Η φρεγάτα κλάσης “Κίμων” (FDI HN) αποτελεί πλοίο πρώτης γραμμής με σχεδιαστική «ραχοκοκαλιά» την αντιαεροπορική άμυνα με στόχο την επιβίωση του ναυτικού σχηματισμού της, σε περιβάλλοντα έντονων απειλών. Ταυτόχρονα, η σύγχρονη ναυτική πραγματικότητα επιβάλλει κάθε φρεγάτα να διαθέτει ισχυρό ανθυποβρυχιακό πακέτο, καθώς τα υποβρύχια αξιοποιούν τη διακριτικότητα τους για να επιβάλουν άρνηση περιοχής, να διακόψουν γραμμές επικοινωνιών και να απειλήσουν κρίσιμες μονάδες επιφανείας.
Έτσι η FDI παρότι δεν σχεδιάστηκε ως «καθαρόαιμη» ανθυποβρυχιακή, τύπου FREMM/Bergamini, εμφανίζει ένα σύνολο ανθυποβρυχιακών ικανοτήτων που σπανίζει σε εκτόπισμα αυτής της κατηγορίας, με κύρια αιχμή ένα από τα ισχυρότερα ρυμουλκούμενα σόναρ της αγοράς και ένα πλέγμα μέσων που προσδίδει πραγματική επιχειρησιακή αυτονομία στη συγκεριμένη δράση.
Η συζήτηση, για την ανθυποβρυχιακή ικανότητα της “Κίμων” ξεκινά από την πρόωση. Το σκάφος έχει ντιζελοκινητήρες, χωρίς δυνατότητα αμιγούς ηλεκτρικής πλεύσης τύπου CODLAG/CODLAD. H ηλεκτρική πρόωση προσφέρει πλεονέκτημα στο ακουστικό προφίλ χαμηλής ταχύτητας, εκεί όπου εκτελείται μεγάλο μέρος της ανθυποβρυχιακής αναζήτησης. Η απουσία της μεταφράζεται σε μειωμένο περιθώριο «απόλυτης σιωπής» σε σύγκριση με φρεγάτες που μπορούν να κινούνται ηλεκτρικά. Η πραγματική εικόνα όμως κρίνεται στο σύνολο της μηχανολογικής απόσβεσης του θορύβου: οι ντιζελοκινητήρες και τα άλλα θορυβώδη συστήματα, σε σύγχρονα πλοία πρώτης γραμμής τοποθετούνται πάνω σε ειδικές ελαστικές βάσεις και «γέφυρες» απομόνωσης, με στόχο τη δραστική μείωση των κραδασμών που μεταδίδονται στο κύτος και επομένως στο υδάτινο περιβάλλον.
Το αποτέλεσμα της υλοποίησης στην FDI αυτού το σχεδιασμού, προσφέρει σημαντική μείωση της ακουστικής εκπομπής δομικού θορύβου, ιδίως στις ταχύτητες περιπολίας, ενώ η λειτουργία του ρυμουλκούμενου σόναρ μεταβλητού βάθους επιτρέπει την αναζήτηση με περιορισμό των “τυφλών” σημείων που δημιουργούν τα θαλάσσια θερμοκλινή. Με απλά λόγια, η “Κίμων” αν και ντηζελοκίνητη, διατηρεί ένα σύνολο σχεδιαστικών λύσεων που μειώνουν αισθητά το μειονέκτημα, κρατώντας την ανταγωνιστική. Και το βασικότερο, έχει ένα πιο απλό σε συντήρηση μηχανοστάσιο, κάτι που το ΠΝ θεωρεί πολύ σημαντικό.
Στη συνέχεια, ο βασικός λόγος που η κλάση αντιμετωπίζεται σοβαρά στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο, είναι το CAPTAS-4 Compact. Πρόκειται για ρυμουλκούμενο σόναρ μεταβλητού βάθους της Thales, μέλος της οικογένειας CAPTAS (Combined Active and Passive Towed Array Sonar), που συνδυάζει ενεργές και παθητικές λειτουργίες για μακράς εμβέλειας ανίχνευση, εντοπισμό, ταξινόμηση και παρακολούθηση υποβρυχίων. Η επιλογή του συγκεκριμένου συστήματος για τις FDI/FDI HN συνδυάζεται, ως “σούιτα” αισθητήρων και με το σόναρ κύτους (στην πλώρη) Kingklip Mk2.
Το CAPTAS-4, στην “μεγάλη” έκδοση του, στηρίζεται σε ενεργό πομπό υπερ-χαμηλών συχνοτήτων και σε ρυμουλκούμενη γραμμική κεραία υδροφώνων, επιτρέποντας ταυτόχρονη ενεργή/παθητική αναζήτηση, με εξαιρετική συμπεριφορά σε σύνθετα ακουστικά περιβάλλοντα. Στη έκδοση Compact, το σύστημα έχει εξελιχθεί ώστε να διατηρεί την ίδια επιχειρησιακή φιλοσοφία και το υψηλό επίπεδο επιδόσεων, με μειωμένο βάρος και αποτύπωμα εγκατάστασης, κάτι που το καθιστά κατάλληλο για φρεγάτες μεσαίου εκτοπίσματος όπως η FDI. Στοιχεία ανοικτών πηγών αποδίδουν στην έκδοση Compact, μείωση περίπου 20% σε βάρος και σχεδόν 50% σε απαίτηση χώρου (σε σχέση με την μεγάλη έκδοση), ώστε να χωρά σε πλατφόρμες της κατηγορίας των 4.000+ τόνων.

Το κρίσιμο επιχειρησιακό πλεονέκτημα ενός τέτοιου σόναρ είναι η δυνατότητα επιλογής βάθους λειτουργίας. Σε θάλασσες όπως η Ανατολική Μεσόγειος, η θερμοκρασιακή στρωμάτωση και το θερμοκλινές δημιουργούν «φραγμούς» διάδοσης των υποθαλάσσιων ήχων, περιοχές “σκίασης” και ζώνες αυξημένης διάθλασης. Ένα σόναρ κύτους, όσο ισχυρό κι αν είναι, λειτουργεί σε συγκεκριμένο βύθισμα, ενώ ένα μεταβλητού βάθους μπορεί να κατεβεί εκεί όπου η διάδοση του ήχου γίνεται ευνοϊκότερη, να «περάσει» κάτω από το θερμοκλινές, να αναζητήσει σε βάθη που δίνουν καλύτερο λόγο σήματος προς θόρυβο, να αλλάξει γεωμετρία λήψης και να μειώσει τη σύγχυση αντήχησης σε παράκτιες περιοχές. Ουσιαστικά, το CAPTAS-4 Compact δίνει στην ΚΙΜΩΝ την ικανότητα να παράγει υποθαλάσσια τακτική εικόνα σε αποστάσεις που τείνουν να ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια ενός τυπικού σόναρ κύτους, ιδίως όταν ο στόχος είναι σύγχρονο συμβατικό υποβρύχιο με χαμηλή ακουστική υπογραφή.
Σε τεχνικούς όρους, το CAPTAS-4 αναφέρεται (ανάλογα την πηγή) πως μπορεί να φτάσει και τα 300 μέτρα βάθος, ενώ η έκδοση Compact έχει αναφορές λειτουργίας έως περίπου 230 μέτρα. Η ασφαλής ανάπτυξη και ανάκτηση του συρόμενου σόναρ αποτελεί επίσης πρωταρχικό παράγοντα, διότι αυτό κρίνει πόσο συχνά μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς επιχειρησιακούς περιορισμούς. Σε αυτή τη λογική, πληροφορίες καταγράφουν επιχειρησιακό όριο ανάπτυξης/ανάκτησης έως κατάσταση θάλασσας 6.

Παράλληλα, η ίδια η Thales προβάλλει την οικογένεια CAPTAS ως σύστημα «μακράς ακουστικής ανίχνευσης», με αναφορές δυνατότητας εντοπισμού σε αποστάσεις που μπορούν να φτάσουν κα πάνω από 100 χιλιόμετρα, με την αυτονόητη επισήμανση ότι η πραγματική εμβέλεια εξαρτάται από τη θερμική στρωμάτωση του νερού, το θόρυβο περιβάλλοντος, το προφίλ πλεύσης, τον τύπο του στόχου και τη χρήση ενεργής ή παθητικής λειτουργίας. Εδώ έχουμε πληροφορίες πως ακόμη και τα αθόρυβα ελληνικά Type 214HN έχουν ανιχνευτεί από γαλλικά CAPTAS-4. Πρέπει να σημειωθεί πως η Τουρκία ούτε έχει, ούτε προβλέπεται να αποκτήσει CAPTAS-4.
Πέρα από το συρόμενο, στην πλώρη, βρίσκεται το σταθερό σόναρ κύτους Kingklip Mk2, ως οργανικό συμπλήρωμα. Η ύπαρξη σόναρ κύτους εξυπηρετεί δύο ρόλους: πρώτον, ανίχνευση και παρακολούθηση στόχων μικρών και μεσαίων αποστάσεων (π.χ. νάρκες), δεύτερο, υποστήριξη προστασίας πλοίου σε περιοχές αγκυροβολίας, στενούς διαύλους ή σε επιχειρήσεις εγγύς ακτών, όπου ο κίνδυνος από μίνι-υποβρύχια και υποβρύχιους δολιοφθορείς αξιολογείται ως σημαντικός.

Το επόμενο κρίσιμο επίπεδο είναι τα όπλα. Κύριο ανθυποβρυχιακό όπλο της φρεγάτας είναι η ελαφρά τορπίλη MU90/IMPACT, προϊόν ευρωπαϊκής σχολής σχεδίασης που έδωσε προτεραιότητα στην αντιμετώπιση συμβατικών υποβρυχίων σε ρηχά και “πολύπλοκα” νερά, με υψηλή αντοχή σε αντίμετρα και ισχυρή ικανότητα εγκλωβισμού.

Η MU90 φέρει ενεργό/παθητικό ακουστικό ερευνητή, ώθηση τύπου pump-jet και ηλεκτρική πρόωση, με βάρος περίπου 304 κιλά, μήκος περί τα 2,85 μέτρα, επιχειρησιακή ταχύτητα από 29 κόμβους έως πάνω από 50, καθώς και μέγιστο βάθος εμπλοκής που ξεπερνά τα 1.000 μέτρα. Η εμβέλεια παρουσιάζεται σε ανοικτές πηγές ως μεγαλύτερη των 10 χιλιομέτρων σε υψηλή ταχύτητα και σημαντικά μεγαλύτερη σε προφίλ οικονομικής πλεύσης, με αναφορές που φτάνουν έως τα 23–25 χιλιόμετρα. Το όπλο αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν συνδυάζεται με την εικόνα που προσφέρει το CAPTAS-4 Compact, οπότε έχουμε ταχεία «μετάφραση» ενός ίχνους σε λύση βολής.

Η σύγκριση με την αμερικανική τορπίλη Mk54 φωτίζει τις διαφορετικές σχολές. Η Mk54 είναι επίσης ελαφρά τορπίλη σε υπηρεσία από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, με αναφορές ταχύτητας πάνω από 40 κόμβους, εμβέλειας της τάξης των 10.000 γυαρδών και μέγιστου βάθους που συχνά εκτιμάται πάνω από 450 μέτρα. Φέρει διαφορετική φιλοσοφία πρόωσης και άλλη ισορροπία παραμέτρων κόστους, επιχειρησιακής ευελιξίας και συμβατότητας με πλατφόρμες/αποθέματα των ΗΠΑ. Εδώ αναδεικνύεται ένα σημείο που έχει επιχειρησιακό υπόβαθρο: η Ευρώπη δεν υιοθέτησε ευρέως ένα ισοδύναμο του αμερικανικού VL-ASROC, δηλαδή εξαπόλυση τορπίλης σε μεγάλες αποστάσεις μέσω ρουκέτας από το σκάφος, ενώ λύσεις τύπου MILAS (που έχουν οι ιταλικές φρεγάτες Bergamini) παρέμειναν εξειδικευμένες και βαριές ως προς την ενσωμάτωση σε πολλές πλατφόρμες. Οπότε η MU90 σχεδιάστηκε με τη λογική να είναι ισχυρή, ευέλικτη, με ενσωματωμένη αντιμετώπιση σύγχρονων αντίμετρων και δυνατότητα προσαρμογής του προφίλ εμπλοκής ανά περίπτωση.
Η αποτελεσματικότητα όμως στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο κρίνεται από την ικανότητα εύρεσης και «καθήλωσης» του στόχου, πριν φτάσει στο σημείο εκτόξευσης τορπιλών ή πριν διαφύγει σε ζώνες υποθαλάσσιας κάλυψης. Εδώ μπαίνει ο αεροπορικός πολλαπλασιαστής ισχύος, το ελικόπτερο MH-60R Seahawk, το οποίο θεωρείται κορυφαία ανθυποβρυχιακή πλατφόρμα στην κατηγορία του, χάρη στο βυθιζόμενο σόναρ, στο ραντάρ επιφανείας και στη γενική αρχιτεκτονική αποστολής που επιτρέπει γρήγορη μετάβαση από εντοπισμό σε εμπλοκή. Η αξία του MH-60R για την “Κίμων”, βρίσκεται στο ότι ανοίγει το πεδίο αναζήτησης πολύ πέρα από τον ορίζοντα του πλοίου, επιβάλλει κινητικότητα στην ανθυποβρυχιακή διάταξη και μεταφέρει αισθητήρες (και όπλα) εκεί όπου το πλοίο δεν μπορεί ή δεν πρέπει να πάει.

Το ζήτημα διασύνδεσης των δυο πλατφορμών έχει σημασία: η πλήρης εκμετάλλευση πολυστατικών σεναρίων, η ομαλή ανταλλαγή δεδομένων και η συγχώνευση της εικόνας αισθητήρων σε πραγματικό χρόνο επηρεάζονται από το επίπεδο ολοκλήρωσης ανάμεσα σε ελικόπτερο και σύστημα διαχείρισης μάχης του σκάφους. Εδώ το σύστημα διαχείρισης SETIS και η τυπική αρχιτεκτονική του MH-60R δεν προσφέρουν εξ αρχής τον ιδανικό βαθμό σύζευξης τύπου Hawklink για όλες τις προηγμένες λειτουργίες (ένα σύστημα επικοινωνίας σκάφους-ελικοπτέρου Seahawk με πολύ αυξημένο ρυθμό μετάδοσης δεδομένων, σε μεγάλες αποστάσεις και με ισχυρή κρυπτογράφηση). Όμως πρακτική λύση μπορεί να έρθει από τεχνικές “γέφυρες” διαλειτουργικότητας και από την κοινή «γλώσσα» των υποβρυχίων αισθητήρων, ιδίως όταν ο ίδιος κατασκευαστής παρέχει κρίσιμα υποσυστήματα σόναρ σε πλοίο και ελικόπτερο.
Στο ίδιο πλαίσιο, το μη επανδρωμένο S-100 Camcopter…
H συνέχεια στο Naval Defence