Σε μια περίοδο δομικών ανακατατάξεων για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), κ. Τάσος Ροζολής, απηύθυνε ηχηρό μήνυμα για την ανάγκη θεσμικής θωράκισης και στρατηγικής αναβάθμισης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, κατά την έναρξη του DEFEA Conference 2026.

Ο κ. Ροζολής χαρακτήρισε το συνέδριο ως ένα αναγκαίο «reality check» για τον κλάδο, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση για την άμυνα έχει πλέον υπερβεί τα εθνικά σύνορα. Αναφερόμενος στην πρόταση για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση και στις τοποθετήσεις κορυφαίων αξιωματούχων, τόνισε ότι η ανάγκη επανεξοπλισμού της Ευρώπης δεν είναι συγκυριακή λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά μια μόνιμη δομική μεταβολή.

«Η Ευρώπη αλλάζει επίπεδο με εργαλεία όπως το EDIP και το SAFE, εστιάζοντας πλέον στην παραγωγή, την κλίμακα και την αυτάρκεια», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι ευκαιρίες θα αξιοποιηθούν μόνο από όσους είναι έτοιμοι να τις διεκδικήσουν θεσμικά και βιομηχανικά.

Η Δυναμική του ελληνικού οικοσυστήματος

Παρουσιάζοντας τα επιτεύγματα του ΣΕΚΠΥ, ο οποίος αριθμεί πλέον περισσότερες από 300 εταιρείες-μέλη, ο κ. Ροζολής στάθηκε ιδιαίτερα στις επιδόσεις του European Defence Fund (EDF) 2025. Η Ελλάδα κατέκτησε την 5η θέση στην Ευρώπη, με συμμετοχή σε 35 από τις 57 εγκεκριμένες δράσεις.

«Είναι απόδειξη ότι όταν λειτουργούμε σε πλαίσιο κανόνων, αποδίδουμε ανταγωνιστικά. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν είναι πλέον απλός εταίρος, αλλά συντονιστής σε σύνθετα πολυεθνικά σχήματα», υπογράμμισε.

Πρόταση για «Ευθεία Σύμπλευση» και κυβερνητική δομή

Παρά τις επιτυχίες, ο Πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ προειδοποίησε ενάντια στον εφησυχασμό, καταθέτοντας μια συγκεκριμένη πρόταση για Θεσμική Συνεννόηση μεταξύ Πολιτείας και Βιομηχανίας. Χαιρέτισε τη δημιουργία του ΕΛΚΑΚ ως ένα θετικό βήμα και εξήρε τη στάση της πολιτικής ηγεσίας για τον στόχο της εγχώριας συμμετοχής (25%) στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Ωστόσο, έθεσε ως επιτακτική ανάγκη:

  • Τη δημιουργία μιας διακριτής και μόνιμης Κυβερνητικής Δομής για την αμυντική βιομηχανία, που θα εξασφαλίζει συνέχεια ανεξαρτήτως πολιτικών αλλαγών.
  • Τη θεσμική κατοχύρωση του 25% εγχώριας συμμετοχής, ώστε να μην παραμείνει διακηρυκτική πρόθεση.
  • Την ουσιαστική και ρυθμισμένη ένταξη των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) στην συμμετοχή.

Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ: «Αυτή η ευκαιρία δεν δύναται να χαθεί. Απαιτείται να εργαστούμε να συνεργαστούμε και να διεκδικήσουμε αυτό που αναλογεί στη χώρα.

Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να συμμετέχει. Το πραγματικό διακύβευμα, όμως, βρίσκεται ένα επίπεδο ψηλότερα. Είναι αν θα συμμετέχει διαμορφώνοντας όρους και όχι απλώς ακολουθώντας τους.

Αν θα διαθέτει συνέχεια στον σχεδιασμό, συνοχή στην υλοποίηση και στρατηγική βούληση που υπερβαίνει τη συγκυρία. Διότι, σε αυτή τη φάση, η άμυνα δεν είναι μόνο ζήτημα δυνατοτήτων.Είναι ζήτημα θέσης στον καταμερισμό ισχύος».

Το Παράδειγμα της Κύπρου και το Μήνυμα για το Μέλλον

Παρουσία του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο κ. Ροζολής εξήρε το παράδειγμα της Κύπρου και τη συγκρότηση του Κυπριακού Συμβουλίου Αμυντικής Βιομηχανίας, χαρακτηρίζοντάς το ως πρότυπο πολιτικής βούλησης.

Κλείνοντας την ομιλία του, ο Πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ κάλεσε τα κέντρα λήψης αποφάσεων σε Αθήνα και Βρυξέλλες σε μια ειλικρινή σύμπραξη: «Η άμυνα δεν είναι μόνο δαπάνη, είναι βιομηχανική πολιτική και εργαλείο εθνικής ισχύος. Ισχυρή αμυντική βιομηχανία σημαίνει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ισχυρή Ελλάδα, ισχυρή Ευρώπη».

Ακολουθεί όλη η ομιλία:

Αγαπητοί συνεργάτες και προσκεκλημένοι, είναι ιδιαίτερη τιμή να βρίσκομαι  μαζί σας σε ένα περιβάλλον που συγκεντρώνει, με τόσο σαφή τρόπο, το σύνολο των συντελεστών που διαμορφώνουν την εθνική και ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας.

Το DEFEA Conference 2026 έρχεται σε συνέχεια της περσινής επιτυχημένης έκθεσης DEFEA και αποτελεί ένα κορυφαίο σημείο συνδιαλλαγής απόψεων, και ταυτόχρονα, ένα αναγκαίο reality check.

Για το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κρίσιμο και ιδιαίτερο κλάδο της άμυνας, και, κυρίως, για το αν έχουμε αποφασίσει για το που θέλουμε να φτάσουμε ως χώρα και ένωση. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, αξίζει να δούμε και τη μεγάλη εικόνα. Διότι η συζήτηση δεν είναι μόνο εθνική. Είναι βαθιά ευρωπαϊκή.

Η πρόταση του Andrius Kubilius για τη διαμόρφωση μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης μέσω μιας νέας διακυβερνητικής συνθήκης, έρχεται να θέσει με σαφήνεια το ερώτημα της φιλοδοξίας σε επίπεδο ηπείρου.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που επιχειρεί να υπερβεί τον κατακερματισμό και να κινηθεί προς ένα πιο συνεκτικό και λειτουργικό πλαίσιο άμυνας. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη βιομηχανία, καθώς δημιουργεί προοπτικές για ευρύτερες συνεργασίες, κοινό σχεδιασμό και μεγαλύτερη ευθυγράμμιση επενδύσεων. Η παρουσία του Επιτρόπου σήμερα εδώ προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συζήτηση. Και μας δίνει την ευκαιρία να συνδέσουμε τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες με τις εθνικές μας επιλογές.

Και επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι η τοποθέτηση του Camille Grand, Γενικού Γραμματέα του ASD, ότι «η ανάγκη επανεξοπλισμού της Ευρώπης δεν θα εξαφανιστεί ακόμη και μετά το ενδεχόμενο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία», έρχεται πολύ εύστοχα να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτή τη συζήτηση. Ότι δηλαδή δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια συγκυριακή πρόκληση, αλλά σε μια δομική μεταβολή του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφάλειας.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να κάνω μια σύντομη παρένθεση. Στο πού βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα και, κυρίως, στο πώς συνεισφέρει ήδη η ελληνική αμυντική βιομηχανία στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα άμυνας. Βρίσκομαι σήμερα εδώ υπό την ιδιότητά μου ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΕΚΠΥ, ενός φορέα που αριθμεί περισσότερα από 300 εταιρείες μέλη και αποτυπώνει στην πράξη το εύρος, το βάθος και τις δυνατότητες του εγχώριου οικοσυστήματος.

Ένα οικοσύστημα που περιλαμβάνει από δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, έως ώριμους βιομηχανικούς παίκτες με διεθνή παρουσία, και απασχολεί χιλιάδες εξειδικευμένα στελέχη. Και ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα, έχει ιδιαίτερη αξία να δούμε τα αποτελέσματα του European Defence Fund για το 2025.

Στα αποτελέσματα των προσκλήσεων του EDF 2025, ελληνικοί φορείς συμμετέχουν σε 35 από τις 57 εγκεκριμένες δράσεις του προγράμματος εργασίας. Η διατήρηση της 5ης θέσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συμμετοχή σε 35 έργα και η παρουσία σε ρόλους συντονισμού αποτυπώνουν μια ώριμη πλέον πραγματικότητα, όχι συγκυριακή, αλλά δομική.

Είναι απόδειξη ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία και το ευρύτερο οικοσύστημα έρευνας και τεχνολογίας έχουν αποκτήσει ευρωπαϊκή παρουσία, τεχνογνωσία, εξωστρέφεια και ικανότητα συμμετοχής, όχι πλέον μόνο ως εταίροι, αλλά και ως συντονιστές σε σύνθετα πολυεθνικά σχήματα.

Είναι απόδειξη: ότι όταν λειτουργούμε σε πλαίσιο κανόνων, αποδίδουμε – και αποδίδουμε ανταγωνιστικά.

Θα ήταν, ίσως, εύκολο να μείνουμε σε αυτό, να καταγράψουμε την επιτυχία και να συνεχίσουμε ως έχει. Αλλά αυτό θα ήταν, κάπως βολικό. Και η συγκυρία δεν επιτρέπει «βολικές αναγνώσεις», δεν επιτρέπει αποσπασματικές προσεγγίσεις, ούτε εφησυχασμό. Ακριβώς εδώ αρχίζει το επόμενο και δυσκολότερο κεφάλαιο. Γιατί η Ευρώπη έχει ήδη αλλάξει επίπεδο. Με εργαλεία όπως το European Defence Industrial Programme, με το SAFE, με την προοπτική των επόμενων φάσεων τους — ενός SAFE 2, ενός EDIP 2 — και με την ευρύτερη αρχιτεκτονική του European Competitiveness Fund, διαμορφώνει ένα νέο περιβάλλον.

Ένα περιβάλλον που δεν αφορά μόνο την καινοτομία. Αφορά την παραγωγή. Την κλίμακα. Την αυτάρκεια. Αφορά τη μετάβαση από τη συμμετοχή στην υλοποίηση. Και εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική, αυτή που συχνά περιγράφεται ως ReArm Europe, μια λογική που επανατοποθετεί τη βιομηχανική διάσταση της άμυνας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, οι ευκαιρίες δεν θα επαναλαμβάνονται επ’ άπειρον. Θα τις αξιοποιήσουν εκείνοι που είναι έτοιμοι να τις διεκδικήσουν θεσμικά, επιχειρησιακά και βιομηχανικά. Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα, παρουσία του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, να τονίσω το θετικό παράδειγμα της Κύπρου. Η Κύπρος, μέσα από τις πρόσφατες κινήσεις της στον τομέα του SAFE και μέσω της συγκρότησης του Κυπριακού Συμβουλίου Αμυντικής Βιομηχανίας (ΚΣΑΒ), έκανε μία Εθνική Πολιτική Επιλογή, που δύσκολα περνά απαρατήρητη.

Οι επιτυχείς κινήσεις στον τομέα του SAFE, σε συνδυασμό με τη συγκρότηση θεσμικού πλαισίου συνεργασίας κράτους και αμυντικής βιομηχανίας, δείχνουν τι μπορεί να επιτευχθεί όταν υπάρχει σαφής στρατηγική και πολιτική βούληση.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της τοποθέτησης που επιθυμώ να κάνω σήμερα. Πρόκειται για μια πρόταση για Ευθεία Σύμπλευση μεταξύ της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, και της Πολιτείας.

Μια Θεσμική Συνεννόηση που θα στηρίζεται σε μια κοινή παραδοχή: ότι η άμυνα δεν είναι μόνο δαπάνη. Είναι και βιομηχανική πολιτική. Και, κατ’ επέκταση, εργαλείο εθνικής ισχύος. Σε αυτό το πλαίσιο, οφείλουμε, αρχικά, να αναγνωρίσουμε τις θετικές πρωτοβουλίες. Η δημιουργία του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα. Κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ενισχύει την καινοτομία. Εισάγει μια νέα κουλτούρα συνεργασίας σε ένα σημαντικό κρίκο της αλυσίδας. Αλλά, κατά την άποψή μας, χρειάζονται επιπλέον κινήσεις. Διότι η καινοτομία χωρίς θεσμική βιομηχανική δομή δεν μετατρέπεται σε ισχύ. Για τον λόγο αυτό, η θέση του ΣΕΚΠΥ παραμένει σαφής: η χώρα χρειάζεται μια διακριτή, μόνιμη και λειτουργική Κυβερνητική Δομή για την αμυντική βιομηχανία.

Όχι ως διοικητική επιλογή, αλλά ως εργαλείο συνέχειας, συντονισμού και στρατηγικής με οριζόντια διασύνδεση με τα συναρμόδια υπουργεία και με σαφή αποστολή, αμετάβλητη σε πολιτικές εναλλαγές στην ηγεσία της χώρας. Η Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια περίοδο αυξημένων αμυντικών δαπανών, μέσω του Μακροπρόθεσμου Προγράμματος Αμυντικών Εξοπλισμών. Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι θα αποκτήσουμε. Αλλά τι θα παραχθεί εντός χώρας και τι θα επιστρέψει στην οικονομία. Τι θα μείνει ως βιομηχανική παρακαταθήκη. Η συζήτηση για την εγχώρια συμμετοχή — το γνωστό 25% — είναι γνωστή.

Κυρίες και κύριοι, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι, για πρώτη φορά με τέτοια σαφήνεια, η πολιτική ηγεσία θέτει στο επίκεντρο τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της χώρας. Η αναφορά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας σε έναν μεσοσταθμικό στόχο της τάξεως του 25%, αλλά και ακόμη σημαντικότερα, η ρητή παραδοχή ότι υπάρχουν επιμέρους τομείς όπου η εγχώρια βιομηχανία μπορεί να καλύψει έως και το 100% των αναγκών, συνιστούν ένα ουσιαστικό βήμα ωρίμανσης της εθνικής προσέγγισης.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο ώστε η ελληνική βιομηχανία να μην αντιμετωπίζεται συμπληρωματικά, αλλά ως οργανικό μέρος της αμυντικής ικανότητας της χώρας.

Αυτό το πλαίσιο, αυτή η στρατηγική σύγκλιση, είναι μια βάση πάνω στην οποία μπορούμε να χτίσουμε. Και ως ΣΕΚΠΥ, στεκόμαστε έτοιμοι να συμβάλουμε ώστε η κατεύθυνση αυτή να μετουσιωθεί σε μετρήσιμο αποτέλεσμα προς όφελος της εθνικής άμυνας, της οικονομίας και της τεχνολογικής αυτονομίας της χώρας.

Το ζητούμενο, πλέον, είναι η θεσμική της κατοχύρωση. Διότι χωρίς αυτήν, υπάρχει ορατός κίνδυνος να παραμείνει μια διακηρυκτική πρόθεση, χωρίς πρακτική εφαρμογή και, τελικά, χωρίς μετρήσιμο αποτύπωμα. Και σε αυτό το πλαίσιο, οφείλει να προβλεφθεί με σαφήνεια και η ουσιαστική συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), όχι ως συμπληρωματική παρουσία, αλλά ως δομικό στοιχείο της αλυσίδας αξίας, με ρυθμισμένο και εφαρμόσιμο τρόπο. Ένα παράθυρο που απαιτεί ετοιμότητα, ταχύτητα και θεσμική ωριμότητα. Και εδώ, επιτρέψτε μου μια απλή διατύπωση: Αυτή η ευκαιρία δεν δύναται να χαθεί. Απαιτείται να εργαστούμε να συνεργαστούμε και να διεκδικήσουμε αυτό που αναλογεί στη χώρα.

Κυρίες και κύριοι, η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι μπορεί να συμμετέχει. Το πραγματικό διακύβευμα, όμως, βρίσκεται ένα επίπεδο ψηλότερα. Είναι αν θα συμμετέχει διαμορφώνοντας όρους και όχι απλώς ακολουθώντας τους. Αν θα διαθέτει συνέχεια στον σχεδιασμό, συνοχή στην υλοποίηση και στρατηγική βούληση που υπερβαίνει τη συγκυρία. Διότι, σε αυτή τη φάση, η άμυνα δεν είναι μόνο ζήτημα δυνατοτήτων. Είναι ζήτημα θέσης στον καταμερισμό ισχύος. Και αυτή η θέση δεν αποδίδεται. Κατακτάται. Με συνέπεια, με επιλογές, με ευθύνη.

Σε αυτή τη βάση, καθίσταται σαφές ότι η μετάβαση από τη δυνατότητα στο αποτέλεσμα δεν είναι μονοδιάστατη. Αφορά τόσο την πολιτική ηγεσία σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το ζητούμενο είναι απλό: να κινηθούμε όλοι με κοινό προσανατολισμό και συνέπεια, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός πιο συνεκτικού, παραγωγικά ικανού και επιχειρησιακά έτοιμου ευρωπαϊκού αμυντικού οικοσυστήματος, στο επίπεδο και στο ύψος που αξίζει στους Ευρωπαίους πολίτες. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, καλώ ευθέως, με πλήρη καθαρότητα θέσης και χωρίς αμφισημίες, τα κέντρα λήψης αποφάσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, σε μια ειλικρινή και ουσιαστική σύμπραξη με σαφή προσανατολισμό την ενοποίηση στο ευρωπαϊκό αμυντικό βιομηχανικό οικοσύστημα, επιδιώκοντας συνειδητά ένα πλαίσιο συνεργασίας θετικού αθροίσματος, το οποίο δεν αναδιανέμει απλώς αξία, αλλά τη μεγεθύνει προς όφελος όλων. Ισχυρή αμυντική βιομηχανία σημαίνει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ισχυρή Ελλάδα, ισχυρή Ευρώπη.