Η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ επέλεξε τις εταιρείες General Atomics και Anduril για την κατασκευή των πρώτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ως συνεργατικών μαχητικών (CCA -Collaborative Combat Aircraft), γνωστών και ως «loyal wingman», τα οποία θα επιχειρούν σε συνεργασία με επανδρωμένα μαχητικά όπως το F-35 και το F-47.
Η απόφαση αποτελεί σημαντικό ορόσημο για το πρόγραμμα, το οποίο στοχεύει στην ανάπτυξη περισσότερων από 150 αεροσκαφών μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Τα δύο επιλεγμένα σχέδια βασίζονται στα πρωτότυπα YFQ-42A της General Atomics και YFQ-44A της Anduril, τα οποία έχουν ήδη υποβληθεί σε δοκιμές και βελτιώσεις από το 2024.
Παρότι η Αμερικανική Αεροπορία δεν αποκάλυψε το συνολικό κόστος ή τον αριθμό αεροσκαφών που θα παραγγελθούν στην πρώτη φάση παραγωγής, αξιωματούχοι ανέφεραν ότι ο στόχος για κόστος περίπου στο ένα τρίτο ενός F-35 επιτυγχάνεται. Αυτό σημαίνει ότι κάθε CCA εκτιμάται πως θα κοστίζει λιγότερο από 30 εκατομμύρια δολάρια, αφού τα F-35 της παρτίδας παραγωγής Lot 17 κοστολογούνται κατά μέσο όρο στα 82,7 εκατομμύρια δολάρια. Για το οικονομικό έτος 2027 προβλέπονται περίπου 1,4 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη και σχεδόν 1 δισ. δολάρια για την προμήθεια των νέων αεροσκαφών.
Τα CCA της πρώτης γενιάς θα έχουν κύρια αποστολή την αεροπορική υπεροχή, με ακτίνα μάχης περίπου 700 ναυτικών μιλίων, ενώ θα μπορούν να συνοδεύουν επανδρωμένα μαχητικά, να μεταφέρουν οπλισμό και να εκτελούν επικίνδυνες αποστολές χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο πιλότους.
Παράλληλα, η USAF συνεχίζει τον ξεχωριστό διαγωνισμό για το λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης και αυτονομίας που θα ελέγχει τα αεροσκάφη. Σε αυτόν, οι Anduril, Shield AI και Collins Aerospace προκρίθηκαν στην επόμενη φάση, με τον τελικό ανάδοχο να αναμένεται να επιλεγεί το καλοκαίρι του 2027.
Το πρόγραμμα CCA θεωρείται κομβικό για τη μελλοντική δομή της αμερικανικής αεροπορικής ισχύος, καθώς θα επιτρέψει την ανάπτυξη μεγάλου αριθμού σχετικά χαμηλού κόστους μη επανδρωμένων αεροσκαφών που θα συνεργάζονται με τα προηγμένα μαχητικά πέμπτης και έκτης γενιάς.