Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η αεροπορική σκέψη είχε αρχίσει να αναγνωρίζει ένα πρόβλημα που συνοδεύει την ιστορία των μαχητικών μέχρι σήμερα. Κάθε νέα γενιά γινόταν βαρύτερη, ακριβότερη και τεχνικά απαιτητικότερη από την προηγούμενη. Ο Βρετανός William E. W. Petter, ο σχεδιαστής που είχε ήδη συνδεθεί με το English Electric Canberra και το English Electric Lightning, θεώρησε αυτή την πορεία αδιέξοδη και πρότεινε μια ριζικά αντίθετη προσέγγιση. Ένα πολύ μικρό, γρήγορο και οικονομικό μαχητικό ημέρας, το οποίο θα μπορούσε να παραχθεί και να συντηρηθεί με περιορισμένους πόρους, χωρίς να χάσει την δυνατότητα της αεροπορικής μάχης. Από αυτή τη φιλοσοφία γεννήθηκε το Folland Gnat, ίσως η πιο καθαρή έκφραση της ιδέας του ελαφρού μαχητικού στη μεταπολεμική Δύση.

Πρόδρομος του προγράμματος ήταν το ακόμη μικρότερο Folland Midge, ένα ιδιωτικά χρηματοδοτημένο πειραματικό αεροσκάφος που πέταξε το 1954 και απέδειξε ότι ένα συμπαγές αεριωθούμενο, με σωστή αεροδυναμική και χαμηλό βάρος, μπορούσε να εμφανίσει εξαιρετική πτητική συμπεριφορά. Το Midge ήταν περισσότερο επίδειξη αεροναυπηγικής φιλοσοφίας παρά πλήρες πολεμικό αεροσκάφος, έδωσε όμως στον Petter το επιχείρημα που χρειαζόταν για να προχωρήσει στο Gnat.
Το νέο αεροσκάφος μεγάλωσε όσο ήταν απαραίτητο για να δεχθεί τον κινητήρα Bristol Siddeley Orpheus, με μεγαλύτερες εισαγωγές αέρα, εσωτερικό οπλισμό και πιο λειτουργική διάταξη συστημάτων. Η κατασκευάστρια εταιρεία, Folland (το 1963 την απορρόφησε η Hawker Siddeley), κινήθηκε χωρίς ιδιαίτερη κρατική προστασία, σε μια εποχή που η βρετανική αεροπορική βιομηχανία πιεζόταν προς συγχωνεύσεις και μεγάλους ομίλους, γεγονός που από μόνο του προδίκαζε δύσκολη πορεία για ένα τόσο ειδικό πρόγραμμα.

Όποιος έβλεπε για πρώτη φορά το Gnat δίπλα στα τυπικά μαχητικά της εποχής δυσκολευόταν να συνηθίσει το μέγεθος του. Το Gnat F.1 ήταν μονοκινητήριο, υποηχητικό έως οριακά διηχητικό αεροσκάφος, με οπισθοκλινή πτέρυγα, μήκος μόλις 8,7 μέτρα, εκπέτασμα 6,7 μέτρα και μέγιστο βάρος λίγο πάνω από τους τέσσερις τόνους. Ο Orpheus 701 απέδιδε περίπου 4.700 λίβρες ώσης, ενώ ο οπλισμός αποτελούνταν από δύο πυροβόλα Aden των 30 χιλιοστών, τοποθετημένα στα χείλη των εισαγωγών αέρα, και δύο εξωτερικούς φορείς για βόμβες ή ρουκέτες. Η μέγιστη ταχύτητα έφθανε περίπου τα 1.100 χιλιόμετρα την ώρα σε ύψος, η οροφή πλησίαζε τα 15.000 μέτρα και η ακτίνα δράσης παρέμενε ικανοποιητική (γύρω στα 400 χιλιόμετρα) μόνο όταν ο χειριστής διαχειριζόταν με προσοχή το λιγοστό καύσιμο που μεταφερόταν εσωτερικά.

Η μοναδικότητα του Gnat δεν προερχόταν από την απόλυτη ταχύτητα ή το φορτίο όπλων, αλλά από έναν ιδιαίτερο συνδυασμό αρετών. Η μικρή μετωπική επιφάνεια δυσκόλευε τον οπτικό εντοπισμό, η συμπαγής δομή το έκανε άμεσο στις εντολές, το χαμηλό βάρος του χάριζε επιτάχυνση δυσανάλογη της ονομαστικής ώσης και τα δύο πανίσχυρα Aden μπορούσαν να καταστρέψουν στόχο πολύ μεγαλύτερο από το ίδιο. Στην αντίθετη πλευρά, η εμμονή στο ελαφριό της κατασκευής, συνεπαγόταν περιορισμένο καύσιμο, στενό πιλοτήριο, δύσκολη πρόσβαση σε ορισμένα συστήματα και μικρό περιθώριο μελλοντικής ανάπτυξης. Επρόκειτο για αεροσκάφος σχεδιασμένο με ακρίβεια γύρω από συγκεκριμένο ρόλο, όχι για πλατφόρμα που θα δεχόταν διαδοχικές αναβαθμίσεις επί δεκαετίες.

Ο χειριστής καθόταν σε ένα στενό αλλά λειτουργικό κόκπιτ, με καλή ορατότητα προς τα εμπρός και με την αίσθηση ότι το αεροσκάφος ήταν… τυλιγμένο γύρω του. Η μικρή αδράνεια έκανε το Gnat ζωηρό σε κάθε κίνηση των χειριστηρίων, χαρακτηριστικό που χάριζε ικανοποίηση στους έμπειρους πιλότους και απαιτούσε αυξημένη προσοχή από τους νεότερους. Το αεροσκάφος δεν συγχωρούσε αμέλεια ή κακή διαχείριση ενέργειας, ιδιότητα που αποδείχθηκε εκπαιδευτικά πολύτιμη. Ο νέος χειριστής μάθαινε νωρίς ότι ένα αεριωθούμενο πετάει με πειθαρχία, πρόβλεψη πορείας και σωστή εκμετάλλευση ταχύτητας και ύψους, κι όχι απλώς με την ισχύ του κινητήρα.

Η Βρετανική Αεροπορία δεν υιοθέτησε το Gnat ως μαχητικό πρώτης γραμμής, και η απόφαση είχε λογική. Η Βρετανία είχε ήδη επενδύσει σε βαρύτερα αναχαιτιστικά παντός καιρού, με μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία και πιο σύνθετους αισθητήρες, ενώ η φιλοσοφία του Petter δεν ταίριαζε στην κατεύθυνση που έπαιρνε ο Κλάδος. Αναγνωρίστηκε όμως το πλεονέκτημα του αεροσκάφους, που ήταν ιδανική βάση για προκεχωρημένη εκπαίδευση χειριστών ταχέων αεριωθουμένων. Έτσι γεννήθηκε το Gnat T.1, η διθέσια έκδοση με επιμηκυμένη άτρακτο, δεύτερο κάθισμα σε σειρά, μεγαλύτερη πτέρυγα προσαρμοσμένη στις ανάγκες της εκπαίδευσης για μεγαλύτερη πτητική σταθερότητα, ενώ βέβαια δεν έφερε οπλισμό.

Το Gnat T.1 μπήκε σε υπηρεσία στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και χρησιμοποιήθηκε κυρίως από το No. 4 Flying Training School στη βάση Valley, στην Ουαλία. Εκεί, οι νέοι χειριστές έκαναν το βήμα από τα βασικά αεριωθούμενα προς τα μαχητικά πρώτης γραμμής. Σε σχέση με το Jet Provost, ήταν πολύ πιο απαιτητικό και πολύ πιο κοντά στην αίσθηση πραγματικού μαχητικού. Σε σχέση με το μεταγενέστερο Hawk, που τελικά το αντικατέστησε, ήταν μικρότερο, νευρικότερο και λιγότερο άνετο για εκπαίδευση μεγάλης διάρκειας. Το Hawk πρόσφερε καλύτερη εργονομία, μεγαλύτερη αξιοπιστία, ευκολότερη συντήρηση και πολύ μεγαλύτερο περιθώριο χρήσης σε εκπαιδευτικούς και ελαφρούς επιχειρησιακούς ρόλους.

Η δημόσια αναγνωρισιμότητα του τύπου χτίστηκε και μέσα από τα ακροβατικά σμήνη, πρώτα τους Yellowjacks και ύστερα τους Red Arrows, οι οποίοι χρησιμοποίησαν το Gnat από το 1965 έως το 1979. Πίσω από το μικρό κόκκινο αεροσκάφος των επιδείξεων υπήρχε ένα πραγματικό εκπαιδευτικό υψηλών απαιτήσεων, που δίδαξε σε γενιές χειριστών ακριβεία, πειθαρχία και γρήγορη αντίδραση.

Στο πεδίο της μάχης
Η πολεμική ιστορία του Gnat γράφτηκε στην Ινδία. Η Ινδική Αεροπορία είδε στο μικρό βρετανικό μαχητικό κάτι που η Βρετανική δεν χρειαζόταν. Ένα οικονομικό αναχαιτιστικό ημέρας με εξαιρετική ευελιξία, ιδανικό για άμεση αντίδραση και κλειστές αερομαχίες σε μικρές αποστάσεις. Η Ινδία παρήγγειλε αρχικά βρετανικά αεροσκάφη και πέρασε στη συνέχεια σε αδειοδοτημένη παραγωγή από την Hindustan Aeronautics Limited. Η συνεργασία είχε διπλή αξία, επειδή από τη μία έδωσε στην αεροπορία ένα αποτελεσματικό όπλο και από την άλλη χάρισε στη χώρα πολύτιμη βιομηχανική εμπειρία, σε μια περίοδο που προσπαθούσε να χτίσει δική της αεροδιαστημική βάση, παράλληλα με πιο φιλόδοξα προγράμματα όπως το HAL HF-24 Marut.

Οι Ινδοί κατάλαβαν γρήγορα ότι το Gnat έπρεπε να χρησιμοποιείται με τρόπο που να σέβεται την ιδιοσυγκρασία του. Όχι ως μαχητικό μεγάλης ακτίνας δράσης και όχι ως φορέας όπλων και σύνθετων αποστολών, αλλά ως αεροσκάφος που μπορούσε να απογειωθεί άμεσα, να μπει σε εμπλοκή μικρής διάρκειας και να εκμεταλλευθεί στο έπακρο την ευελιξία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αερομαχία τελείωνε υπέρ του ή ότι ο τύπος είχε μηδενικές απώλειες.

Στον πόλεμο Ινδίας και Πακιστάν του 1965, αυτή η στοχευμένη χρήση χάρισε στο Gnat το προσωνύμιο Sabre Slayer. Η ονομασία δεν πρέπει να διαβάζεται ούτε ως προπαγάνδα ούτε ως απόδειξη ότι το Gnat ήταν συνολικά ανώτερο από το F-86 Sabre. Το Sabre σε πακιστανική υπηρεσία ήταν σταθερό, αξιόπιστο και ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε χαμηλό και μέσο ύψος. Είχε όμως ένα κρίσιμο μειονέκτημα απέναντι σε έναν πραγματικά μικρό αντίπαλο. Ήταν ογκωδέστερο και ευδιάκριτο από απόσταση, οπότε σε αερομαχίες ημέρας, με ικανούς χειριστές και σωστή τακτική, το μικρόσωμο ινδικό μαχητικό μπορούσε να το αιφνιδιάσει.

Στον επόμενο πόλεμο Ινδίας-Πακιστάν, εκείνον του 1971 η Ινδική Αεροπορία διέθετε ένα πιο μεγάλο και σύνθετο στόλο, με MiG-21, Su-7, Hunter, Marut και άλλους τύπους. Το Gnat δεν ήταν πλέον το κεντρικό μαχητικό της δύναμης, διατήρησε όμως την αξία του σε ρόλους τοπικής αεροπορικής κάλυψης και άμεσης αντίδρασης. Η εμπειρία αυτής της δεύτερης σύγκρουσης επιβεβαίωσε όσα είχαν φανεί από το 1965. Η αξία του τύπου δεν βρισκόταν στις γενικές αποστολές μεγάλης διάρκειας, αλλά σε συγκεκριμένες εμπλοκές όπου η μικρή ακτίνα, η ευελιξία και τα πυροβόλα μπορούσαν να αξιοποιηθούν χωρίς να εκτεθούν πλήρως οι αδυναμίες του.

Στην προσπάθειά της να επεκτείνει την επιχειρησιακή ζωή του τύπου, η Ινδία προχώρησε στο HAL Ajeet, που σημαίνει “ανίκητος”. Ήταν ουσιαστικά ένα ξανασχεδιασμένο Gnat, με βελτιωμένα συστήματα, ενισχυμένη δομή, αναβαθμισμένη υδραυλική εγκατάσταση, νέο κάθισμα εκτίναξης, καύσιμα στην πτέρυγα και τέσσερις φορείς οπλισμού αντί για δύο. Το Ajeet έδωσε στον τύπο μια δεύτερη ζωή, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να ξεπεράσει τους θεμελιώδεις περιορισμούς μιας τόσο μικρής πλατφόρμας.

Δεύτερος σημαντικός ξένος χρήστης του Gnat υπήρξε η Φινλανδία, σε τελείως διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον. Το Ελσίνκι στην πολιτική ουδετερότητας που τηρούσε, ήταν αναγκασμένο να ισορροπεί ανάμεσα στη Δύση και στη Σοβιετική Ένωση, και το Gnat πρόσφερε μια τέτοια επιλογή. Ως οικονομικό δυτικό μαχητικό, μεσαίων επιδόσεων, δεν ενοχλούσε τη Μόσχα σε σχέση με πιο ικανούς δυτικούς τύπους. Τα φινλανδικά Gnat εντάχθηκαν σε ένα ιδιότυπο μίγμα υλικού, όπου συνυπήρχαν σοβιετικά, δυτικά και συστήματα από τρίτες χώρες.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της επόμενης, ο κόσμος των μαχητικών είχε αλλάξει ριζικά. Τα ραντάρ, οι κατευθυνόμενοι πύραυλοι, τα εξελιγμένα συστήματα ναυτιλίας και η ανάγκη για μεγαλύτερη ακτίνα δράσης μετρούσαν περισσότερο από την ευελιξία ενός μικρού μαχητικού. Το Gnat και το Ajeet βγήκαν από το προσκήνιο, όχι επειδή απέτυχαν, αλλά επειδή η τεχνολογία και το δόγμα μετακινήθηκαν αλλού.

Απέναντι στο F-86 Sabre, το Gnat ήταν μικρότερο, νεότερο σε φιλοσοφία και πιο συμπαγές, με μεγάλη ισχύ πυρός σε σχέση με το βάρος του, αλλά μικρότερη ακτίνα και περιορισμένο επιχειρησιακό περιθώριο. Απέναντι στο Hawker Hunter, ήταν σαφώς μικρότερο και φθηνότερο, με χαμηλότερο φορτίο και λιγότερη σταθερότητα ως πλατφόρμα κρούσης, διέθετε όμως εντυπωσιακή ευελιξία στις κλειστές εμπλοκές. Απέναντι στο Mystère IV και στο Fiat G.91, όλα ήταν στην ίδια κατηγορία ελαφρού μαχητικού, αλλά το βρετανικό πήγαινε πιο μακριά στη μείωση μεγέθους και βάρους.

Τα Gnat πάντως απέδειξε εμπράκτως ότι υπήρχε σοβαρή εναλλακτική απέναντι στη συνεχή αύξηση μεγέθους και κόστους των μαχητικών, ένα ζητούμενο που η αεροπορική ιστορία θα επανέφερε σταθερά στο τραπέζι από τότε μέχρι σήμερα.
