Τα ηλεκτρομαγνητικά πυροβόλα (railguns) χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια επιταχύνοντας βλήματα κατά μήκος δύο παράλληλων ραγών, σε ταχύτητες της τάξης των 6-7 Mach. Η μεγάλη κινητική ενέργεια των βλημάτων επιτρέπει την προσβολή στόχων σε μεγάλες αποστάσεις και χωρίς την ανάγκη εκρηκτικών κεφαλών.

Το Αμερικανικό Ναυτικό δοκίμαζε την τεχνολογία, με ένα πρωτότυπο σε χερσαία εγκατάσταση του Ναυτικού Κέντρου Πολέμου Επιφανείας στη Βιρτζίνια, πριν μεταφερθεί το 2019 στο πεδίο βολής White Sands στο Νέο Μεξικό για περαιτέρω δοκιμές. Τα σχέδια για δοκιμές εν πλω καθυστέρησαν επανειλημμένα και τελικά δεν υλοποιήθηκαν, οδηγώντας στην διακοπή του προγράμματος εξέλιξης, το 2021.

Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες, το σύστημα χρησιμοποιήθηκε εκ νέου σε δοκιμαστικές βολές, σε διάστημα τριών ημερών το Φεβρουάριο του 2025. Δεν έχει γίνει γνωστός ο λόγος ενεργοποίησης του μετά από τόσο καιρό, αλλά ίσως σχετίζεται με δοκιμές εξαπόλυσης πολυηχητικών βλημάτων, για άλλα δηλαδή όπλα, οπότε το ηλεκτρομαγνητικό πυροβόλο εξυπηρετεί σχετικές μελέτες.

Ακόμη μπορεί το Αμερικανικό Ναυτικό να έχει κινητοποιηθεί ξανά, καθώς άλλα κράτη, όπως η Κίνα και η Ιαπωνία, έχουν σημειώσει πρόοδο σε παρόμοιες τεχνολογίες. Οι ΗΠΑ που ήταν πρωτοπόρες στον τομέα, δεν θα μπορούσαν να υστερούν, τη στιγμή μάλιστα που η εξέλιξη ναυτικών οπλικών συστημάτων βρίσκεται σε στάδιο ριζικών εξελίξεων.

Παρά τις σημαντικές τεχνικές προκλήσεις — όπως οι υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, η ανάγκη προηγμένων συστημάτων ψύξης και η φθορά των ραγών λόγω των υπερηχητικών ταχυτήτων — η τεχνολογία εξακολουθεί να θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστική. Ένα επιχειρησιακό railgun  θα προσφέρει πολύ χαμηλότερο κόστος βολής σε σχέση με τους πυραύλους και αυξημένη χωρητικότητα πυρομαχικών για αποστολές κρούσης και αντιπυραυλικής άμυνας.