Καθώς η νέα θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, μπήκε στο δεύτερο έτος της, είναι φανερό πως η Ουάσιγκτον επιταχύνει την αποδέσμευσή της από την ευρωπαϊκή άμυνα και τις σχετικές ιστορικές της δεσμεύσεις εντός ΝΑΤΟ. Έτσι στις αρχές Μαΐου 2026, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε την σταδιακή απόσυρση περίπου 5.000 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία – με τιμωρητική διάθεση γιατί δεν βρήκε στήριξη από την Ευρώπη στην επίθεση κατά του Ιράν- και την ακύρωση της ανάπτυξης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Tomahawk σε γερμανικό έδαφος.

Οι κινήσεις αυτές, σε συνδυασμό με την εκπνοή της Συνθήκης New START το Φεβρουάριο του 2026 (μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας που προέβλεπε τον περιορισμό των δύο πυρηνικών οπλοστασίων σε 1.550 πυρηνικές κεφαλές έτοιμες για χρήση), έχουν πυροδοτήσει έντονη ανησυχία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Καθώς η αξιοπιστία της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας -που επί δεκαετίες αποτελούσε τον πυρήνα της νατοϊκής στρατηγικής, δηλαδή πως η Ουάσιγκτον σε περίπτωση διεθνούς κρίσης και σύρραξης που θα αφορούσε τις χώρες του ΝΑΤΟ, θα παρείχε το μεγαλύτερο “βάρος” της χρήσης πυρηνικών όπλων για αποτροπή – φαίνεται όλο και πιο ασταθής.

Την ίδια στιγμή, η ρωσική πυρηνική απειλή εντείνεται. Η Μόσχα έχει ήδη αναπτύξει συστήματα βαλλιστικών πυραύλων ενδιάμεσου βεληνεκούς, Oreshnik, στη Λευκορωσία, ενώ συνεχίζει τις αναβαθμίσεις πυρηνικών υποδομών στο Καλίνινγκραντ, δίπλα σε Πολωνία και Λιθουανία. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν χρησιμοποιεί τα πυρηνικά ως εργαλείο εκβιασμού, και με μια ρητορική που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η οποία επαναλαμβάνεται συνεχώς, επιθετικά και από “κύκλους” γύρω από τον Πούτιν, όσο και από τα κρατικά και κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης της Ρωσίας.

Σε αυτό το κλίμα, έστω και πολύ απρόθυμα υπάρχει για πρώτη φορά μια υπόκωφη συζήτηση σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες για την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Παρότι το ηθικό και ιστορικό ταμπού παραμένει ισχυρό –ιδιαίτερα στη Γερμανία–, η τεχνική ικανότητα υπάρχει σε πολλές χώρες. Η Γερμανία διαθέτει προηγμένη πυρηνική τεχνογνωσία και απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου, ενώ η Σουηδία είχε παλαιότερα πρόγραμμα πυρηνικών. Η Πολωνία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και το Βέλγιο διαθέτουν εμπειρία πυρηνικής ενέργειας, όπως και αεροδιαστημικές υποδομές. Οπότε το εμπόδιο δεν είναι τεχνολογίας, αλλά κυρίως γεωπολιτικό, εγχώριας πολιτικής αντίληψης και βέβαια κοινωνικό.

Εικόνα από Grok, μια Ευρώπη σε πυρηνικό πόλεμο…

Στο τελευταίο οι αντιδράσεις δεν θα είναι λίγες. Πολύ μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος της Ευρώπης, κυρίως από το κέντρο έως τα αριστερά αλλά και αρκετά στα δεξιά, έχει δομικό στοιχείο των οργανωμένων μορφών του – από κόμματα έως την κοινωνία των πολιτών, τα φόρουμ διαλόγου κ.λπ.- την αποπυρηνικοποίηση και την αποφυγή τέτοιων όπλων ως μέσων αποτροπής. Οι θέσεις αυτές είναι και ιδεολογικά κατοχυρωμένες, αλλά προέρχονται και από ιστορικές/θεσμικές μνήμες των μεγάλων καταστροφικών πολέμων της ευρωπαϊκής ηπείρου, όπως και του διαρκούς ψυχροπολεμικού τρόμου, όπου η διάχυση των αμερικανικών πυρηνικών όπλων στο ευρωπαϊκό έδαφος ήταν δεδομένη (ανάμεσα τους και η Ελλάδα, με παλαιότερα εδώ αποθήκευση τους) και το ίδιο συνέβαινε με τα σοβιετικά πυρηνικά στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Πέρα από τα παραπάνω υπάρχει και το διεθνές νομικό πλέγμα και οι ακόλουθες επιπτώσεις διεθνούς κύρους. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες είναι συμβαλλόμενες στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του παγκόσμιου καθεστώτος μη διάδοσης από το 1970. Με 191 κράτη-μέλη, η συνθήκη απαγορεύει ρητά στα μη πυρηνικά κράτη να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, ενώ δεσμεύει τα πυρηνικά σε πορεία προς τον αφοπλισμό. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επανειλημμένα τονίσει –και κατά την 11η Διάσκεψη Αναθεώρησης της, που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Νέα Υόρκη, στον ΟΗΕ– ότι η πλήρης τήρηση και η καθολική εφαρμογή της NPT αποτελεί προτεραιότητά της. Μια ειδική, πόσο μάλλον μια μαζική παραβίαση από ευρωπαϊκά κράτη θα ήταν καταστροφική: όχι μόνο θα κατέρρεε το διεθνές καθεστώς μη διάδοσης, αλλά θα υπονόμευε και την ίδια την αξιοπιστία της ΕΕ ως υπερασπίστριας του πολυμερούς διεθνούς δικαίου. Η Ευρώπη, που πάντα προωθούσε τον έλεγχο των όπλων και τη διπλωματία, θα έβρισκε τον εαυτό της απομονωμένο και υπεύθυνο για μια πιθανή αλυσιδωτή αντίδραση πυρηνικού εξοπλισμού παγκοσμίως.

Πάντως στο κενό ασφαλείας που δημιουργείται, η Γαλλία επιχειρεί να δώσει απάντηση. Στις 2 Μαρτίου 2026, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε την αύξηση του γαλλικού πυρηνικού οπλοστασίου και τη νέα δομή «προωθημένης αποτροπής» (dissuasion avancée). Η Γαλλία διαθέτει ήδη περίπου 290 πυρηνικές κεφαλές –το τέταρτο μεγαλύτερο οπλοστάσιο παγκοσμίως–, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί περίπου 225. Έτσι οκτώ ευρωπαϊκές χώρες –Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Πολωνία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ελλάδα, Σουηδία και Δανία– προσκλήθηκαν σε κοινές ασκήσεις, φιλοξενία γαλλικών αεροσκαφών ικανών για μεταφορά πυρηνικών όπλων και στενότερη συνεργασία. Ο Μακρόν τόνισε όμως ότι η γαλλική προστασία -όπου βέβαια ο έλεγχος των πυρηνικών παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα του Παρισιού- δεν αντικαθιστά την αμερικανική ομπρέλα, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως «εφεδρικό δίχτυ ασφαλείας».

Γαλλικός κινητός εκτοξευτής τακτικού βαλλιστικού πυραύλου με πυρηνική κεφαλή, AMX-30 Pluton. Αυτά τα συστήματα υπηρέτησαν για μια περίπου 20ετια στις γαλλικές Ένοπλες Δυνάμεις, με φορτίο κεφαλή 25 κιλοτόνων, και αποσύρθηκαν το 1993.

Επίσης, μια ευρωπαϊκή “πυρηνική” εξέλιξη θα επέτρεπε και στην Ρωσία να αναπτύξει χωρίς κανένα πλεόν θεσμικό ανάχωμα (έστω για λόγους προβολής εικόνας φιλειρηνικής αντίληψης), ακόμη περισσότερα πυρηνικά όπλα στην περιφέρεια της, πιέζοντας ανάλογα φιλικές της χώρες, κυρίως στην Κεντρική Ασία.

Έτσι οι Ευρωπαίοι βρίσκονται πλέον σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Βλέπουν ως σοβαρή πλέον την πιθανότητα η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα εντός ΝΑΤΟ να μην τους καλύπτει με στιβαρές θεσμικές εγγυήσεις. Ή έστω αυτή να υφίσταται, αλλά με πολλαπλές ερμηνείες και ανά περίπτωση, που θα αλλάζει ανάλογα την τρέχουσα πολιτική ισορροπία, ή ακόμη και τη διάθεση ενός ευμετάβλητου προέδρου, τύπου Τραμπ. Ο οποίος, στην ασυδοσία και αστάθεια του, εμφανίζεται ως καταλύτης ιστορικών αντιλήψεων περί αφοπλισμού των “εργαλείων” μαζικής καταστροφής.

Από την άλλη, αν ευρωπαϊκές χώρες αναζητήσουν πυρηνικά όπλα, θα πυροδοτήσουν ένα νέο παγκόσμιο γύρο τέτοιων εξοπλισμών, αλλά αυτή τη φορά με πάρα πολλούς μετέχοντες (ποιος πλέον, σε Ασία και Μέση Ανατολή καταρχάς, θα μείνει εκτός μιας τέτοιας κούρσας;), ενώ δεν είναι καθόλου δεδομένο πως μια τέτοια κίνηση δεν θα προκαλέσει απότομη και πιθανά βίαιη ρωσική αντίδραση. Την ίδια στιγμή χωρίς πυρηνικά όπλα ως όπλο-επιχείρημα τελικής αποτροπής, ήδη, σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ξεκινήσει μια κούρσα μη πυρηνικών εξοπλισμών, η οποία όμως το αν θα παράξει αρκετή και πειστική ισχύ αναχαίτισης, είναι υπό συζήτηση.