Στις 2 Φεβρουαρίου 1974 καταγράφηκε η πρώτη επίσημη πτήση του πρωτοτύπου του μαχητικού General Dynamics YF-16 «72-1567», στην αεροπορική βάση Edwards της Καλιφόρνια, με πιλότο τον Philip F. Oestricher.

Κατά τη διάρκεια της 90λεπτης πτήσης έφτασε τα 400 κόμβους και τα 30.000 πόδια.
Λέμε επίσημα γιατί λίγες ημέρες νωρίτερα, στη διάρκεια της προετοιμασίας για την πρώτη πτήση, σε τροχοδρόμηση υψηλής ταχύτητας το αεροπλάνο βρέθηκε κατά λάθος στην αέρα.
Στις 20 Ιανουαρίου 1974 ο ίδιος δοκιμαστής πιλότος της General Dynamics Oestricher πραγματοποιούσε δοκιμές υψηλής ταχύτητας στο μοναδικό πρωτότυπο YF‑16.
Δεν ήταν ημέρα προγραμματισμένης πτήσης και το σχέδιο ήταν απλό: επιτάχυνση στον διάδρομο με υψηλή ταχύτητα για αξιολόγηση της συμπεριφοράς στο έδαφος, την ικανότητα πέδησης και την απόκρισης των χειριστηρίων, και στη συνέχεια επιβράδυνση και ακινητοποίηση.
Να θυμίσουμε ότι YF‑16 ήταν επαναστατικό, καθώς ήταν το πρώτο μαχητικό σχεδιασμένο εξαρχής με σύστημα ελέγχου πτήσης fly‑by‑wire (FBW), αντικαθιστώντας τους μηχανικούς συνδέσμους με αρτηρίες ηλεκτρικών σημάτων. Διέθετε επίσης πλευρικό χειριστήριο (στο δεξί πλευρικό πάνελ), το οποίο δεν μετακινούνταν όπως τα συμβατικά · αντ’ αυτού «αισθανόταν» τη δύναμη που ασκούσε ο πιλότος για να δώσει εντολές στις επιφάνειες ελέγχου. Το αεροσκάφος είχε εξαιρετικά ευαίσθητη απόκριση στον άξονα της πρόνευσης, ιδίως στο έδαφος.
Κατά τη δοκιμή, καθώς το αεροσκάφος πλησίαζε ταχύτητα απογείωσης (περίπου 120 κόμβους), ο Oestricher έκανε μικρές κινήσεις για να ελέγξει την απόκριση. Ο συνδυασμός του υπερευαίσθητου FBW συστήματος —το οποίο, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, είχε υπερβολικά «επιθετική» ρύθμιση για τροχοδρομήσεις— και πιθανώς λόγω των πιέσεων χειρισμού από τον πιλότο προκάλεσε βίαιες ταλαντώσεις PIO (Pilot‑Induced Oscillation), δεξιά‑αριστερά.
Πριν αποσβεστούν, λόγω των μεγάλων αποκλίσεων, το δεξί ουραίο οριζόντιο πτέρωμα (stabilator) σύρθηκε το έδαφος και υπέστη ζημιά, ενώ αμέσως μετά η ράγα AIM‑9 στο αριστερό ακροπτερύγιο ακούμπησε επίσης ελαφρά κάτω.
Το αεροσκάφος αναπήδησε αρκετές φορές βίαια πάνω στα κύρια ακέλη προσγείωσης και άρχισε να εκτρέπεται αριστερά προς την άκρη του διαδρόμου. Με την ταχύτητα που είχε, η συνέχιση της δοκιμής στο έδαφος ενείχε σοβαρό κίνδυνο καταστροφής του μοναδικού YF‑16 — ή και απώλειας του πιλότου.
Όπως έγινε γνωστό αργότερα, στην προ-πτήσης ενημέρωση είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο και είχε αποφασιστεί ότι αν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα κατά την τροχοδρόμηση, ο πιλότος θα μπορούσε να δώσει ισχύ και να απογειωθεί αντί να ρισκάρει την καταστροφή του αεροσκάφους.
Ο Oestricher πήρε την απόφαση σε κλάσματα δευτερολέπτου: έδωσε μέγιστη ισχύ, απογειώθηκε σκόπιμα για να αποφύγει την καταστροφή και μετέτρεψε αυτό που θα μπορούσε να είναι ένα μοιραίο ατύχημα στο έδαφος σε μια απρογραμμάτιστη παρθενική πτήση — συχνά αποκαλούμενη «Flight Zero».
Πέταξε κύκλο γύρω από το αεροδρόμιο, σταθεροποίησε το αεροσκάφος (το οποίο συμπεριφέρθηκε αξιοσημείωτα καλά στον αέρα) και προσγειώθηκε με ασφάλεια μετά από περίπου έξι λεπτά. Η προσγείωση ήταν ομαλή, αν και το αεροσκάφος είχε μικρές ζημιές.
Αυτή η απρογραμμάτιστη πτήση παρείχε πολύτιμα πρώιμα δεδομένα για τη συμπεριφορά του αεροσκάφους στον αέρα και για το FBW σύστημα — δεδομένα που συνέβαλαν στη βελτίωση των ελέγχων πριν από την επίσημη πρώτη πτήση, η οποία πραγματοποιήθηκε λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, στις 2 Φεβρουαρίου 1974, και πάλι με τον Oestricher στα χειριστήρια, αυτή τη φορά με μειωμένη ευαισθησία σε διαμόρφωση με σύστημα προσγείωσης κάτω.
