείας του Χαμενεϊ να μετατρέπεται σε μαζική διαδήλωση εκατομμυρίων Ιρανών, που φώναζαν αντιδυτικά συνθήματα, και υπόσχονταν “εκδίκηση”.

Τελικά αυτό είναι το μεγαλύτερο στρατηγικό δώρο που μπορούσε να λάβει η νέα ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μπορεί πλέον να λέει στους Ιρανούς ότι η Δύση ενδιαφέρεται για το πετρέλαιο, τα πυρηνικά, το Ορμούζ και την περιφερειακή ισορροπία. Η τύχη των ίδιων των Ιρανών βρίσκεται πάντοτε τελευταία στον κατάλογο και κανείς “ξένος” δεν μπορεί να την εγγυηθεί, πόσο μάλλον να του δείξει κανείς εμπιστοσύνη.