Η επικείμενη άφιξη των πρώτων Eurofighter Typhoon στην τουρκική πολεμική αεροπορία, μέσω άμεσης μεταβίβασης από το Κατάρ, αποτελεί εξέλιξη με ουσιαστικό στρατηγικό βάρος. Πληροφορίες στον διεθνή αμυντικό Τύπο συνδέουν το χρονοδιάγραμμα με τους πρώτους μήνες του 2026, με μεταφορά αεροσκαφών από τον καταριανό στόλο προς την Τουρκία. Η κίνηση αυτή εισάγει σε έναν στόλο που για χρόνια στηρίχθηκε στην αριθμητική ισχύ των F-16 μια νέα ποιότητα αισθητήρων και όπλων, ειδικά στον χώρο της εναέριας μάχης BVR.

Η τελευταία παράδοση νέων τουρκικών F-16 από τη γραμμή παραγωγής της TAI ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 2012, στο πλαίσιο του προγράμματος Peace Onyx IV, άρα η Άγκυρα βρέθηκε για πάνω από μια δεκαετία χωρίς είσοδο νέου μαχητικού δυτικού τύπου σε κλίμακα. Μέσα σε αυτό το κενό, η έλευση ακόμη και μεταχειρισμένων Typhoon λειτουργεί σαν πραγματική επανεκκίνηση ποιοτικών δυνατοτήτων για τους Τούρκους, επειδή η σύγχρονη αεροπορική αναμέτρηση κρίνεται στην ταχύτητα παραγωγής τακτικής εικόνας, στη διατήρησή της υπό την πίεση της μάχης, και στη μετατροπή της σε βολή μεγάλης πιθανότητας επιτυχίας.

Το πρώτο σημείο που απαιτεί καθαρή ανάγνωση αφορά την έκδοση. Τα καταριανά Typhoon τοποθετούνται στην κατηγορία Tranche 3A, όμως η έννοια Tranche περιγράφει πρωτίστως γραμμή παραγωγής και baseline υποδομών. Η πραγματική διαφοροποίηση προκύπτει από τη διαμόρφωση αισθητήρων, λογισμικών και πιστοποιήσεων όπλων. Για το Κατάρ υπάρχει ισχυρή τεκμηρίωση ότι τα αεροσκάφη συνδέονται με το ECRS Mk0, που περιγράφεται ως η πρώτη επιχειρησιακή έκδοση AESA για το Typhoon και αναφέρεται ότι βρίσκεται ήδη σε υπηρεσία σε Κατάρ και Κουβέιτ, με υποστήριξη καθοδήγησης τόσο AMRAAM όσο και Meteor. Με άλλα λόγια, το Tranche δίνει το «σώμα», ενώ το ECRS Mk0 δίνει την «αιχμή». Σε ένα περιβάλλον όπου τα μηχανικά ραντάρ περιορίζονται από ρυθμό σάρωσης, αντίσταση σε παρεμβολές και ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών στόχων, η μετάβαση σε ενεργή ηλεκτρονική σάρωση μεταφέρει το Typhoon σε άλλη κατηγορία.

Το ECRS Mk0 βασίζεται στην αρχιτεκτονική Captor-E και συνδέεται με μια ιδιαίτερη σχεδιαστική επιλογή που επηρεάζει άμεσα την επιχειρησιακή συμπεριφορά. Σε ανοικτό βιομηχανικό υλικό για το Captor-E αναφέρεται εμβέλεια εντοπισμού μεγαλύτερη από 200 χιλιόμετρα, καθώς και μόνιμο πεδίο παρατήρησης 200 μοιρών, χάρη σε περιστρεφόμενη πλάκα κεραίας. Το χαρακτηριστικό αυτό έχει τεράστια σημασία στην πράξη, επειδή επιτρέπει στο αεροσκάφος να διατηρεί ίχνος σε μεγάλες γωνίες, να συνεχίζει να ανανεώνει δεδομένα στόχου ενώ κινείται επιθετικά για καλύτερη θέση, και να στηρίζει πιο σταθερά την αλυσίδα καθοδήγησης των βλημάτων. Στο Αιγαίο, όπου οι γεωμετρίες εμπλοκής αλλάζουν γρήγορα και η απόσταση μεταξύ σημείων ενδιαφέροντος παραμένει σχετικά μικρή, το ευρύ field of regard μετατρέπεται σε δυνατότητα επιβολής ρυθμού, ειδικά όταν ο αντίπαλος προσπαθεί να «σπάσει» την εικόνα με ελιγμούς ή ηλεκτρονικές παρεμβολές.

Η αξία ενός AESA, όμως, σπάνια περιορίζεται στην εμβέλεια. Το πραγματικό πλεονέκτημα των AESA βρίσκεται στη συνολική διαχείριση εκπομπών, στη δυνατότητα γρήγορης ανανέωσης ίχνους, στη δημιουργία πολλαπλών δεσμών και στη συμπεριφορά μέσα σε σύνθετο ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον. Το ECRS Mk0 περιγράφεται με έμφαση στη λειτουργία εντός «complex electromagnetic environments», άρα η σχεδίασή του συνδέεται με αντοχή σε ηλεκτρονικό πόλεμο και αποτελεσματικότητα σε συνθήκες παρεμβολών. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν το Typhoon καλείται να λειτουργήσει ως «μπροστινός αισθητήρας» μιας δύναμης μαχητικών, να δίνει στοχοποιήσεις, να κρατά πολλαπλά ίχνη και να υποστηρίζει βολές πέρα από τον οπτικό ορίζοντα. Με επαρκή δικτύωση και σωστή τακτική, ένας μικρός αριθμός Typhoon “υψηλής” διαμόρφωσης μπορεί να αυξήσει δραματικός το επίπεδο εμπλοκής ενός μεγαλύτερου σχηματισμού F-16, προσφέροντας καλύτερη εικόνα και δυνατότητα πρώτης βολής σε αποστάσεις που μέχρι σήμερα παρέμεναν αδύνατες. Δηλαδή τα Eurofighter θα παίζουν το ρόλο του ιπτάμενου ραντάρ για τα παλιότερα τουρκικά F-16C/D.

Σε αυτό το σημείο, ο Meteor αποτελεί το όπλο που δίνει περιεχόμενο στην έννοια «ποιοτική αναβάθμιση». Σε τεχνικά στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί από τη Saab, ο Meteor εμφανίζεται με επιχειρησιακή εμβέλεια 100+ χιλιόμετρα και ταχύτητα πάνω από Mach 4, ενώ σε σχετική περιγραφή επισημαίνεται και no-escape zone πάνω από 60 χιλιόμετρα. Η διαφορά του σε σχέση με κλασικούς πυραύλους μεγάλης εμβέλειας σχετίζεται με τη διατήρηση της κινητικής ενέργειας μέχρι το τελικό στάδιο, μέσω της πρόωσης ramjet. Σε πρακτικούς όρους, αυτό σημαίνει μεγαλύτερη πίεση στον αντίπαλο σε βάθος, υψηλότερη πιθανότητα επιτυχίας όταν ο στόχος επιχειρεί να απομακρυνθεί ή να ελιχθεί έντονα, και μεγαλύτερη «ποινή» για λάθος θέση. Το ECRS Mk0 αναφέρεται ότι υποστηρίζει καθοδήγηση τόσο Meteor όσο και AMRAAM, άρα το Typhoon μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως το δίπολο ισχυρού αισθητήρα και βλήματος υψηλής ενέργειας, κάτι που αλλάζει τα όρια του παιχνιδιού.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, η Πολεμική Αεροπορία έχει ήδη διαμορφώσει μια δομή ισχύος που στηρίζεται σε μαζική παρουσία μαχητικών με ραντάρ AESA και σε σύγχρονα όπλα. Ο κορυφαίος πυλώνας είναι τα 24 Rafale F3R, με την παραλαβή του 24ου αεροσκάφους να έχει παρουσιαστεί ως ολοκλήρωση του πακέτου στις αρχές του 2025. Το Rafale εισέρχεται στον χώρο επιχειρήσεων ως πλατφόρμα υψηλής τακτικής επίγνωσης, με αισθητήρες σχεδιασμένους ώστε να λειτουργούν σε σύνθετο περιβάλλον και με φιλοσοφία που συνδέει την εικόνα απευθείας με την απόφαση και τη βολή. Η παρουσία του Rafale στο ελληνικό οπλοστάσιο αποτέλεσε ήδη αλλαγή ισορροπίας, επειδή πρόσφερε μια σταθερή «αιχμή» που συνδυάζει ισχυρή ανίχνευση, υψηλή επιβιωσιμότητα και βλήματα BVR κορυφαίας κατηγορίας.

Το RBE2 AESA αποτελεί τον πυρήνα αυτής της ικανότητας. Η Thales περιγράφει το ραντάρ ως σύστημα που προσφέρει «unrivalled tactical situational awareness», με βελτιωμένη ανίχνευση και παρακολούθηση πολλαπλών στόχων και ικανότητα λειτουργίας σε περιβάλλον «clutter». Σε δημοσιευμένες αναφορές, το RBE2-AA εμφανίζεται με εμβέλεια άνω των 200 χιλιομέτρων και με δυνατότητα σάρωσης που τοποθετείται γύρω στις 140 μοίρες, στοιχείο που δείχνει πως το Rafale επιχειρεί με ισχυρή κάλυψη και αποτελεσματική διαχείριση πολλαπλών στόχων. Η ουσία βρίσκεται στο αποτέλεσμα, το Rafale μπορεί να κρατά ποιοτική εικόνα, να ταξινομεί απειλές, να επιλέγει προτεραιότητες και να επιβάλει εμπλοκή σε χρόνο που περιορίζει τα περιθώρια αντίδρασης του αντιπάλου. Σε επίπεδο αεροπορικής αναμέτρησης, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη πιθανότητα για πρώτη βολή σε ευνοϊκή γεωμετρία, ιδιαίτερα όταν ο σχηματισμός στηρίζεται σε συνδυασμό αισθητήρων και δικτυοκεντρικής εικόνας.

Η παρουσία του Meteor στα ελληνικά Rafale ανεβάζει την απειλή σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο. Η ίδια η σχεδίαση του Meteor, με τη διατήρηση ώσης μέχρι αργά στην εμπλοκή, ευνοεί το δόγμα που επιδιώκει επιβολή περιοχής και μείωση περιθωρίων διαφυγής. Σε ένα θέατρο όπως το Αιγαίο, όπου οι αποστάσεις επιτρέπουν γρήγορη μετάβαση από εντοπισμό σε βολή, ο Meteor δημιουργεί «ζώνες πίεσης» που αναγκάζουν τον αντίπαλο να αναθεωρεί τη θέση του πολύ νωρίτερα, ειδικά όταν απέναντι λειτουργεί και πυκνότητα ραντάρ AESA μέσω των Viper. Άρα, ακόμη και αν η Τουρκία αποκτήσει Meteor μέσω Typhoon, η Ελλάδα επιχειρεί ήδη με ώριμη ενσωμάτωση του όπλου σε τακτική και αποστολές, κάτι που μετρά όσο και η ίδια η απόδοση του βλήματος.

Ο δεύτερος ελληνικός πυλώνας είναι τα F-16V Viper. Το πρόγραμμα αναβάθμισης προς τη διαμόρφωση Viper προχωρά σε ρυθμό που επιτρέπει να μιλά κανείς για σταδιακή μετατροπή του κύριου κορμού του στόλου, με την παράδοση του 48ου F-16V να παρουσιάζεται ως ορόσημο που αντιστοιχεί λίγο πιο πάνω από το μέσο της διαδρομής. Ο τελικός στόχος των 83 Viper μεταφράζεται σε κάτι πολύ συγκεκριμένο, η Ελλάδα αποκτά έναν από τους πιο «βαρείς» σε AESA αναλογία στόλους F-16 στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει περισσότερα ζεύγη με σύγχρονη εικόνα, περισσότερες ταυτόχρονες δυνατότητες εμπλοκής και υψηλότερη ανθεκτικότητα σε περιβάλλον παρεμβολών, επειδή η ποιότητα αισθητήρα παύει να είναι προνόμιο μιας μικρής ομάδας αεροσκαφών.

Το AN/APG-83 SABR AESA αποτελεί το κέντρο βάρους της αναβάθμισης. Η Northrop Grumman παρουσιάζει το APG-83 ως AESA ραντάρ που ενσωματώνει τεχνολογίες από οικογένειες ραντάρ 5ης γενιάς και προσφέρει προηγμένες δυνατότητες ανίχνευσης και ελέγχου πυρός στο F-16. Σε ανοικτές αναφορές αποδίδεται στο σύστημα instrumented range της τάξης των 370 χιλιομέτρων, με την αυτονόητη υποσημείωση ότι το πραγματικό εύρος εντοπισμού εξαρτάται από ίχνος στόχου, ύψος, γωνία και τακτικές συνθήκες. Στην πραγματικότητα ξεπερνά κατά πολύ τις επιδόσεις όλων των εκδόσεων AN/APG-68 της Τουρκίας. Αυτό που μετρά επιχειρησιακά είναι η δυνατότητα γρήγορης ανανέωσης δεδομένων, παρακολούθησης πολλαπλών στόχων, δημιουργίας εικόνας υψηλής ανάλυσης για επιφανειακούς στόχους και σταθερής στήριξης βολών BVR. Με πολλά Viper σε υπηρεσία, η Ελλάδα παράγει τακτική εικόνα υψηλής ποιότητας σε περισσότερους τομείς ταυτόχρονα, άρα αυξάνει τον βαθμό ελέγχου του εναερίου χώρου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των AIM-120 AMRAAM αποκτά νέα διάσταση. Η Πολεμική Αεροπορία παρουσιάζει στο οπλοστάσιο τις εκδόσεις AIM-120B, AIM-120C-5 και AIM-120C-7, με αναφερόμενες εμβέλειες 35 ναυτικά μίλια για την έκδοση B και 40 ναυτικά μίλια για τις εκδόσεις C-5 και C-7. Η «καλύτερη εκμετάλλευση» που προσφέρει το Viper συνδέεται με την ποιότητα ίχνους και τη σταθερότητα ενημέρωσης μέσης πορείας. Ένα AESA ραντάρ, με μεγαλύτερη αντοχή σε παρεμβολές και πιο γρήγορη ανανέωση, βοηθά το AMRAAM να φτάσει σε πιο ευνοϊκό σημείο ενεργοποίησης του ερευνητή του, με περισσότερη ενέργεια και καλύτερη γεωμετρία. Έτσι, ακόμη και βλήματα που ήδη υπάρχουν στο απόθεμα αποκτούν μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία, επειδή η πλατφόρμα παροχής δεδομένων βρίσκεται σε ανώτερο επίπεδο.

Η τουρκική αριθμητική υπεροχή παραμένει σημαντική, με αναφορές που τοποθετούν τον στόλο F-16 σε επίπεδα 240 και άνω, ενώ άλλες πηγές αναφέρονται σε συνολικές παραλαβές έως 270 μέσα στον χρόνο. Το πρόβλημα για την Άγκυρα αφορά την ανομοιογένεια. Ένα μεγάλο τμήμα των τουρκικών F-16 προέρχεται από παλαιότερα Block και επιχειρεί με ραντάρ μηχανικής σάρωσης, με περιορισμούς σε ρυθμό σάρωσης, συμπεριφορά σε παρεμβολές και ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών στόχων σε σύνθετο περιβάλλον. Σε αντίθεση, η Ελλάδα συγκροτεί μια «πυκνή ζώνη» AESA μέσω Rafale και Viper, άρα η μετατροπή της αριθμητικής μάζας σε πραγματική πρωτοβουλία γίνεται δυσκολότερη. Η έλευση Typhoon ενισχύει σημαντικά την Τουρκία σε αποστολές πρώτης γραμμής, όμως λειτουργεί κυρίως ως συμπαγής αιχμή μέσα σε έναν ευρύτερο στόλο που συνεχίζει να φέρει μεγάλες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα αεροσκάφη.

Σε αυτή τη σύγκριση, ακόμη και τα ελληνικά Mirage 2000-5 διατηρούν ρόλο που αξίζει προσοχή. Η Πολεμική Αεροπορία παρουσιάζει τα Mirage 2000-5 με το RDY-2 ως πιο προηγμένο ραντάρ σε σχέση με προηγούμενες διαμορφώσεις, ενώ η ύπαρξη όπλων όπως ο MICA ενισχύει το αποτύπωμα σε συγκεκριμένες αποστολές. Το σημαντικό στοιχείο είναι η στρωματοποιημένη δομή. Η Ελλάδα μπορεί να κατανέμει ρόλους, να κρατά ισχυρή παρουσία σε καθημερινή βάση και να διατηρεί την αιχμή της σε υψηλή διαθεσιμότητα, ενώ ο αντίπαλος καλείται να ισορροπεί ανάμεσα σε αριθμούς και ποιοτική διαφοροποίηση πλατφορμών. Σε μια κρίση, αυτή η διαστρωματοποίηση για την ΠΑ επιτρέπει καλύτερη διαχείριση εξόδων και μεγαλύτερη ευελιξία επιλογών.

Η σύγκριση των ραντάρ δείχνει καθαρά την πραγματικότητα. Το ECRS Mk0 του Typhoon δίνει έμφαση στο ευρύ πεδίο παρατήρησης και στην ευελιξία εμπλοκής σε μεγάλες γωνίες, ιδιαίτερα χρήσιμο όταν ο χειριστής επιδιώκει αλλαγή πορείας για καλύτερη θέση χωρίς απώλεια εικόνας. Το RBE2 AESA του Rafale προβάλλει την ολοκληρωμένη τακτική επίγνωση και τη λειτουργία σε clutter, στοιχείο που ευνοεί την αξιόπιστη ταξινόμηση απειλών και την ταχεία λήψη απόφασης. Το APG-83 των Viper δίνει το πλεονέκτημα της μαζικής διάχυσης σύγχρονων δυνατοτήτων σε μεγάλο μέρος του στόλου, άρα μετατρέπει την ποιότητα σε «πυκνότητα». Στον σύγχρονο αεροπορικό πόλεμο, η πυκνότητα μετρά όσο και η αιχμή, επειδή ο αντίπαλος καλείται να αντιμετωπίσει πολλαπλές ταυτόχρονες AESA πηγές, περισσότερους φορείς βολής και μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεθεί υπό πίεση από διαφορετικές γωνίες.

Ο Meteor αποτελεί κοινό σημείο σύγκρισης και για τις δύο πλευρές, με τη διαφορά ότι η Ελλάδα επιχειρεί ήδη με αυτόν στο Rafale, ενώ η Τουρκία επιδιώκει να τον εντάξει μέσω Typhoon. Ο Meteor αποδίδει στο μέγιστο όταν τροφοδοτείται από σταθερή και ανθεκτική εικόνα, επειδή το βλήμα βασίζεται σε ενημερώσεις μέσης πορείας και η ποιότητα αυτών των ενημερώσεων επηρεάζει την τελική γεωμετρία. Άρα, μια αεροπορία που παράγει AESA εικόνα σε κλίμακα, με πολλαπλές πλατφόρμες, αποκτά πλεονέκτημα και στην αξιοποίηση του ίδιου όπλου. Η Ελλάδα, με Rafale και Viper, έχει ήδη δημιουργήσει αυτή την κλίμακα, και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που συχνά χάνονται οι αριθμοί των αεροσκαφών. Ο νικητής στο BVR περιβάλλον είναι εκείνος που συντηρεί την “αλυσίδα” αισθητήρας, επεξεργασίας-όπλου υπό πίεση, με υψηλή αξιοπιστία.

Το μέλλον προσθέτει ακόμη έναν καταλύτη, την έλευση των πρώτων ελληνικών F-35A. Μετά την υπογραφή της LOA για 20 αεροσκάφη, έχει αναφερθεί χρονοδιάγραμμα που τοποθετεί την έναρξη παραδόσεων στο 2028, με τα πρώτα αεροσκάφη να παραμένουν στις ΗΠΑ για εκπαίδευση για ένα διάστημα. Η είσοδος του F-35A μεταφέρει την ισορροπία σε επίπεδο χαμηλής παρατηρησιμότητας και δικτυοκεντρικής υπεροχής, όπου η συλλογή και διανομή εικόνας αποκτά νέα ποιότητα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο συνδυασμός Rafale και Viper λειτουργεί ως ισχυρή βάση, ενώ το F-35A προστίθεται ως πολλαπλασιαστής που αλλάζει το πώς χτίζεται η εικόνα και το πώς επιβάλλεται η εμπλοκή. Έτσι, τα πρώτα τουρκικά Eurofighter αποτελούν σημαντικό βήμα για την Άγκυρα, όμως βρίσκουν απέναντί τους μια ήδη μεταμορφωμένη ελληνική δύναμη, με ραντάρ AESA, “ώριμη” ενσωμάτωση Meteor, καλύτερη αξιοποίηση AMRAAM μέσω Viper και ορατό ορίζοντα εισόδου στην πέμπτη γενιά.

Το τελικό συμπέρασμα παραμένει σαφές. Τα καταριανά Typhoon Tranche 3A με ECRS Mk0 και δυνατότητα Meteor προσθέτουν στην Τουρκία μια ποιοτική αιχμή που αξίζει σοβαρή προσοχή και μπορεί να αυξήσει την πίεση σε επιλεγμένα σενάρια πρώτης γραμμής. Την ίδια στιγμή, η Πολεμική Αεροπορία έχει ήδη συγκροτήσει μια δομή όπου η ποιότητα διαχέεται σε κλίμακα μέσω Rafale F3R και F-16V, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η αξία της απλής αριθμητικής υπεροχής. Με την προοπτική των F-35A, η εικόνα οδηγείται σε ακόμη βαθύτερη αλλαγή ισορροπίας. Στον αέρα, η εποχή που κέρδιζε ο μεγαλύτερος αριθμός αεροσκαφών δίνει τη θέση της στην εποχή που κερδίζει ο καλύτερος συνδυασμός αισθητήρων, όπλων, δικτύωσης και τακτικής.