Το Yakovlev Yak-38 είναι από τα αεροσκάφη που δεν μπορούν να κριθούν σωστά έξω από το περιβάλλον που τα γέννησε. Αν το δει κανείς ως σοβιετική απάντηση στο Harrier, η σύγκριση είναι συντριπτική εις βάρος του — το βρετανικό αεροσκάφος ήταν πιο ώριμο, πιο πρακτικό, πιο εξελίξιμο και τελικά πολύ πιο επιτυχημένο. Αν όμως το Yak-38 εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο του Σοβιετικού Ναυτικού της δεκαετίας του 1970, τότε η εικόνα γίνεται διαφορετική. Ήταν ένα περιορισμένων ικανοτήτων, δύσκολο στο χειρισμό αεροσκάφος — αλλά και το πρώτο πραγματικό βήμα της Σοβιετικής Ένωσης προς επιχειρήσεις αεροσκαφών σταθερής πτέρυγας από κατάστρωμα πλοίου.

Η Σοβιετική Ένωση είχε ισχυρή παράδοση σε υποβρύχια, πλοία επιφανείας, ανθυποβρυχιακά μέσα και στα πυραυλοφόρα πλοία μεγάλου εκτοπίσματος — όχι όμως σε κλασικά αεροπλανοφόρα δυτικού τύπου. Εδώ η σοβιετική ναυτική ανάλυση δεν επεδίωξε ένα αεροπλανοφόρο που θα κυριαρχούσε στη θάλασσα με αεροσκάφη αεροπορικής υπεροχής και κρούσης. Αντίθετα ήθελε το σκάφος να παραμένει ισχυρή πυραυλική και ανθυποβρυχιακή πλατφόρμα, έχοντας όμως και οργανική αεροπορική υποστήριξη. Έτσι δημιουργήθηκε η κλάση Kiev — ελικοπτεροφόρα καταδρομικά μεγάλου εκτοπίσματος, με ισχυρό οπλισμό επιφανείας, ανθυποβρυχιακές δυνατότητες, ελικόπτερα και έναν περιορισμένο αριθμό αεροσκαφών κατακόρυφης ή βραχείας απονήωσης.
Eδώ το σχεδιαστικό γραφείο Yakovlev είχε ήδη μελετήσει την κατακόρυφη απογείωση μέσω του Yak-36, ενός αεροσκάφους με περισσότερο πειραματικό χαρακτήρα παρά πραγματική πολεμική αξία. Το επόμενο βήμα ήταν το Yak-36M, από το οποίο προέκυψε το επιχειρησιακό Yak-38. Το αεροσκάφος πέταξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μπήκε σε υπηρεσία στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, ακριβώς όταν τα πλοία της κλάσης Kiev άρχισαν να δίνουν στο Σοβιετικό Ναυτικό μια νέα, έστω περιορισμένη, μορφή οργανικής ναυτικής αεροπορίας. Η παραγωγή έφθασε τα 231 αεροσκάφη όλων των εκδόσεων, μαζί με τα διθέσια εκπαιδευτικά Yak-38U και τα βελτιωμένα Yak-38M.

Η βασική σχεδιαστική επιλογή του Yak-38 ήταν η αιτία τόσο της ύπαρξής του όσο και των μεγάλων προβλημάτων του. Σε αντίθεση με το Harrier, που χρησιμοποιούσε τον κινητήρα Pegasus και για την οριζόντια πτήση και για την κατευθυνόμενη ώση στην κατακόρυφη ή βραχεία απογείωση, το Yak-38 βασίστηκε σε έναν κύριο κινητήρα και δύο ξεχωριστούς ανύψωσης, τοποθετημένους πίσω από το πιλοτήριο. Η λύση αυτή επέτρεψε στους Σοβιετικούς να φθάσουν ταχύτερα σε επιχειρησιακό αεροσκάφος βραχείας απονήωσης, φορτώνοντας όμως την άτρακτο με δύο κινητήρες που ήταν χρήσιμοι μόνο στα πρώτα και στα τελευταία λεπτά της αποστολής. Στην κανονική πτήση ήταν νεκρό βάρος — με άμεση επίπτωση στο καύσιμο, στο φορτίο, στην ακτίνα δράσης και στη συντήρηση.
Το αρχικό Yak-38 χρησιμοποιούσε έναν κύριο κινητήρα R-27V-300 με κατευθυνόμενη ώση μέσω δύο πλευρικών ακροφυσίων και δύο κινητήρες ανύψωσης RD-36-35FVR, τοποθετημένους σχεδόν κατακόρυφα πίσω από το πιλοτήριο. Στο Yak-38M η διάταξη βελτιώθηκε με τον ισχυρότερο R-28V-300 και τους νεότερους RD-38, αυξάνοντας το μέγιστο βάρος απογείωσης και βελτιώνοντας την πρακτική αξία της βραχείας απονήωσης. Η βελτίωση όμως δεν μπορούσε να αλλάξει τη βασική αδυναμία: το Yak-38 κουβαλούσε σε κάθε αποστολή δύο κινητήρες που δεν πρόσφεραν τίποτα μετά τη μετάβαση σε οριζόντια πτήση.

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αεροσκάφους δείχνουν αυτόν τον συμβιβασμό. Μήκος περίπου 15,5 μέτρα, εκπέτασμα περίπου 7,3 μέτρα, δηλαδή μια πτέρυγα μικρή και περιορισμένης επιφάνειας, κενό βάρος πάνω από 7 τόνους και μέγιστο βάρος απογείωσης γύρω στους 11 με 12 τόνους, ανάλογα με την έκδοση και τον τρόπο απονήωσης. Η ταχύτητα ήταν υποηχητική έως οριακά διηχητική, περίπου στην περιοχή των 1.000 έως 1.200 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ η πρακτική ακτίνα δράσης με επιχειρησιακό φορτίο παρέμενε περιορισμένη. Η καθαρή κατακόρυφη απονήωση μείωνε ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο φορτίο και το καύσιμο — γι’ αυτό η βραχεία απονήωση ήταν επιχειρησιακά πιο λογική επιλογή, όταν το κατάστρωμα το επέτρεπε.
Ο οπλισμός ήταν ανάλογος με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του αεροσκάφους. Μπορούσε να μεταφέρει ατρακτίδιο πυροβόλου GSh-23L των 23 χιλιοστών, βόμβες ελεύθερης πτώσης, κάλαθους ρουκετών, εξωτερικές δεξαμενές καυσίμου, πυραύλους αέρος-αέρος μικρής ακτίνας R-60 και σε ορισμένες διαμορφώσεις κατευθυνόμενα όπλα αέρος-εδάφους, όπως ο πύραυλος Kh-23. Στα χαρτιά αυτό εξυπηρετούσε ένα φάσμα αποστολών από ελαφρά κρούση μέχρι περιορισμένη αυτοπροστασία. Στην πράξη, το φορτίο εξαρτιόταν έντονα από τη θερμοκρασία περιβάλλοντος, το βάρος καυσίμου, τη μέθοδο απονήωσης και τις συνθήκες θάλασσας. Κάθε πρόσθετο κιλό όπλων αφαιρούσε κάτι από την ήδη περιορισμένη ακτίνα δράσης.

Επίσης οι αισθητήρες και τα ηλεκτρονικά ήταν ελάχιστα. Το Yak-38 δεν διέθετε ραντάρ αναχαίτισης — και αυτό από μόνο του το απέκλειε από τον ρόλο πραγματικού ναυτικού μαχητικού. Βασιζόταν σε οπτική επαφή για την αναχαίτιση, σε καθοδήγηση από το πλοίο και είχε μόνο βασικό εξοπλισμό ναυτιλίας και σκόπευσης. Οπότε δεν είχε είκονα αέρος, μπορούσε όμως να αναγνωρίσει, να επιδείξει παρουσία και να προσβάλει κάποιους στόχους.
Η χρήση των πυραύλων αέρος-αέρος R-60 του έδινε μια στοιχειώδη δυνατότητα αυτοπροστασίας και περιορισμένης εμπλοκής — χρήσιμη εναντίον αργών αεροσκαφών και ελικοπτέρων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε πραγματική ικανότητα αεροπορικής υπεροχής. Στον ρόλο κρούσης, η απουσία ολοκληρωμένου συστήματος αισθητήρων και όπλων για χρήση από απόσταση ασφαλείας σήμαινε ότι το αεροσκάφος έπρεπε να πλησιάσει τον στόχο με τον ανάλογο κίνδυνο.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του Yak-38 ήταν το αυτόματο σύστημα εκτίναξης. Επειδή η απώλεια ενός κινητήρα ανύψωσης ή η απότομη απώλεια ελέγχου σε μικρό ύψος μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση καταστροφή, το αεροσκάφος διέθετε σύστημα που ενεργοποιούσε αυτόματα το εκτινασσόμενο κάθισμα σε κρίσιμες γωνίες κλίσης κατά την κατακόρυφη φάση της πτήσης. Το σύστημα έσωσε ζωές, αποκάλυπτε όμως ταυτόχρονα πόσο οριακή ήταν η λειτουργία στην αιώρηση και στη μετάβαση. Το Yak-38 δεν συγχωρούσε εύκολα βλάβες, λάθη ή δυσμενείς συνθήκες στα κρίσιμα δευτερόλεπτα απονήωσης και προσνήωσης.
Η επιχειρησιακή χρήση του αεροσκάφους συνδέθηκε σχεδόν αποκλειστικά με τα ελικοπτεροφόρα καταδρομικά Kiev. Τα Kiev, Minsk, Novorossiysk και Baku αποτέλεσαν τη φυσική τους βάση, μαζί με το κέντρο εκπαίδευσης της Κριμαίας. Από τα καταστρώματα αυτών των πλοίων, το Yak-38 έδωσε στο Σοβιετικό Ναυτικό τη δυνατότητα να επιχειρεί αεροσκάφη σταθερής πτέρυγας μακριά από τις σοβιετικές ακτές — περιορισμένη δυνατότητα, αλλά πολιτικά και επιχειρησιακά σημαντική. Για πρώτη φορά, μια σοβιετική ναυτική δύναμη μπορούσε να εμφανιστεί στη Μεσόγειο, στον Ινδικό Ωκεανό ή στον Ειρηνικό με δικά της αεριωθούμενα αεροσκάφη πάνω στο κατάστρωμα.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική επιτυχία του Yak-38. Δεν ήταν οι πολεμικές νίκες, οι καταρρίψεις ή οι μεγάλες αποστολές κρούσης — ήταν η δημιουργία σοβιετικής εμπειρίας στη ναυτική αεροπορία σταθερής πτέρυγας. Πιλότοι, τεχνικοί, αξιωματικοί καταστρώματος, σχεδιαστές αποστολών και ναυπηγοί έμαθαν στην πράξη τι σημαίνει να λειτουργεί αεροσκάφος από πλοίο, με ισχυρά θερμικά φορτία στο κατάστρωμα, σε περιορισμένο χώρο, με συντήρηση επί πλοίου, με αυστηρές διαδικασίες διαχείρισης. Αυτό το σχολείο ήταν ακριβό και δύσκολο, αλλά αναγκαίο για μια ναυτική δύναμη που ήθελε κάποτε να περάσει σε πιο σοβαρή αεροπορική παρουσία στη θάλασσα.
Η παρουσία του Yak-38 στη θάλασσα δεν περιορίστηκε σε εκπαιδευτικές εξόδους. Σε περιόδους έντασης του Ψυχρού Πολέμου χρησιμοποιήθηκε και ως μέσο απομάκρυνσης δυτικών αεροσκαφών επιτήρησης. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό καταγράφεται τον Δεκέμβριο του 1982 στη βόρεια Αραβική Θάλασσα, όταν δύο Yak-38 από το Minsk, οπλισμένα με πυραύλους αέρος-αέρος, αναχαίτισαν αμερικανικά αεροσκάφη. Υπάρχουν επίσης καταγραφές για αναχαιτίσεις αμερικανικών αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας, όπως το P-3 Orion.

Η πιο γνωστή δοκιμή σε πραγματικό πολεμικό περιβάλλον έγινε στο Αφγανιστάν το 1980, στο πλαίσιο της επιχείρησης Romb. Τέσσερα αεροσκάφη μεταφέρθηκαν στη βάση Shindand για να αξιολογηθεί η χρήση τους. Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό. Η υψηλή θερμοκρασία, το υψόμετρο και η σκόνη μείωναν δραματικά την απόδοση των κινητήρων — σε συγκεκριμένες συνθήκες, το Yak-38 μπορούσε να μεταφέρει ελάχιστο οπλικό φορτίο, ενώ η κατακόρυφη απογείωση γινόταν ακόμη πιο απαιτητική και επικίνδυνη.

Η συντριπτική σύγκριση με το Harrier
Το Harrier βασίστηκε σε μια πολύ πιο αποδοτική μηχανολογική λύση, με τον κινητήρα Pegasus να αξιοποιείται σε όλες τις φάσεις της πτήσης — ο ίδιος έδινε την οριζόντια ώση και την κατευθυνόμενη για κατακόρυφη ή βραχεία απογείωση. Η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη στη σύγκριση με το Sea Harrier. Το βρετανικό ναυτικό αεροσκάφος εξελίχθηκε σε πραγματικό μαχητικό αεράμυνας στόλου μικρών αεροπλανοφόρων, με ραντάρ, πυραύλους Sidewinder και αποδεδειγμένη αξία στα Φώκλαντ.

Αυτό ακριβώς είναι το κλειδί για την αποτίμησή του. Το Yak-38 δεν ήταν καλό αεροσκάφος κρούσης με τα μέτρα ενός συμβατικού αεροσκάφους, δεν ήταν καλό μαχητικό με τα μέτρα ενός Sea Harrier, δεν ήταν ευέλικτη πλατφόρμα μεγάλων δυνατοτήτων. Ήταν ένα ειδικό ναυτικό αεροσκάφος περιορισμένης ισχύος, σχεδιασμένο για μια πολύ συγκεκριμένη σοβιετική ανάγκη, να δώσει στα ελικοπτεροφόρα καταδρομικά της κλάσης Kiev ένα αεριωθούμενο στοιχείο σταθερής πτέρυγας, έστω μικρής ακτίνας, μικρού φορτίου και περιορισμένων αισθητήρων.. Επίσης άνοιξε τον δρόμο για πιο φιλόδοξες προσπάθειες, όπως το Yak-141 Freestyle. Οπότε ως πολιτικό και τεχνολογικό μήνυμα, είχε μεγαλύτερη αξία από όση είχε ως καθαρό πολεμικό μέσο.
