Με τη σύγκρουση Ρωσίας και Ουκρανίας να ξεπερνά πλέον τις 1.500 μέρες, η κόπωση και οι ελλείψεις σε μάχιμο προσωπικό έχουν γίνει πλέον παραπάνω από αισθητές και στα δύο στρατόπεδα. Πλέον ο πόλεμος είναι παρατεταμένης στρατηγικής φθοράς, όπου κρίσιμος παράγοντας δεν είναι μόνο η παραγωγή όπλων ή η ξένη βοήθεια, αλλά κυρίως η δυνατότητα αναπλήρωσης προσωπικού. Τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία αντιμετωπίζουν ολοένα σοβαρότερες δυσκολίες στρατολόγησης και διατήρησης μάχιμων δυνάμεων, αν και με διαφορετικά χαρακτηριστικά και πολιτικοστρατιωτικές επιπτώσεις.

Ουκρανία: Μάζεμα από τους δρόμους
Στην ουκρανική περίπτωση, η κρίση ανθρώπινου δυναμικού δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δημογραφική ανεπάρκεια. Παρά τις σημαντικές απώλειες, τη μετανάστευση, την προσφυγιά στο εξωτερικό και τις εξαιρέσεις από την υπηρεσία που αφορούν εκατομμύρια πολίτες που εργάζονται σε γεωργία, βιομηχανία και υπηρεσίες, η χώρα, που έχει κηρύξει γενική επιστράτευση από τα 26 ως τα 60 έτη, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό αριθμό στρατεύσιμων. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη δυσκολία μετατροπής αυτού του δυναμικού σε επαρκώς εκπαιδευμένο και πρόθυμο στρατιωτικό προσωπικό υπό συνθήκες μακροχρόνιας πολεμικής φθοράς.

Μετά την ολοκλήρωση της ουκρανικής αντεπίθεσης του 2023, η εθελοντική προσέλευση μειώθηκε σταδιακά αν και παραμένει το ρεύμα κατατάξεων πρόθυμων για πόλεμο. Η ανάγκη όμως κάλυψης των μεγάλων απωλειών οδήγησε σε πιο επιθετικές πρακτικές επιστράτευσης, οι οποίες συχνά προκάλεσαν κοινωνικές αντιδράσεις. Ομάδες στρατολογίας (μικτά αποσπάσματα στρατού και αστυνομίας) επιλέγουν συχνά να επιχειρούν σε σημεία που αναμένονται συγκεντρώσεις νέων ανδρών (συναυλίες, νυχτερινά κέντρα, σταθμοί τραίνων, ακόμα και γάμων) ελέγχοντας τα χαρτιά στρατολογικής κατάστασης.

Ιδιαίτερη πρακτική έχει καταλήξει να αποτελεί πλέον η λεγόμενη «μπουσιφικάτσιγια» ή “λεωφορειολόγηση” (λεωφορείο+στρατολόγηση), δηλαδή η σύλληψη ανδρών στρατεύσιμης ηλικίας στους δρόμους και η μεταφορά τους με τη χρήση μικρών λεωφορείων σε κέντρα κατάταξης, πρακτική που έχει πλήξει σοβαρά τη δημόσια εικόνα του συστήματος επιστράτευσης και έχει ενισχύσει τη ρωσική προπαγάνδα. Να εξηγήσουμε εδώ πως η “περισυλλογή” αυτή αφορά πολίτες που είναι υποχρεωμένοι να παρουσιαστούν και να καταταγούν λόγω γενικής επιστράτευσης, αλλά το έχουν αποφύγει. Έτσι εφαρμόζεται μέν η νομιμότητα αλλά με τρόπο που συναντά κοινωνικές αντιδράσεις που φθάνουν και σε δολοφονικές επιθέσεις στους στρατολόγους.
Παράλληλα, αυξάνονται τα περιστατικά απουσίας άνευ αδείας (αδικαιολογήτως απόντες) και λιποταξιών, καθώς πολλοί Ουκρανοί στρατιώτες έχουν εξαντληθεί και καταρρεύσει ύστερα από χρόνια συνεχούς μάχης, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα αποστράτευσης ή επαρκείς κύκλους αναπλήρωσης.
Επένδυση σε μη επανδρωμένα συστήματα
Το Κίεβο επενδύει ολοένα περισσότερο σε drones, μη επανδρωμένα συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και αποκεντρωμένες τακτικές μάχης, επιδιώκοντας να μειώσει την ανάγκη για μεγάλες μάζες πεζικού. Στρατιωτικές μονάδες όπως οι Khartiia, Nemesis και Achilles έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη φήμη λόγω της χρήσης προηγμένων UAV, ρομποτικών συστημάτων και ευέλικτων επιχειρησιακών δογμάτων, επιτυγχάνοντας υψηλή αποτελεσματικότητα με μικρότερη έκθεση προσωπικού.

Σε ότι αφορά την προσέλευση ξένων για να πολεμήσουν δίπλα στους Ουκρανούς αυτό έχει ατονήσει. Τον πρώτο χρόνο της εισβολής, το 2022, είχε παρατηρηθεί διεθνές ρεύμα από πολλές χώρες, αλλά στη συνέχεια οι περισσότεροι αποχώρησαν. Οι λόγοι ήταν πολλοί, από την επικινδυνότητα των επιχειρήσεων, την κακή οργάνωση που αντιμετώπισαν, την δυσκολία επικοινωνίας με τους Ουκρανούς, την αίσθηση πως αντιμετωπίζονται ως “β’ κατηγορίας” από κάποιους διοικητές, όπως βέβαια και τη διάψευση των όποιων αφελών-ρομαντικών από την κτηνωδία του πολέμου.
Οι Ουκρανοί από πέρυσι έχουν κι αυτοί ξεκινήσει να δέχονται για κατάταξη φυλακισμένους -αλλά όχι για βαριά εγκλήματα- με δέσμευση για απονομή χάριτος για το υπόλοιπο της ποινής, μετά την υπηρεσία στο μέτωπο. Δεν είναι σαφές όμως πόσοι έχουν ανταποκριθεί στο μέτρο.
Ρωσία: όλοι οι καλοί χωράνε
Στη ρωσική πλευρά, το πρόβλημα εκδηλώνεται διαφορετικά. Η Μόσχα εξακολουθεί να διαθέτει σαφώς μεγαλύτερες πληθυσμιακές δεξαμενές άντλησης υποψηφίων, ωστόσο αντιμετωπίζει αυξανόμενη δυσκολία αναπλήρωσης των απωλειών χωρίς να προχωρήσει σε νέα επιστράτευση (η οποία έγινε μια φορά στο τέλος του 2022 καθώς έπρεπε να καλυφθούν τα κενά που είχε δημιουργήσει η πρώτη φάση επιχειρήσεων), η οποία θεωρείται πολιτικά επικίνδυνη για το Κρεμλίνο.
Ο Ρωσικός στρατός, εδώ και είκοσι περίπου χρόνια έχει δώσει προτεραιότητα στη στρατολόγηση επαγγελματιών στρατιωτών («κοντρακτνίκι») για την στελέχωση των μονάδων του ενώ διατηρεί και το σύστημα της υποχρεωτικής στράτευσης 12 μηνών για τους νέους (όπου καλούνται επιλεκτικά κάθε χρόνο για θητεία κάποιοι, χωρίς όμως να επιτρέπεται η μεταφορά τους στο μέτωπο της Ουκρανίας, πάλι για να μην προκληθούν κοινωνικές αντιδράσεις).
Έτσι οι μάχιμες μονάδες στην Ουκρανία είναι επαγγελματίες, οπότε εδώ κρίσιμο στοιχείο είναι η αναπλήρωση των απωλειών – που είναι πολύ μεγάλες, με εκτίμηση σε κάπου 30.000 το μήνα (νεκροί και τραυματίες) – από νεοεισερχόμενους με συμβόλαιο αορίστου χρόνου. Ήδη βέβαια όσοι υπηρετούν με συμβόλαιο λίγων ετών, έχουν δει αυτό να παρατείνεται επ΄ αόριστο, κάτι που έχει αυξήσει τη δυσφορία τους και με πολλές αντιδράσεις, ανάμεσα τους και πολλά φαινόμενα λιποταξίας.

Εδώ η προσέγγιση είναι πολλών επιπέδων. Εκτός από τα υψηλά οικονομικά κίνητρα με μηνιαίο αρχικό μισθό γύρω στα 2.000 δολάρια (πολύ υψηλό για τα οικονομικά ασθένεστερα στρώματα της επαρχίας), και τα υψηλά bonus κατάταξης αλλά και τις εξτρά αμοιβές για υπηρεσία στο μέτωπο, αξιοποιούνται χιλιάδες κρατούμενοι (ανάμεσα τους και βαρυποινίτες για φόνους, βιασμούς κ.ο.κ.) οι οποίοι στα πρώτα χρόνια κατατάσσονταν μαζικά στην οργάνωση Wagner, που είχε πάρει την σχετική άδεια στρατολόγησης ποινικών. Πλέον η πρακτική συνεχίζεται από τον τακτικό στρατό. Ενώ πολλές είναι οι αναφορές πως κατηγορούμενοι για διάφορα εγκλήματα, πιέζονται από τις αρχές στο στάδιο της ανάκρισης για να καταταγούν, ώστε να αποφύγουν το δικαστήριο και την πιθανή καταδίκη.
Άλλη πηγή είναι οι μετανάστες, όπως και οι ξένοι υπήκοοι-μισθοφόροι, κυρίως από την Κεντρική Ασία, την Αφρική και άλλες περιοχές του Global South (αναπτυσσόμενες χώρες του Νοτίου Ημισφαιρίου). Σύμφωνα με ουκρανικές και ευρωπαϊκές πηγές, πολλές από αυτές τις στρατολογήσεις πραγματοποιούνται μεταξύ εποχιακά εργαζομένων ή και τουριστών, μέσω ενός συνδυασμού εξαπάτησης, πιέσεων και υποσχέσεων για απονομή ρωσικής υπηκοότητας.
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν ήδη παρουσιαστεί στοιχεία που συνδέουν αυτές τις πρακτικές με φαινόμενα εμπορίας ανθρώπων και καταναγκαστικής στρατολόγησης. Σε χώρες της Αφρικής ιδιαίτερα, υπάρχει πλέον αναζήτηση νέων που ταξίδεψαν στην Ρωσία με υποσχέσεις χρημάτων και προνομίων, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία για το που βρίσκονται τώρα.
Ακόμη έχει αυξήθει το εύρος των κριτηρίων στρατολόγησης Ρώσων πολιτών, για να περιλαμβάνουν άτομα χωρίς ανώτατο όριο ηλικίας, βαθμό αναπηρίας ή οικογενειακή κατάσταση.

Τελικά, και οι δύο πλευρές βρίσκονται αντιμέτωπες με το ίδιο στρατηγικό πρόβλημα: τη διατήρηση επαρκούς και αποτελεσματικού ανθρώπινου δυναμικού σε έναν πόλεμο μακράς διάρκειας. Το αποτέλεσμα είναι ένας πόλεμος, όπου η αντοχή κοινωνιών, οικονομιών και στρατών καθίσταται πλέον καθοριστικότερη ακόμη και από τις εξελίξεις στο ίδιο το πεδίο μάχης.