Την ώρα που στην αμυντική επικαιρότητα κυριαρχεί η συζήτηση για την ενίσχυση του Πολεμικού μας Ναυτικού – η οποία αναμένεται να γίνει με την προμήθεια των μεταχειρισμένων φρεγατών κλάσης Bergamini-, παραμένει το ερώτημα ποια άλλη λύση μπορεί να υπηρετήσει τον Στόλο για τρεις και τέσσερις δεκαετίες, δηλαδή ως νέο σκάφος. Καθώς τα μεταχειρισμένα, ακόμη και να είναι σε πολύ καλή κατάσταση (όπως οι Bergamini), έχουν ήδη κάποια “χρόνια στην πλάτη τους” ενώ πιο σύντομα θα χρειαστούν και αναβάθμιση μέσης ζωής.
Εδώ η λογική επιλογή λέει για περισσότερες φρεγάτες FDI HN, ένα εξαιρετικό πλοίο, με ψηφιακή αρχιτεκτονική, πολύ προηγμένη διαμόρφωση ιστού, χαμηλό ίχνος, ποιοτικό οπλικό φορτίο και σοβαρό υπόβαθρο αντιαεροπορικού και ανθυποβρυχιακού αγώνα. Εκεί όμως όπου η γαλλική πρόταση παραμένει “απλησίαστη”, είναι στην τιμή μονάδας, μαζί με την προσκόλληση σε ένα σφιχτά δεμένο γαλλικό οικοσύστημα αισθητήρων, λογισμικού μάχης, όπλων και ηλεκτρονικών και βέβαια με μικρή ελληνική συμμετοχή. Από αυτή ακριβώς τη διαπίστωση ξεκινά μια ιδέα της ΠΤΗΣΗΣ, περί μιας εναλλακτικής έκδοσης της FDI, με προσπάθεια να μειώθει το κόστος κάνοντας χρήση ελληνικών και ισραηλινών συστημάτων. Αλλά και με προοπτική αυτή η “άλλη FDI” να αποτελέσει βάση για μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανική συμμετοχή.
Μια παρόμοια ιδέα είχαμε παρουσιάσει και παλαιότερα, αλλά αυτή ήταν για μια FDI με συστήματα από την κορβέτα Gowind, δηλαδή παραμέναμε στην γαλλική φιλοσοφία.
Το ζητούμενο είναι σαφές, συμπίεση του κόστους από τη σημερινή ζώνη των περίπου 800 με 900 εκατομμυρίων ευρώ (χωρίς πυρομαχικά) ανά σκάφος προς τα 500 με 600. Με τέτοια τιμή, αν βέβαια μπορεί να επιτευχθεί, η συζήτηση για τέσσερις μεταχειρισμένες ιταλικές φρεγάτες αρχίζει και χωλαίνει, καθώς οι αντίστοιχες “ελληνοισραηλινές” FDI (για ευκολία ας τις ονομάσουμε FDI 2), αν και συνολικά ακριβότερες θα προσφέρουν σημαντική ελληνική προστιθέμενη αξία, κοινή γραμμή υποστήριξης με τις FDI HN, σχετική ομοιοτυπία στόλου και προοπτική εξέλιξης καθώς θα είναι ολοκαίνουργια σκάφη. Η επιλογή πηγής συστημάτων από το Ισραήλ, γίνεται στο πνεύμα της υπάρχουσας και εξελισσόμενης αμυντικής συνεργασίας με τη χώρα μας, όπως και στο γενικότερο εκεί χαμηλότερο κόστος προμηθειών.
Αλλαγές και προσθήκες για μια διαφορετική FDI
Ξεκινάμε λοιπόν με πρώτη και κρισιμότερη τομή στην ιδέα μας, το σύστημα διαχείρισης μάχης (CMS). Η σημερινή FDI HN βασίζεται στο SETIS, ένα ώριμο και πλήρως ψηφιακό σύστημα και στάνταρτ για το Γαλλικό Ναυτικό. Η ελληνική αντιπρόταση θα μπορούσε να είναι το MIMS Naval της εγχώριας Scytalys, το οποίο προσφέρει κοινή τακτική εικόνα, αρθρωτή αρχιτεκτονική και ανοιχτή λογική διασύνδεσης με ραντάρ, άλλους αισθητήρες, επικοινωνίες, data links και όπλα. Βέβαια το SETIS κρατά σαφές προβάδισμα για φρεγάτα με ικανότητες αεράμυνας περιοχής. Το MIMS Naval όμως προσφέρει κάτι που για την Ελλάδα έχει ειδικό βάρος, δηλαδή κυριότητα λογισμικού και ελεύθερη διαμόρφωση. Από τη στιγμή που το CMS γίνεται ελληνικό, η φρεγάτα παύει να είναι ένα πακέτο ξένου προμηθευτή και μετατρέπεται σε πλοίο που το Πολεμικό Ναυτικό και η ελληνική βιομηχανία μπορούν να εξελίσσουν, να διασυνδέουν και να αναβαθμίζουν με δικούς τους όρους. Εκεί ακριβώς κρίνεται το μέλλον της FDI 2.

Μια ακόμη προτεινόμενη αλλαγή βρίσκεται στα ηλεκτροοπτικά. Το σύστημα καμερών για εντοπισμό και στοχοποίηση PASEO XLR της Safran είναι ακριβό, οπότε η ελληνική λύση που δείχνει καταλληλότερη για αντικατάστασή του είναι της Miltech, με το MLT MGBL SD200LR, ένα σύστημα με κάμερα υψηλής ανάλυσης, αποστασιόμετρο λέιζερ εμβελείας 32 χιλιομέτρων και δυνατότητες παρακολούθησης στόχου. Επίσης λύση μπορεί να δώσει και η Theon με βάση το TRITON MR, όμως η φυσιογνωμία του παραπέμπει περισσότερο σε συμπληρωματικό ηλεκτροοπτικό IR αισθητήρα, παρά σε κύρια ηλεκτροοπτική διεύθυνση βολής βαρέος τύπου.

Ο πυρήνας της νέας διαμόρφωσης θα χρειαστεί λύση για κύριο ραντάρ πολλαπλών λειτουργιών. Το γαλλικό Sea Fire της Thales είναι από τα καλύτερα της κατηγορίας, με τέσσερα σταθερά πάνελ, αεροπορική κάλυψη άνω των 300 χιλιομέτρων, δυνατότητα παρακολούθησης πάνω από 800 ιχνών και λειτουργία μέχρι 90 μοίρες σε ύψος. Η ισραηλινή απάντηση που ταιριάζει στη λογική της FDI είναι το IAI ELM 2248 MF STAR, επίσης με τέσσερα πάνελ AESA, εύρος ανίχνευσης από μείον 20 μέχρι συν 85 μοίρες, εμβέλεια άνω των 250 χιλιομέτρων και δυνατότητα υποστήριξης πολλαπλών ταυτόχρονων εμπλοκών.
Με βάση τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, το Sea Fire είναι ισχυρότερο στην απόλυτη επίδοση εντοπισμού και στον όγκο ταυτόχρονης διαχείρισης ιχνών. Αυτό σημαίνει πως η FDI 2 θα είναι πιθανότατα κατώτερη στην απόλυτη απόδοση έγκαιρου εντοπισμού σε σχέση με τη γαλλική FDI HN, χωρίς όμως να απομακρύνεται από την ικανότητα δράσης στην πρώτη γραμμή, οπότε ο συμβιβασμός έχει λογική, υπολογίζοντας τη μεγάλη εξοικονόμηση κόστους.

Εκεί όπου η FDI 2 έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει αισθητά τη γαλλική διαμόρφωση είναι η σουίτα ηλεκτρονικού πολέμου. Η σημερινή FDI HN ενσωματώνει μια σοβαρή γαλλική λύση ESM και COMINT μέσω των συστημάτων SENTINEL R και ALTESSE H C. Η ισραηλινή πρόταση είναι το Scorpius N, ένα σύστημα και ανίχνευσης απειλών (ESM) και παρεμβολών (ECM) με AESA αρχιτεκτονική. Σε έναν κόσμο κορεσμού, UAV, πυραύλων sea skimming και παράκτιων απειλών, αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η FDI χρειάζεται την πιο αποφασιστική ενίσχυση.
Η εικόνα γίνεται ακόμη ισχυρότερη με το ελληνικής κατασκεύς ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ για παρεμβολή στις τηλεπικοινωνίες των drone όπως και στα σήματα δορυφορικής πλοήγησης. Ο συνδυασμός Scorpius N και ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ θα δημιουργεί διπλή ηλεκτρομαγνητική ασπίδα, με το ισραηλινό σύστημα να υπηρετεί την κύρια αποστολή ECM και ESM και το ελληνικό να προσφέρει ειδικευμένη παρεμβολή anti-drone με δική μας τεχνογνωσία.
Πάνω σε αυτό το πλέγμα μπορεί να προστεθεί και το Sea Spotter της Rafael, ένα πλήρως παθητικό σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης μέσω καμερών υπερύθρων. Μια τέτοια προσθήκη δίνει στη Flight 2 μια πλήρη διαμόρφωση αισθητήρων, με πολύ καλύτερη ισορροπία ανάμεσα σε ενεργητική και παθητική επιτήρηση.
Στο πεδίο της αντιαεροπορικής άμυνας, ο πύραυλος Aster 30 παραμένει ώριμο ναυτικό βλήμα μεγάλης ακτίνας, αισθητήρα με ενεργό αισθητήρα ραντάρ, εξαιρετική ευελιξία, πολύ υψηλή ταχύτητα και βεληνεκές της τάξης των 120 χιλιομέτρων. Η αρχιτεκτονική του επιτρέπει ενδιάμεση λήψη ανανεωμένων δεδομένων στόχου, άρα θεωρητικά μπορεί να συνεχίσει να υπηρετεί και σε μια FDI 2, εφόσον πιστοποιηθεί με το συνδυασμό λογισμικού της SCYTALYS και το ραντάρ MF STAR.
Εναλλακτικά; Μιας και η χώρα μας προετοιμάζεται για αντιαεροπορικά συστήματα Barak MX από το Ισραήλ, θα μπορούσε να κοιτάξει την ναυτική έκδοση, η οποία μαζί με το ραντάρ MF STAR υπηρετεί στις ισραηλινές κορβέτες Sa’ar 6. Οπότε υπάρχει και υπόβαθρο πιστοποίησης, ενώ δυνητικά το σκάφος που “σχεδιάζουμε” θα μπορεί να έχει πρόσβαση και στον πύραυλο BARAK ER των 150 χιλιομέτρων, αποκτώντας μια φθηνότερη ικανότητα αεράμυνας περιοχής.

Εκεί όπου η Flight 2 μοιάζει να ανήκει ήδη στην επόμενη ημέρα είναι η πιθανή ενσωμάτωση του Naval Iron Beam. Η Rafael το παρουσιάζει ως ναυτικό λέιζερ ισχύος 100 kW, ικανό να εμπλέκει UAV και άλλες εναέριες απειλές από μερικές εκατοντάδες μέτρα μέχρι αρκετά χιλιόμετρα, με σχεδόν μηδαμινό κόστος ανά αναχαίτιση και πρακτικά ανεξάντλητο απόθεμα πυρός όσο υπάρχει διαθέσιμη ισχύς. Αν αυτό το σύστημα ενσωματωθεί πάνω σε μια FDI 2 που ήδη θα διαθέτει Scorpius-N, ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ και κύριο ραντάρ MF-STAR, τότε αυτή αποκτά πολυστρωματική άμυνα και με ικανότητα οικονομικής αντιμετώπισης drones και περιφερόμενων πυρομαχικών, χωρίς εξάντληση του κύριου αποθέματος πυραύλων.

Στα πυροβόλα του σκάφους υποθέτουμε ότι κύριο όπλο παραμένει το 76 χιλιοστών της Leonardo. Στα δευτερεύοντα όμως πυροβόλα υπάρχει εναλλακτική. Η FDI HN έχει δύο Leonardo Lionfish 20, με 250 έτοιμα βλήματα, αποτελεσματικό βεληνεκές άνω των 2 χιλιομέτρων και ρυθμό βολής μέχρι 1.000 βολές ανά λεπτό σε ριπή. Η FDI 2 όμως μπορεί να περάσει σε πολύ βαρύτερη λύση, επιλέγοντας το πυροβόλο Elbit 30 mm NSG, των 30 χιλιοστών με δικό του ηλεκτροοπτικό σύστημα και εμβέλεια 3 χιλιομέτρων. Το Lionfish 20 ρίχνει φυσίγγια 20 x 128, με βάρος βλήματος περίπου 102 έως 128 γραμμάρια και τυπική ταχύτητα εξόδου 1.050 έως 1.150 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Η κατηγορία πυρομαχικού 30 x 173 του Elbit 30mm NSG έχει βλήμα περίπου 360 έως 380 γραμμαρίων με ταχύτητα εξόδου γύρω στα 1.100 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, οπότε μιλάμε για πολλαπλάσια κινητική ενέργεια στον στόχο και μεγαλύτερη φονικότητα.
Στον ανθυποβρυχιακό αγώνα, το γαλλικό πακέτο με σόναρ κύτους Kingklip Mk2 και συρόμενο CAPTAS 4 Compact, είναι ήδη ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της FDI. Η εναλλακτική διαδρομή που μπορεί να αξιοποιηθεί από την πλευρά της Elbit και της θυγατρικής της GeoSpectrum, είναι το σετ σόναρ M670 HMS (κύτους) με το συρόμενο TRAPS, δηλαδή μια ελαφρύτερη και οικονομικότερη διαμόρφωση. Το M670 προσφέρει ταυτόχρονη ενεργή και παθητική λειτουργία, πλήρη κάλυψη 360 μοιρών και παρακολούθηση πολλαπλών στόχων, ενώ το TRAPS προβάλλεται ως λύση μεταβλητού βάθους χαμηλότερου κόστους. Λογικά θα εμφανιστεί μια πτώση στην απόλυτη ανθυποβρυχιακή επίδοση σε σχέση με την κορυφαία γαλλική λύση, αλλά και εδώ ο συμβιβασμός είναι αποδεκτός για ένα σκάφος που θα διατηρεί αξιόλογη δράση κατά υποβρυχίων.

Στην επιφάνεια, η νέα φρεγάτα μπορεί κάλλιστα να συνεχίσει να επιχειρεί με βλήματα κατά πλοίων, Exocet MM40 Block 3C, ώριμο και πολύ αξιόλογο, με επιχειρησιακή ακτίνα κατηγορίας 250 χιλιομέτρων, προηγμένο σχεδιασμό διαδρομής και ικανότητα κρούσης κατά πλοίων και στόχων ξηράς. Εναλλακτική; Ο πύραυλος Sea Breaker της Rafael, με εμβέλεια 300 χιλιομέτρων, αυτόνομη λειτουργία, δυνατότητα man in the loop και πολύ ελκυστική σχέση κόστους και αποτελέσματος.

Η ελληνική προοπτική και η εξέλιξη
Είναι δεδομένο πως στην ιδέα μας κεντρικό στοιχείο αποτελεί η κατασκευή των φρεγατών στην Ελλάδα, με όσο το δυνατό μεγαλύτερη συμμετοχή εγχώριων εταιρειών στα λοιπά υποσυστήματα του σκάφους (ηλεκτρομηχανολογικά, δομικά, υδραυλικά, ψύξης, επιμέρους λογισμικά, καλωδιώσεων, κ.λπ.).
Οπότε μια FDI 2 με ελληνικό σύστημα διαχείρισης μάχης, με ελληνική συμμετοχή στα οπτικά συστήματα, με ελληνική anti drone συνιστώσα, με ολοκλήρωση συστημάτων από δικές μας εταιρείες και βέβαια με έμφαση στην συντήρηση και εξέλιξη από ελληνική τεχνογνωσία και υποδομές, το σκάφος θα έχει μια ισχυρή εγχώρια “ταυτότητα”. Η φρεγάτα θα φέρει μεν γαλλικό σκαρί…
Η συνέχεια στο Naval Defence