Το Yakovlev Yak-23 υπήρξε ένα από τα σοβιετικά καταδιωκτικά αεροσκάφη με κινητήρα αεριώθησης της πρώιμης περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, αποτελώντας μια εξέλιξη στη σειρά των μαχητικών που ανέπτυξε το ομώνυμο γραφείο σχεδιασμού. Και σχεδιάστηκε με σκοπό να ανταγωνιστεί τα σύγχρονα δυτικά μαχητικά της εποχής του, όπως το αμερικανικό F-86 Sabre και το βρετανικό Gloster Meteor.
Η ανάπτυξη του ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1940, σε μια εποχή που η Σοβιετική Ένωση προσπαθούσε να καλύψει το τεχνολογικό κενό που την χώριζε από τις δυτικές δυνάμεις στον τομέα της αεροπορίας. Το γραφείο Yakovlev, υπό την καθοδήγηση του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Γιακόβλεφ, ανέλαβε την πρόκληση να δημιουργήσει ένα μαχητικό που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της τότε σύγχρονης εναέριας μάχης, βασιζόμενο στην εμπειρία που είχε αποκτηθεί από τα προηγούμενα Yak-15 και κυρίως το Yak-17.
Η κύρια καινοτομία του Yak-23 ήταν η χρήση του κινητήρα Klimov RD-500, μιας σοβιετικής έκδοσης του βρετανικού Rolls-Royce Derwent V, ο οποίος παρήγαγε ώθηση 1.590 κιλών (15,9 kN). Αυτός ο κινητήρας, πολύ πιο ισχυρός και αξιόπιστος από τον RD-10 του Yak-15, επέτρεψε στο Yak-23 να επιτύχει σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις.
Η πρώτη πτήση του αεροσκάφους πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουλίου 1947, με τον πιλότο δοκιμών Μιχαήλ Ιβάνοφ να καταγράφει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Το Yak-23 πέτυχε μέγιστη ταχύτητα 925 χιλιομέτρων την ώρα σε χαμηλό ύψος, ενώ η ευελιξία του το καθιστούσε ιδανικό για ελιγμούς. Η Σοβιετική Αεροπορία, αναγνωρίζοντας τις δυνατότητές του, το ενέταξε σε υπηρεσία το 1949, αν και η παραγωγή του παρέμεινε περιορισμένη λόγω της ταυτόχρονης ανάπτυξης του ανώτερου MiG-15.
Το αεροσκάφος είχε μήκος 8,13 μέτρα, άνοιγμα πτερύγων 8,73 και ύψος 3,31 μέτρα. Το βάρος του κενό ήταν 1.980 κιλά, ενώ το μέγιστο απογείωσης έφτανε τα 3.384 κιλά. Η μέγιστη ταχύτητά του υπολογιζόταν στα 925 χιλιόμετρα την ώρα στο επίπεδο της θάλασσας και στα 868 χιλιόμετρα την ώρα σε ύψος 10.000 μέτρων, με μέγιστο ύψος πτήσης 14.800 μέτρα. Η αυτονομία του ήταν 900 χιλιόμετρα, σημαντικά μεγαλύτερη από αυτή των Yak-15 και 17, αν και ακόμα περιορισμένη σε σύγκριση με τα δυτικά μαχητικά της εποχής. Ο κινητήρας RD-500 είχε διάρκεια ζωής περίπου 150 ώρες, πολύ μεγαλύτερη από αυτή του RD-10, αν και η κατανάλωση καυσίμων παρέμενε υψηλή. Ο οπλισμός του αποτελούνταν από δύο πυροβόλα NS-23 των 23 χιλιοστών, τοποθετημένα στο κάτω μέρος του ρύγχους, με 90 βλήματα ανά πυροβόλο.
Η επιχειρησιακή αξιοποίηση του Yak-23 από τη Σοβιετική Αεροπορία επικεντρώθηκε κυρίως στην ενίσχυση της αεράμυνας και στην εκπαίδευση πιλότων, αν και το αεροσκάφος εξήχθη και σε χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Εντάχθηκε σε μονάδες πρώτης γραμμής το 1949, με κύριο ρόλο την αναχαίτιση εχθρικών βομβαρδιστικών και την προστασία του σοβιετικού εναέριου χώρου. Η ταχύτητα και η ευελιξία του το καθιστούσαν αποτελεσματικό έναντι εμβολοφόρων αεροσκαφών όπως τα αμερικανικά B-29 Superfortress, που αποτελούσαν ακόμη πιθανή απειλή εκείνη την εποχή. Ωστόσο, η έλλειψη ραντάρ και η περιορισμένη αυτονομία του ήταν μειονέκτημα έναντι των πιο σύγχρονων αεριωθουμένων μαχητικών που αναπτύσσονταν από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η παραγωγή έφτασε τα 313 αεροσκάφη, με την κατασκευή να διαρκεί από το 1949 έως το 1951. Παρά τις βελτιώσεις η υπηρεσιακή του ζωή στη Σοβιετική Αεροπορία ήταν σύντομη, καθώς το MiG-15, με τις πτέρυγες υπό γωνία και τον ισχυρότερο κινητήρα VK-1, το ξεπέρασε γρήγορα σε επιδόσεις και αξιοπιστία. Ως αποτέλεσμα, πολλά παραχωρήθηκαν σε χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, όπως η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία, όπου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για εκπαίδευση και δευτερεύουσες αποστολές αεράμυνας.
Από επιχειρησιακή σκοπιά, το Yak-23 δεν συμμετείχε ποτέ σε πολεμικές επιχειρήσεις υπό σοβιετική σημαία. Οι ασκήσεις στις οποίες συμμετείχε περιλάμβαναν προσομοιώσεις εναέριας μάχης και αναχαίτισης, όπου η ικανότητά του για γρήγορη άνοδο –με ρυθμό 47 μέτρα το δευτερόλεπτο– ήταν πλεονέκτημα. Ωστόσο, η έλλειψη δυνατότητας εξωτερικής μεταφοράς όπλων, το περιόριζε επιχειρησιακά.
Αεροδυναμικά, το Yak-23 διατήρησε την ίσια πτέρυγα των προηγούμενων μοντέλων, μια επιλογή που του έδινε ευελιξία σε χαμηλές ταχύτητες, αλλά περιόριζε την απόδοσή του σε υψηλές λόγω της αυξημένης αντίστασης. Ο σχεδιασμός του ήταν πιο συμπαγής και ελαφρύτερος από αυτόν του Yak-15, με τρίκυκλο σύστημα προσγείωσης, βελτιώνοντας τη σταθερότητα κατά την απογείωση και την προσγείωση.
Παρά τη σύντομη υπηρεσιακή του ζωή και την αντικατάστασή του από το MiG-15, το αεροσκάφος παραμένει ένα κεφάλαιο πρόοδου στην σοβιετική προσπάθεια για σύγχρονα τζετ, που σύντομα άρχισε να αποδίδει.