Τον Μάρτιο του 2022, ένα Boeing 737‑800, που εκτελούσε την Πτήση MU5735 της China Eastern Airlines, συνετρίβη στη νότια Κίνα σκοτώνοντας και τους 132 επιβαίνοντες.
Για όλο αυτό το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, πέραν ενός αρχικό, προκαταρκτικού πορίσματος που έδινε μια περιγραφή και μόνο του πολύνεκρου περιστατικού, οι πληροφορίες για τα αίτια του συμβάντος ήταν και παραμένουν ουσιαστικά ανύπαρκτες. Υπήρχε επίσης από την πρώτη στιγμή μια διάχυτη εντύπωση ότι οι κινεζικές αρχές απέφευγαν την ανάμιξη άλλων φορέων, αν και προβλέπεται, όπως η κατασκευάστρια εταιρία και η αμερικανική υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας FAA, όπως και η ομοσπονδιακή αρχή διερεύνησης των ΗΠΑ, NTSB.
Να θυμίσουμε ότι η μοιραία Πτήση MU5735 είχε απογειωθεί από το Κουνμίνγκ με προορισμό την Καντόνα στις 21 Μαρτίου 2022, μεταφέροντας 123 επιβάτες και εννέα μέλη πληρώματος. Περίπου μία ώρα μετά την απογείωση και ενώ βρισκόταν στη φάση που θα έπρεπε να ξεκινήσει τη διαδικασία για προσγείωση με σταδιακή μείωση του ύψους πτήσης για προσέγγιση, το αεροσκάφος εισήλθε σε απότομη, σχεδόν κατακόρυφη κάθοδο πριν συντριβεί σε ορεινή περιοχή της Γκουανγκσί.
Στις αρχές Μαΐου του 2026, διαρροές από έκθεση του αμερικανικού φορέα διερεύνησης αεροπορικών περιστατικών National Transportation Safety Board (NTSB) εγείρουν νέα ερωτήματα σχετικά με τα αίτια της τραγωδίας. Τα περισσότερα από αυτά εστιάζονται στο ενδεχόμενο το αεροσκάφος να υπέστη σκόπιμη διακοπή παροχής καυσίμου στους κινητήρες εν πτήσει. Αν επιβεβαιωθούν, οι αποκαλύψεις αυτές θα μπορούσαν να αναδιαμορφώσουν πλήρως την κατανόηση ενός από τα πλέον πολύνεκρά αεροπορικά συμβάντα στην Κίνα εδώ και δεκαετίες.
Σύμφωνα με κάποια αρχικά δεδομένα παρακολούθησης πτήσης η πτώση από περίπου 29.000 πόδια ήταν σχεδόν κάθετη βύθιση, με μια σύντομη οριζοντίωση πριν από νέα απότομη κάθοδο.

Ενώ οι αρχικές υποθέσεις επικεντρώνονταν σε πιθανή μηχανική βλάβη, τα νεότερα στοιχεία υποδεικνύουν ένα πολύ πιο ανησυχητικό σενάριο που ενδέχεται να περιλαμβάνει ανθρώπινη παρέμβαση. Εξ αρχής, το ασυνήθιστο προφίλ των τελευταίων λεπτών της Πτήσης MU5735 προκάλεσε συγκρίσεις με προηγούμενες σκόπιμες συντριβές, αν και οι ερευνητές αρχικά απέφυγαν να καταλήξουν σε τέτοια συμπεράσματα. Οι καταγραφείς CVR και FDR ανακτήθηκαν, αλλά τα πλήρη ευρήματα δεν δημοσιοποιήθηκαν.
Όλες οι σχετικές αναφορές για το συμβάν δεν έχουν ενδείξεις δομικής αστοχίας ή έκρηξης εν πτήσει. Το αεροσκάφος δεν είχε γνωστά τεχνικά προβλήματα πριν την αναχώρηση και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Αυτό περιόρισε τις πιθανές αιτίες, αφήνοντας ανοιχτό το λανθασμένου ενδεχόμενο χειρισμού από το πιλοτήριο ή σκόπιμης ενέργειας.
Οι πρόσφατες αναφορές, βασισμένες στη διαρροή της ανάλυσης του NTSB, υποστηρίζουν ότι και οι δύο κινητήρες του Boeing 737 ενδέχεται να είχαν απενεργοποιηθεί κατά την πτήση με διακοπή παροχής καυσίμου. Μια τέτοια κατάσταση πλήρους απώλειας ώσης και οδηγούσε σε απώλεια στήριξης και κατακόρυφη κάθοδο.
Περαιτέρω περιπλέκουν την υπόθεση οι κατηγορίες ότι οι κινεζικές αρχές ενδέχεται να απέκρυψαν κρίσιμα ευρήματα. Πολλά διεθνή ΜΜΕ έχουν αναφέρει υποψίες συγκάλυψης, με επικριτές να υποστηρίζουν ότι η έλλειψη διαφάνειας έχει τροφοδοτήσει τη δυσπιστία. Η απουσία τελικής έκθεσης τέσσερα χρόνια μετά το δυστύχημα θεωρείται εντελώς ασυνήθιστη με βάση τα διεθνή πρότυπα.
Οι συνέπειες μιας σκόπιμης συντριβής θα ήταν βαθιές. Αν επιβεβαιωθεί, η MU5735 θα εντασσόταν σε τραγικές περιπτώσεις όπως η περίπτωση της Germanwings 9525, στην οποία ο συγκυβερνήτης αφού κλείδωσε τον κυβερνήτη εκτός πιλοτηρίου, οδήγησε το αεροπλάνο σε βουνοπλαγιά. Μετά από τέτοια περιστατικά, τα πρωτόκολλα ασφαλείας έχουν ενισχυθεί παγκοσμίως, με αυστηρότερους κανόνες πρόσβασης στο πιλοτήριο και βελτιωμένους ψυχολογικούς ελέγχους των πληρωμάτων.