Των Φαίδωνα Καραϊωσηφίδη, Μηχανικού Αεροδιαστημικής, Διερευνητής Αεροπορικών Ατυχημάτων και Κώστα Λακαφώση, Αεροναυπηγού Μηχανικού, Διερευνητή Ατυχημάτων
Σχεδόν 60 ώρες μετά το Blackout στις τηλεπικοινωνίες που υποστηρίζουν τον Έλεγχο Εναερίου Κυκλοφορίας (ΕΕΚ) στο FIR Αθηνών, που οδήγησε στο πρακτικό «κλείσιμο» των αερομεταφορών στον ελλαδικό χώρο και δημιούργησε χάος στη λειτουργία των αεροδρομίων της χώρας και στον προγραμματισμό των αεροπορικών εταιριών, όχι μόνο δεν υπήρξαν επαρκείς απαντήσεις από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) για τα αίτια του συμβάντος, αλλά και οι σχετικές ανακοινώσεις δημιούργησαν σύγχυση και περισσότερα ερωτήματα από όσα υποτίθεται ότι προσπαθούσαν να απαντήσουν.
Όπως όμως θα δούμε παρακάτω, είναι πλέον βέβαιο ότι υπάρχει άγνοια για τα αίτια του συμβάντος, ενώ εγείρονται και σημαντικά θέματα σχετικά με τη διαχείρισή του.
Ως γνωστόν το πρόβλημα εμφανίστηκε γύρω στην 09:00 της Κυριακής 4/1/2026 και η αρχική ανακοίνωση της ΥΠΑ έλεγε ότι : «Κάποιες συχνότητες που εξυπηρετούν τις ανάγκες του FIRΑθηνών αντιμετωπίζουν πρόβλημα το οποίο διερευνάται μαζί με αρμόδιους εξωτερικούς φορείς. Προκειμένου για την απόλυτη διατήρηση της ασφάλειας των πτήσεων, εξυπηρετείται μόνο μέρος των υπερπτήσεων, και έχουν τεθεί περιορισμοί στα ελληνικά αεροδρόμια. Προς τούτο έχει ήδη εκδοθεί σχετικό ΝΟΤΑΜ. Το θέμα τελεί υπό διερεύνηση και θα υπάρξουν νεότερες ανακοινώσεις»
Το αποτέλεσμα, ήταν ότι το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών/Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘ/Μ) αδυνατούσε να διαχειριστεί την κυκλοφορία αεροσκαφών και έτσι λήφθηκε η απόφαση να κλείσει το FIR για διερχόμενα αεροπλάνα, τα οποία αναδρομολογήθηκαν από το Eurocontrol σε FIR γειτονικών χωρών.
Ακόμη, αεροσκάφη που βρίσκονταν εντός του ελληνικού FIR και προσέγγιζαν αεροδρόμια προσγειώθηκαν μέσω επικοινωνίας με τις τοπικές συχνότητες Προσέγγισης και Πύργου (οι οποίες, όπως υπογραμμίζεται, δεν επηρεάστηκαν).
Η κύρια επίπτωση, όμως, ήταν η αδυναμία αναχωρήσεων από τα ελληνικά αεροδρόμια, καθώς και η αδυναμία υποδοχής πτήσεων που ήταν προγραμματισμένες προς την Ελλάδα.
Νεότερη ανακοίνωση της ΥΠΑ μέσα στην Κυριακή ανέφερε ότι: «στις 4/1/2026 και ώρα 08:59 τοπική, η Υπηρεσία αντιμετώπισε μαζική παρεμβολή σχεδόν σε όλες τις συχνότητες που εξυπηρετούν το F.I.R. Αθηνών, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάστηκε πτώση των γραμμών HELLASCOM καθώς και των τηλεφωνικών γραμμών επιχειρησιακής επικοινωνίας.
«Ο “θόρυβος” που παρατηρήθηκε στις συχνότητες είχε τη μορφή συνεχούς, ακούσιας εκπομπής. Οι ηλεκτρονικοί της ΥΠΑ, σε συντονισμό με τους τεχνικούς του ΟΤΕ, κατέβαλαν άμεσες προσπάθειες για τον εντοπισμό και την αποκατάσταση του προβλήματος»… «Παράλληλα, οι ηλεκτρονικοί της ΥΠΑ κινητοποιήθηκαν σε όλες τις περιφερειακές μονάδες συστημάτων εκπομπής και λήψης, μεταξύ άλλων στον Υμηττό, στο Πήλιο, στη Θάσο, στα Ακαρνανικά, στο Μοναστήρι και στα Γεράνια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί επιτόπιος έλεγχος των συστημάτων εκπομπής. Κατά τις μεσημβρινές ώρες, δόθηκε εντολή στο ειδικά εξοπλισμένο αεροσκάφος της ΥΠΑ να απογειωθεί εκτάκτως, με τη συμμετοχή ηλεκτρονικών της Υπηρεσίας και ειδικού τεχνικού της ΕΕΤΤ, για τη στοχευμένη διερεύνηση των παρεμβολών από αέρος».
Επισημαίνεται η -«επιεικώς»- ατυχέστατη χρήση του όρου «παρεμβολή» που υπονοεί εξωγενή αιτία και παραπέμπει σε ενεργητική πράξη εκπομπής σημάτων με ισχύ μεγαλύτερη της εγγενούς του συστήματος, με σκοπό την παρεμπόδιση της λειτουργίας του. Τα όσα περιγράφονταν, οδηγούσαν τον καθένα αβίαστα στο συνειρμό ότι αυτή η κρίσιμη υποδομή επικοινωνιών των αερομεταφορών της χώρας δεχόταν υβριδική επίθεση, κάτι που προκάλεσε αναστάτωση στα υψηλότερα κλιμάκια της Κυβέρνησης αλλά και στην ΕΥΠ.
Βέβαια, οι πραγματικοί γνώστες των συστημάτων ραδιοεπικοινωνίας αμέσως κατάλαβαν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι τεχνικά δυνατόν να συμβαίνει (αφού είναι από τεχνικής άποψης πρακτικά αδύνατον να πετύχεις ένα τέτοιο αποτέλεσμα σε καιρό ειρήνης και να μην εντοπιστείς άμεσα από τις υποδομές της ΕΕΤΤ).
Αργότερα το απόγευμα της Κυριακής μια νεότερη ανακοίνωση της ΥΠΑ ευσχήμως ανασκεύασε τα όσα περιείχε η προηγούμενη ανακοίνωση κάνοντας λόγο για «τεχνικό ζήτημα που παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σε πολλαπλές συχνότητες υπό τη μορφή “θορύβου”, προερχόμενου, κατά τις αρχικές ενδείξεις, από τηλεπικοινωνιακές υποδομές, και επηρέασε τις επικοινωνίες εντός του FIR Αθηνών, έχει πλέον αποκατασταθεί πλήρως», προσθέτοντας ότι «οι γενεσιουργιές αιτίες του τεχνικού προβλήματος, το οποίο δεν έχει καταγραφεί στο παρελθόν με αυτή την έκταση και μορφή, τελούν υπό ενδελεχή διερεύνηση από τους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς της ΥΠΑ, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες».
Υπογραμμίζεται το γεγονός ότι η «μαζική παρεμβολή» έγινε πλέον «τεχνικό ζήτημα» με εισαγωγή «θορύβου» από «τηλεπικοινωνιακές υποδομές» που επηρέασε τις επικοινωνίες εντός του FIR. Δηλαδή αφήνεται πλέον το ενδεχόμενο η αιτία να είναι ενδογενής, όπως βλάβη ή αστοχία του ίδιου του συστήματος, αν και πάλι δεν είναι ξεκάθαρο.
Θα χρειαζόντουσαν 48 και περισσότερες ώρες έως και το απόγευμα της Τρίτης, 6/1/2026 όταν με μια νέα μακροσκελή ανακοίνωσή της η ΥΠΑ αλλάξει και πάλι την περιγραφή του συμβάντος ως «τεχνικό πρόβλημα με τη μορφή συνεχούς παρεμβολής “θορύβου” στην ακρόαση των συχνοτήτων, προερχόμενη από διεγέρσεις (ακούσιες εκπομπές σήματος) των πομπών της Υπηρεσίας, όπως προέκυψε κατά την αρχική διερεύνηση. Αυτό επηρέασε ταυτόχρονα πολλαπλές συχνότητες που εξυπηρετούν το F.I.R. Αθηνών, ενώ παράλληλα υπήρξε δυσλειτουργία στις γραμμές τηλεφωνικής διασύνδεσης και στα κυκλώματα δεδομένων HELLASCOM».
Δηλαδή σήμερα, για πρώτη φορά υπάρχει παραδοχή ότι ο το πρόβλημα ήταν ενδογενές και προερχόταν από δυσλειτουργία των πομπών του συστήματος και όχι από εξωτερικό παράγοντα.
Σημειώστε ότι στην ανακοίνωση γίνεται η παραδοχή ότι «τόσο τα πρωτεύοντα όσο και τα δευτερεύοντα (backup) Συστήματα Επικοινωνίας Φωνής (VCS) και Πομποδεκτών βρίσκονταν σε λειτουργία καθ’ όλη τη διάρκεια του συμβάντος», που ίσως είναι και αυτό που εγείρει καίρια ερωτήματα για την διαχείριση του συμβάντος.
Η ανακοίνωση όμως της ΥΠΑ, της Τρίτης, 6/1/2026 γίνεται πιο… «ενδιαφέρουσα» στη συνέχεια καθώς αναφέρει: «από την εκδήλωση του περιστατικού, πραγματοποιήθηκαν συντονισμένες ενέργειες διερεύνησης και αποκατάστασης, τόσο εντός του δικτύου της ΥΠΑ και των συστημάτων του ΚΕΠΑΘΜ, και ειδικότερα του VCS και Remote Control System (RCS), όσο και στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές του παρόχου (ΟΤΕ). Οι ηλεκτρονικοί της ΥΠΑ κινητοποιήθηκαν σε όλους τους αναμεταβιβαστικούς σταθμούς, μεταξύ άλλων στον Υμηττό, Πήλιο, Θάσο, Ακαρνανικά, Μοναστήρι, Κέρκυρα, Ρόδο και Γεράνεια, προκειμένου να πραγματοποιηθεί επιτόπιος έλεγχος των συστημάτων. Οι έλεγχοι ολοκληρώθηκαν αργά το βράδυ της Κυριακής, δίχως να προκύψει κάποιο σχετικό στοιχείο που να συνδέεται άμεσα με το συμβάν.
Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι: «δόθηκε εντολή από τον Διοικητή να απογειωθεί το ειδικά εξοπλισμένο αεροσκάφος της ΥΠΑ, με τη συμμετοχή ηλεκτρονικών της Υπηρεσίας και ειδικού τεχνικού της ΕΕΤΤ, για τη στοχευμένη διερεύνηση του φάσματος συχνοτήτων από αέρος. Δεν καταγράφηκαν ενεργές εκπομπές που να συνδέονται με το τεχνικό πρόβλημα. Για τη σε βάθος ανάλυση της αιτίας του προβλήματος (root cause), η ΥΠΑ παραμένει σε στενή συνεργασία με τον ΟΤΕ, σε όλα τα επίπεδα, στο πλαίσιο διασταύρωσης της αιτίας του συμβάντος και της συντονισμένης τεχνικής επεξεργασίας. Η μέχρι στιγμής διερεύνηση, φαίνεται να εντοπίζει το πρόβλημα σε τηλεπικοινωνιακές υποδομές και δεν ανέδειξε στοιχεία κυβερνοεπίθεσης στα συστήματα της ΥΠΑ».
Δηλαδή, η αιτία που προκάλεσε το πρόβλημα παραμένει μέχρι και τώτα άγνωστη και η «αποκατάσταση» φαίνεται ότι έγινε από μόνη της, δηλαδή το σύστημα… αυτοδιορθώθηκε (γιατί προφανώς δεν μπορείς να διορθώσεις ένα πρόβλημα που δεν γνωρίζεις την αιτία του).
Το σύστημα που δυσλειτούργησε
Για να γίνει κάπως καλύτερα κατανοητό το τι μπορεί να συνέβη να αναφέρουμε ότι το σύστημα εγκαταστάθηκε το 1991, επεκτάθηκε σε δεύτερη φάση το 1997, υπήρξαν παρεμβάσεις την περίοδο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κάποιες ακόμη στη συνέχεια, αλλά η απαίτηση εκσυγχρονισμού υφίσταται από το 2015.
Το κομμάτι των τηλεπικοινωνιών που εξυπηρετεί το FIR αποτελείται από το πρωτεύον δίκτυο με 12 Σταθμούς ανά την επικράτεια (από τη Θάσο και την Κέρκυρα μέχρι την Κρήτη και τη Ρόδο), ενώ η διασύνδεση γίνεται μέσω γραμμών του ΟΤΕ απευθείας στην κονσόλα του χειριστή στο ΚΕΠΑΘ/Μ.
Υπάρχει ένα δεύτερο δίκτυο με 7 Σταθμούς το οποίο περνάει από διαφορετικές γραμμές ΟΤΕ και υποτίθεται ότι θα πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητο.
Υπάρχει και τρίτο σύστημα, το αποκαλούμενο «LastResort», που είναι στην πράξη μια εγκατάσταση ασυρμάτου στο ΚΕΠΑΘ, που «πιάνει» μέχρι 70 ναυτικά μίλια μακριά και προφανώς δεν μπορεί να καλύψει όλη την επικράτεια του FIR.

Οι 12 Τηλεπικοινωνιακοί Σταθμοί του κύριου συστήματος (Main VCS, voice communication system) χρησιμοποιούν πομπούς και δέκτες τηλεχειριζόμενους ως προς την εκπομπή και λήψη, μέσω ψηφιακής ζεύξης από απευθείας γραμμές του δικτύου HELLAS.COM του ΟΤΕ (οι 8 από τους 12 είναι και τηλεχειριζόμενοι ως προς επιπλέον λειτουργίες μεταγωγής ή διάγνωσης).
Υπογραμμίζεται η σημαντική λεπτομέρεια ότι οι σταθμοί αυτοί δεν είναι επαναλήπτες RF, δηλαδή δεν έχουν κάποια είσοδο διέγερσης και διαμόρφωσης φωνής μέσω ραδιοσυχνότητας. Ο μοναδικός τρόπος διέγερσης και εκπομπής είναι μέσω του ψηφιακού τηλεχειρισμού. Άρα, όταν ένας πομπός παρουσιάζεται να έχει διεγερθεί και να εκπέμπει ακατάληπτη διαμόρφωση, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να συμβαίνει αυτό παρά μόνο μέσω του συστήματος ψηφιακού τηλεχειρισμού. Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτα άλλο προς διερεύνηση πέραν της καλής λειτουργίας του συστήματος τηλεχειρισμού σε μια περίπτωση συνεχούς διέγερσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Δεν έχει κανένα νόημα να αναζητούνται εξωτερικές εκπομπές RF εάν διαπιστωθούν ακατάληπτες εκπομπές («παρεμβολές») που προέρχονται από τον δικό σου πομπό!
Το κυρίαρχο σενάριο του τί συνέβη, αφορά κατά τα φαινόμενα τον κεντρικό Τηλεπικοινωνιακό Σταθμό της Αθήνας που έχει δύο βάσεις και δύο κεραίες: εκπέμπει από τον Υμηττό και λαμβάνει από τα Γεράνεια.
Το πρόβλημα φαίνεται ότι δημιουργήθηκε από βλάβη του τηλεχειρισμού του πομπού στον Υμηττό, με αποτέλεσμα ο χαλασμένος πομπός να εκπέμπει συνεχώς «θόρυβο» και να μη μπορεί ο ελεγκτής να επικοινωνήσει με τα αεροσκάφη. Πιθανότατα, λόγω της διστατικής φύσης του Σταθμού (με τον πομπό και τον δέκτη σε διαφορετικές τοποθεσίες), οι ελεγκτές άκουγαν την ακατάληκτη λήψη από την κεραία λήψης στα Γεράνεια και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι εκεί εντοπίζεται η βλάβη, δηλαδή στον δέκτη, ενώ η βλάβη στην πραγματικότητα ήταν στον Υμηττό!
Όταν δεν βρέθηκε βλάβη στα Γεράνεια, η επόμενη υπόθεση ήταν ότι κάποιος τρίτος εκπέμπει και δημιουργεί παρεμβολές, ενώ στην πραγματικότητα οι “παρεμβολές” προέρχονταν από τον πομπό του Υμηττού! Επιπλέον, από δημοσιογραφικές αναφορές και τεχνικών της ΥΠΑ, προκύπτει η ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι σε μεταγενέστερο χρόνο οι τεχνικοί βρέθηκαν στον Υμηττό και διαπίστωσαν ότι “το κόκκινο φωτάκι του πομπού ήταν ενεργοποιημένο”, δηλαδή ο πομπός είχε διεγερθεί σε κατάσταση εκπομπής χωρίς εντολή από την κονσόλα τηλεχειρισμού. Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: γιατί δεν απενεργοποιήθηκε άμεσα ο πομπός αυτός ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ο Έλεγχος Εναερίου Κυκλοφορίας με το δευτερεύον σύστημα;
Υπενθυμίζουμε ότι όταν υπάρχει δεύτερο παράλληλο σύστημα (Backup RCS) με τηλεχειριζόμενους πομπούς και δέκτες στις ίδιες τοποθεσίες με το κύριο σύστημα, η προϋπόθεση για να λειτουργήσει το εφεδρικό είναι η απενεργοποίηση του κύριου συστήματος ώστε να διακοπούν οι ακατάληπτες και ακούσιες εκπομπές από τον κύριο πομπό, που “φιμώνουν” και το κύριο αλλά και το δευτερεύον σύστημα.
Η μη απενεργοποίηση του κύριου συστήματος, όπως παραδέχεται η ΥΠΑ στην ανακοίνωση της Τρίτης, «προκειμένου να γίνει ορθή διάγνωση του προβλήματος», είναι αδιανόητη απόφαση, όταν το τίμημα είναι το κλείσιμο του FIR Αθηνών για 8 ώρες! Ας μην ξεχνάμε ότι το πρωταρχικό ζητούμενο σε όλα τα συστήματα ελέγχου εναερίου κυκλοφορίας είναι η αδιάλειπτη λειτουργία (100% uptime). Οποιοδήποτε άλλο ζητούμενο δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ως σημαντικότερο από την απαίτηση αδιάλειπτης λειτουργίας.

Κανονική λειτουργία του πρωτεύοντος συστήματος (Main VCS)
Το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών/Μακεδονίας (ΚΕΠΑΘ/Μ) βρίσκεται σε εγκαταστάσεις στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού και συνδέεται μέσω ψηφιακών ζεύξεων (απευθείας μισθωμένες γραμμές του ΟΤΕ) με 12 Τηλεπικοινωνιακούς Σταθμούς (ΤΣ) ανά την επικράτεια, από τη Ρόδο μέχρι την Κέρκυρα και από τη Θάσο μέχρι την Κρήτη. Ο κεντρικός ΤΣ της Αττικής είναι μοιρασμένος σε δύο κορυφές: η εκπομπή γίνεται από τον Υμηττό, ενώ η λήψη γίνεται από τα Γεράνεια (σχήμα 1). Ο πομπός του Υμηττού εκπέμπει μέσω ψηφιακής διασύνδεσης με ένα σύστημα τηλεχειρισμού που μετατρέπει τη φωνή του ελεγκτή σε ψηφιακή μορφή, ενεργοποιεί εξ αποστάσεως τον πομπό στην κορυφή του βουνού, όπου ένας δεύτερος μετατροπέας ψηφιακού σε αναλογικό σήμα εκπέμπει τη φωνή του ελεγκτή σε αναλογική διαμόρφωση ΑΜ. Το αεροσκάφος λαμβάνει την εκπομπή από τον Υμηττό, όμως η απάντησή του λαμβάνεται από την κεραία λήψης στα Γεράνεια όπου και πάλι με την ίδια μετατροπή (αναλογικό σε ψηφιακό στην κορυφή του βουνού και πάλι ψηφιακό σε αναλογικό στην κονσόλα του ελεγκτή) φτάνει στο ΚΕΠΑΘ/Μ στο Ελληνικό.

Τεχνικό πρόβλημα
Εάν το σύστημα τηλεχειρισμού του πομπού του Υμηττού αντιμετωπίσει κάποιο τεχνικό πρόβλημα, είναι δυνατόν είτε οι εκπομπές του να είναι ακατάληπτες (λόγω προβληματικής μετατροπής ψηφιακού σήματος σε αναλογική διαμόρφωση), είτε να εκπέμπει θόρυβο χωρίς σχετική εντολή από τον ελεγκτή. Στην περίπτωση αυτή, ο πομπός που αντιμετωπίζει αυτό το τεχνικό πρόβλημα, εκπέμπει ακατάληπτα σήματα προς όλες τις κατευθύνσεις, δημιουργώντας πρόβλημα στις ραδιοεπικοινωνίες οπουδήποτε εντός εμβελείας (σχήμα 2). Ο ελεγκτής από το Ελληνικό, λαμβάνει τα σήματα μέσω της κεραίας λήψης των Γερανείων, όμως δεν είναι σε θέση ο ίδιος να αντιληφθεί την προέλευσή τους, και άρα αναφέρει άμεσα το πρόβλημα στο τεχνικό τμήμα της ΥΠΑ. Σε αυτό το σημείο ξεκινά το συντομότερο δυνατόν η διαδικασία της διάγνωσης της βλάβης και η αποκατάσταση της επικοινωνίας ώστε να συνεχίσει η εναέρια κυκλοφορία στο FIR Αθηνών.

Δευτερεύον σύστημα (Backup RCS)
Ακριβώς για τις περιπτώσεις βλαβών και τεχνικών προβλημάτων στο κύριο σύστημα, ένα δευτερεύον είναι εγκατεστημένο παράλληλα, χρησιμοποιώντας εντελώς ξεχωριστό τεχνικό εξοπλισμό (ξεχωριστή κονσόλα, ξεχωριστές γραμμές σύνδεσης και ξεχωριστούς πομπούς και κεραίες στην κορυφή του βουνού). Όμως, για την περίπτωση δυσλειτουργίας του κύριου πομπού του Υμηττού και την ακούσια εκπομπή ακατάληπτων εκπομπών, είναι προφανές ότι για να λειτουργήσει το δευτερεύον σύστημα, είναι απαραίτητη προϋπόθεση να απενεργοποιηθεί το κύριο ώστε να σταματήσουν οι ακούσιες και ακατάληπτες εκπομπές στην συχνότητα επικοινωνίας με τα αεροσκάφη (σχήμα 3). Εάν δεν απενεργοποιηθεί το κύριο σύστημα, είναι πρόδηλο και δεν μπορεί να λειτουργήσει το δευτερεύον γιατί και αυτό λειτουργεί στην ίδια συχνότητα και θα λαμβάνει τον ίδιο θόρυβο στον δέκτη του.

Όσο για τα αεροσκάφη που ήδη βρίσκονταν στον αέρα τη στιγμή της εμφάνισης του προβλήματος στις επικοινωνίες, αυτά συνέχισαν να κινούνται με το προηγούμενο ίχνος και ύψος μέχρι που πλησίασαν αρκετά ώστε να αποκατασταθεί απευθείας επικοινωνία με τις συχνότητες της Προσέγγισης και του Πύργου Ελέγχου και να πάρουν τις κατάλληλες οδηγίες για να προσγειωθούν με ασφάλεια (σχήμα 4). Πολύ σωστά, όμως, τα αεροσκάφη που ήταν έτοιμα να απογειωθούν, καθηλώθηκαν άμεσα ώστε να μην βρεθούν σε περιοχή χωρίς ραδιοκάλυψη μετά την απομάκρυνσή τους από την περιοχή του αεροδρομίου.