Το υπό σχεδίαση αεροπλανοφόρο PANG (Porte-Avions Nouvelle Génération) είναι η γαλλική απάντηση σε ένα ερώτημα που απασχολεί όλες τις ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις: στο πώς κρατάς αξιόπιστη αεροπορική ισχύ από τη θάλασσα όταν το περιβάλλον γίνεται πιο κορεσμένο, οι αισθητήρες πιο απαιτητικοί, τα ηλεκτρονικά πιο ενεργοβόρα και η ναυτική αεροπορία αλλάζει μορφή (με μίξη επανδρωμένων αεροσκαφών, UAV, “loyal wingmen”, όπως και νέων ρόλων). Η Γαλλία διάλεξε να παραμείνει στην «βαριά» σχολή απάντησης αυτού του ερωτήματος, μαζί  με τις ΗΠΑ και την Κίνα, δημιουργώντας ένα αεροπλανοφόρο που θα έχει σύστημα εξαπόλυσης αεροσκαφών CATOBAR, εξειδικευμένο αεροσκάφος ηλεκτρονικού πολέμου, πυρηνική πρόωση, και αρχιτεκτονική που να αντέχει τεχνολογικά μέχρι τη δεκαετία του 2060.

Έτσι το PANG αναμένεται να ξεπεράσει σημαντικά τις επιδόσεις του σημερινού γαλλικού αεροπλανοφόρου, του «Charles de Gaulle», ώστε να γίνει νέο σημείο αναφοράς για την Ευρώπη σε τέτοια σκάφη, και σε κλίμακα και τεχνολογία που μέχρι τώρα έβλεπες κυρίως στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Στα μεγέθη, εκτιμάται πως θα φθάνει γύρω στους 78.000–80.000 τόνους και περίπου 310 μέτρα μήκος. Το μέγεθος αγοράζει κάτι συγκεκριμένο, κια αυτό είναι χώρο για κατάστρωμα πτήσεων χωρίς “στρίμωγμα”, τεράστιο υπόστεγο αεροσκαφών και αποθήκες οπλισμού που να σηκώνουν συνεχή ρυθμό επιχειρήσεων. Και βέβαια επάρκεια στη «μη όρατη» υποδομή ενός αεροπλανοφόρου, δηλαδή τις υποδομές καυσίμου και οπλισμού, τους ανελκυστήρες, την ψύξη, τα ηλεκτρικά συστήματα, τις σχετικά άνετες ζώνες εργασίας. Ένα αεροπλανοφόρο κερδίζει ή χάνει τη φήμη του από το αν βγάζει σταθερά εξόδους, μέρα και νύχτα, σε κακοκαιρία, με υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας.

Ένα σύγχρονο αεροπλανοφόρο κρίνεται σε τρία πράγματα. Πόσο γρήγορα βγάζει αεροσκάφη από το υπόστεγο, πόσο σωστά τα οργανώνει σε ζώνες προετοιμασίας/οπλισμού/ανεφοδιασμού, και πόσο ομαλά κρατά ταυτόχρονα απονηώσεις και προσνηώσεις χωρίς να “χάνει” χρόνο. Στον κόσμο του CATOBAR, η διάταξη καταπέλτη, η περιοχή απονήωσης, οι διάδρομοι κίνησης στο κατάστρωμα και οι θέσεις στάθμευσης είναι στην πραγματικότητα μια μαθηματική σχέση που παράγει ή στερεί επιχειρησιακές εξόδους (sorties). Γι’ αυτό το PANG σχεδιάζεται με μεγάλο κατάστρωμα και με ανελκυστήρες που επιδιώκουν να ανεβάζουν γρήγορα φορτία και αεροσκάφη εκεί που χρειάζεται, χωρίς να “κόβουν” τις ροές.

Η πιο καθοριστική επιλογή είναι η πρόωση. Το πλοίο θα κινείται με δύο αντιδραστήρες K22, γαλλικής σχεδίασης. Η ουσία που εστιάζουν οι Γάλλοι πλέον είναι η ηλεκτρική ικανότητα του πλοίου. Ένα σύγχρονο αεροπλανοφόρο, για να διατηρήσει την προβολή δυνάμεως, χρειάζεται ατελείωτη ηλεκτρική ισχύ. Η οποία θα τροφοδοτεί ραντάρ AESA, ισχυρές επικοινωνίες, ηλεκτρονικό πόλεμο, υπολογιστική υποδομή, δίκτυα καθώς και τις αιχμές κατανάλωσης ενός συστήματος εξαπόλυσης αεροσκαφών τύπου EMALS (δηλαδή  ηλεκτρομαγνητικοί καταπέλτες). Η πυρηνική λύση δίνει στη Γαλλία την επιλογή να χτίσει ένα πλοίο όπου η ηλεκτρική αρχιτεκτονική θα είναι και επαρκής για σύγχρονες επιχειρήσεις, αλλά θα έχει και περιθώριο για αναβαθμίσεις δεκαετιών. Αυτή η «άνεση» είναι κρίσιμη όταν μιλάμε για 2040+, γιατί κανείς δεν πιστεύει σοβαρά ότι το σύνολο των απειλών και των απαιτήσεων ηλεκτρονικού πολέμου θα μείνει στα σημερινά επίπεδα στις επόμενες δεκαετίες.

Το δεύτερο μεγάλο θέμα είναι ο τρόπος αεροπορικών επιχειρήσεων, και εδώ οι Γάλλοι επέλεξαν σύστημα CATOBΑR. Δηλαδή το αμερικανικό μοντέλο, υιοθετώντας ηλεκτρομαγνητικούς καταπέλτες (EMALS) για εξαπόλυση αεροσκαφών και Advanced Arresting Gear (AAG, εξελιγμένο σύστημα άγκιστρου) για την προσνήωση τους. Οι καταπέλτες αυτοί έχουν δύο μεγάλα πλεονεκτήματα. Πρώτον, επιτρέπουν ακριβή “δοσολογία” ενέργειας εκτόξευσης ανάλογα με το βάρος και τη διαμόρφωση αεροσκάφους, και δεύτερο, είναι πολύ πιο ευέλικτοι όταν η αεροπορική Πτέρυγα θα είναι μικτή (με μαχητικά, αεροσκάφη AEW και UAV διαφορετικών κατηγοριών). Ένας ατμοκαταπέλτης είναι μια δοκιμασμένη κι αξιόπιστη μηχανή, αλλά δεν έχει το ίδιο εύρος ρύθμισης. Επίσης μια πιο τυπική λύση με ράμπα απονήωσης στην πλώρη, δεν επιτρέπει επιχειρήσεις βαρυφορτωμένων αεροσκαφών και αεροσκαφών AEW με σταθερή πτέρυγα. Οπότε το CATOBAR με EMALS είναι η επιλογή που εξασφαλίζει ότι «το πλοίο θα κάνει ό,τι χρειαστεί και το 2065, όχι ό,τι βολεύει το 2035».

Στους αισθητήρες, το PANG θα αποκτήσει το γνωστό στην Ελλάδα ραντάρ σταθερών πάνελ AESA, Sea Fire, ώστε να εντοπίζει απειλές από sea-skimmers πυραύλους, μικρά UAV, κορεσμό από πολλαπλούς άξονες, και απειλές που προσπαθούν να σπάσουν την αλυσίδα εντοπισμού-αναχαίτισης. Σε τέτοιες συνθήκες, ένα ισχυρό AESA είναι πολλαπλασιαστής ισχύος που κάνει το πλοίο πιο αυτάρκες στη δημιουργία εικόνας και στη διαχείριση άμεσων κινδύνων.

Στον οπλισμό αυτοπροστασίας, το τοπίο παραμένει λιγότερο σαφές. Παρ’ όλα αυτά, η γενική κατεύθυνση που περιγράφεται σε διάφορες τεχνικές αναφορές είναι ευρωπαϊκή, δηλαδή συνδυασμός αεράμυνας περιοχής με κελιά κάθετης εξαπόλυσης με πυραύλους Aster (ή διάδοχο τους), μαζί με CIWS/πυροβόλα εγγύς άμυνας και ίσως ένα ακόμη στρώματα αεράμυνας με μικρότερης εμβέλειας πυραυλικά συστήματα. Το σημαντικό εδώ είναι η φιλοσοφία, αφού το PANG αντιμετωπίζεται ως πλατφόρμα που πρέπει να αντέχει στη απειλή επιθέσεων κορεσμού, ακόμη και όταν ένα μέρος της συνοδείας του, έχει εμπλακεί αλλού ή όταν ο σχηματισμός “έχει πρόβλημα”.

Το χρονοδιάγραμμα, όπως παρουσιάζεται δημοσίως, στοχεύει σε ένταξη σε υπηρεσία γύρω στο 2038, ώστε να μη χαθεί η συνέχεια μετά το Charles de Gaulle. Αυτό δημιουργεί σοβαρή τεχνική πίεση, γιατί ένα αεροπλανοφόρο δεν είναι «λίγο πιο μεγάλη φρεγάτα». Είναι πρόγραμμα που συμπεριφέρεται και αντιμετωπίζεται ως βιομηχανικό οικοσύστημα. Οι κρίσιμες αποφάσεις παίρνονται νωρίς, ειδικά για τους πυρηνικούς αντιδραστήρες, αλλά και για υποδομές καταπελτών/ανάσχεσης. Από εκεί και πέρα, το πρόγραμμα εξελίσσεται με αλληλουχία που περιλαμβάνει χρόνια λεπτομερούς σχεδίασης, συναρμολόγηση μεγάλων τμημάτων, ολοκλήρωση, δοκιμές στη θάλασσα, πιστοποίηση πτητικών επιχειρήσεων και τελική επιχειρησιακή ωρίμανση. Αν το πρόγραμμα κρατήσει τον ρυθμό του, το PANG θα βρίσκεται σε φάση που «κλειδώνει» τη βιομηχανική σχεδίασή του αρκετά πριν το 2032, γιατί εκεί θα ξεκινά η πραγματική ναυπήγηση.

Στο κόστος, ο αριθμός που ακούγεται δημόσια για κινείται γύρω στα 10+ δισ. ευρώ, οπότε μιλάμε για το ακριβότερο ευρωπαϊκό πολεμικό που θα έχει κατασκευαστεί ποτέ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι το αεροπλανοφόρο έχει ένα κόστος που χωρίζεται σε τρία μεγάλα κέντρα κόστους. Πρώτο το ίδιο το πλοίο. Δεύτερο τα κύρια υποσυστήματα που έρχονται με ειδικούς όρους υποστήριξης, εκπαίδευσης και πιστοποίησης. Τρίτο οι υποδομές στην ξηρά και η υποστήριξη που χρειάζονται για να υπάρξει επιχειρησιακή διαθεσιμότητα. Σε τέτοια προγράμματα, το τρίτο μέρος τείνει να «ξεχνιέται», όμως είναι καθοριστικό για το αν το πλοίο θα είναι ενεργό εργαλείο στη θάλασσα ή απλά θα το θαυμάζουμε αραγμένο στην Τουλών.

Υπάρχουν τεχνολογικοί κίνδυνοι; Ναι, και είναι συγκεκριμένοι. Ο πρώτος είναι η ολοκλήρωση των EMALS/AAG στην αρχιτεκτονική του πλοίου. Η τεχνολογία υπάρχει και υπηρετεί πάνω στα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, όμως η ένταξη σε νέο πλοίο, και μάλιστα ευρωπαϊκό, σημαίνει συντονισμό ισχύος, ποιότητας τάσης, διαχείρισης ηλεκτρικών φορτίων αιχμής, ψύξης και απαιτητικών διαδικασιών συντήρησης. Αν κάτι σε αυτά «ξεφύγει», ο ρυθμός εξόδων πέφτει ή μηδενίζεται, άρα το αεροπλανοφόρο αχρηστεύεται. Ο δεύτερος κίνδυνος είναι ο ρυθμός ωρίμανσης της αεροπορικής Πτέρυγας, που δεν θα μείνει ίδια για πάντα. Το PANG σχεδιάζεται για να υποδεχθεί και το διάδοχο του Rafale. Αυτό σημαίνει ότι το πλοίο χτίζεται για αεροσκάφος που ακόμη δεν υπάρχει. Η σχεδίαση πρέπει να κρατά ευελιξία χωρίς να πληρώνει υπερβολικό βάρος/όγκο σε “what if” επιλογές. Ο τρίτος κίνδυνος είναι ο κλασικός βιομηχανικός, να κρατηθεί το πρόγραμμα σε τροχιά χωρίς διαρκείς αλλαγές απαιτήσεων και χωρίς να δημιουργηθούν στενώσεις σε προμήθειες/υποκατασκευαστές, ειδικά σε έναν ευρωπαϊκό χώρο που ταυτόχρονα τρέχει πολλά μεγάλα ναυτικά προγράμματα.

Η αεροπορική πτέρυγα είναι η ψυχή του PANG, γιατί εκεί φαίνεται αν το αεροπλανοφόρο έχει λόγο ύπαρξης. Η πιο ρεαλιστική εικόνα για την πρώτη περίοδο ζωής του πλοίου είναι ένας αρχικός κορμός Rafale M σε προχωρημένη διαμόρφωση, με τον τύπο να συνεχίζει να εξελίσσεται σε αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και όπλα. Η Γαλλία θέλει ένα μαχητικό που θα λειτουργεί ως κόμβος δεδομένων, με ισχυρό σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου, με δυνατότητα συνεργασίας και με άλλα μέσα, και με σοβαρή αντοχή σε “κορεσμένο” περιβάλλον. Παράλληλα, το PANG χτίζεται για να δεχθεί τον μελλοντικό διάδοχο στο πλαίσιο του FCAS, όταν αυτός ωριμάσει.

Γαλλικό Rafale M, σε προσνήωση στο αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle

Το δεύτερο στοιχείο της Πτέρυγας είναι το αεροσκάφος ηλεκτρονικού πολέμου (AEW), σταθερών πτευρύγων, δηλαδή το E-2 Hawkeye (στη σύγχρονη έκδοση, E-2D). Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά κατηγορίας σε σχέση με ό,τι βλέπουμε σε αεροπλανοφόρα STOVL, δηλαδή για αεροσκάφη καθέτου απονηώσεως. AEW αεροσκάφος σταθερής πτέρυγας σημαίνει μεγάλο ύψος, αξιόλογη ταχύτητα και ακτίνα δράσης, παραμονή για πολλές ώρες στο πεδίο, και πραγματική ικανότητα διοίκησης αεροπορικής μάχης από το αεροσκάφος. Σε ένα θέατρο επιχειρήσεων με πολλαπλές αντιπλοϊκές απειλές και κορεσμό, το αεροσκάφος AEW ξεφεύγει από την έννοια “ένα ραντάρ παραπάνω” και μετατρέπεται στο μηχανισμό που κρατά συνεκτική την εικόνα και οργανώνει αναχαιτίσεις, κάνει στοχοποίηση, διαχειρίζεται απειλές και μειώνει το χρόνο αντίδρασης. Για τη Γαλλία, που βλέπει το αεροπλανοφόρο ως στρατηγικό εργαλείο, αυτό είναι μη διαπραγματεύσιμο. Γι’ αυτό και το PANG παραμένει στην CATOBAR σχολή, με ότι σημαίνει αυτό για το κόστος.

Γαλλικό ιπτάμενο ραντάρ, E-2C Hawkeye

Το τρίτο κομμάτι της Πτέρυγας είναι τα ελικόπτερα. Σε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, το αεροπλανοφόρο χρειάζεται ισχυρό πακέτο ανθυποβρυχιακής προστασίας, γιατί το υποβρύχιο παραμένει ο πιο ύπουλος αντίπαλος για σχηματισμό υψηλής αξίας όπως η ομάδα μάχης αεροπλανοφόρου. Χρειάζεται επίσης ελικόπτερα για έρευνα-διάσωση (SAR), για σύνδεση με άλλα πλοία και την ξηρά, για μεταφορά, για επιχειρησιακή “καθημερινότητα”. Ταυτόχρονα, οι ανάγκες για ναυτικά UAV  μεγαλώνουν. Ένα αεροπλανοφόρο του 2040 δύσκολα θα ζήσει χωρίς ικανό αριθμό UAV για επιτήρηση, στοχοποίηση, αναγνώριση, ακόμη και αποστολές παραπλάνησης ή κορεσμού. Εδώ η Γαλλία μιλά εδώ και καιρό για “αεροπλανοφόρα μη επανδρωμένων” και για την ευρύτερη έννοια συνεργατικών μέσων.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει η σύγκριση με τα βρετανικά πλοία της κλάσης Queen Elizabeth….

Η συνέχεια στο Naval Defence