Το Βρετανικό Ναυτικό εξετάζει τη ριζική αναμόρφωση της δομής του, με επίκεντρο το όραμα για ένα «στόλο 1.000 πλοίων». Το οποίο βέβαια θα συμβεί με μαζική παραγωγή από μη επανδρωμένα συστήματα επιφανείας και υποβρύχια drones.
Τη θέση αυτή παρουσίασε ο υπουργός Αμυντικής Ετοιμότητας και Βιομηχανίας, Luke Pollard, που χαρακτήρισε τη μετάβαση ως τη σημαντικότερη αλλαγή στην ιστορία του Βασιλικού Ναυτικού εδώ και πέντε αιώνες, υποστηρίζοντας ότι τα αυτόνομα συστήματα προσφέρουν αυξημένη παρουσία, αποτρεπτική ισχύ και επιχειρησιακή ευελιξία χωρίς τους περιορισμούς επάνδρωσης και κόστους των συμβατικών μονάδων.
Η βρετανική προσέγγιση επηρεάζεται άμεσα από τα διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία, όπου μη επανδρωμένα θαλάσσια και εναέρια συστήματα επέφεραν σοβαρά πλήγματα στον ρωσικό στόλο της Μαύρης Θάλασσας. Ο Pollard δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «αν κάτι δεν λειτουργεί στην Ουκρανία, δεν θέλω να το αγοράσω», σηματοδοτώντας μια νέα φιλοσοφία προμηθειών με έμφαση στην πολεμική αποδεδειγμένη δράση και όχι σε θεωρητικές δυνατότητες.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα συμπεράσματα από τη Μαύρη Θάλασσα δεν μπορούν να εφαρμοστούν αυτούσια στο περιβάλλον του Βόρειου Ατλαντικού. Οι αποστολές του βρετανικού ναυτικού —ανθυποβρυχιακός πόλεμος, συνοδεία αεροπλανοφόρων, στρατηγική αποτροπή και επιχειρήσεις ανοικτών νερών— εξακολουθούν να απαιτούν φρεγάτες, αντιτορπιλικά και πυρηνοκίνητα υποβρύχια με μεγάλη αυτονομία, ισχυρό οπλισμό και δυνατότητες διοίκησης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο πρόγραμμα DragonFire, το οποίο φιλοδοξεί να αλλάξει την οικονομία της αεράμυνας στόλου μέσω όπλων laser, χαμηλού κόστους ανά βολή. Παρά τις σημαντικές προοπτικές, το πρόγραμμα έχει ήδη κοστίσει πάνω από 416 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας.
Βέβαια, παρά τον ενθουσιασμό της πολιτικής ηγεσίας, παραμένει ασαφές πώς θα χρηματοδοτηθεί μια τόσο ριζική εξέλιξη, καθώς το κρίσιμο “Επενδυτικό Σχέδιο Άμυνας” για τα επόμενα έτη, δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί.