Η επιλογή της 3ης Ιανουαρίου ως ημέρας της αμερικανικής επιχείρησης στη Βενεζουέλα και της σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο δεν είναι τυχαία. Τη σύνδεση με ένα από τα πιο εμβληματικά προηγούμενα αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στη Λατινική Αμερική έκανε δημόσια ο Κάρλος Α. Χιμένεζ, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, συγκρίνοντας τη σημερινή επιχείρηση με τη σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά.

Σύμφωνα με τη δήλωσή του, στις 3 Ιανουαρίου 1990 οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέλαβαν τον δικτάτορα του Παναμά Μανουέλ Νοριέγκα, ενώ την ίδια ημέρα, αλλά το 2026 συνέλαβαν τον “ναρκοτρομοκράτη δικτάτορα” της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο. Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως πολιτικό και ιστορικό μήνυμα, το οποίο, όπως όλα δείχνουν, ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί να ενσωματώσει στην αφήγηση της επιχείρησης.

Η επιχείρηση κατά του Νοριέγκα ήταν η Operation Just Cause, που ξεκίνησε στις 20 Δεκεμβρίου 1989, όταν Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Τζορτζ Μπους. Στόχος της ήταν η σύλληψη του Νοριέγκα, ο οποίος είχε ήδη κατηγορηθεί από αμερικανικό δικαστήριο για διακίνηση ναρκωτικών, εκβιασμό και ξέπλυμα χρήματος, αλλά βέβαια και η ανατροπή του καθεστώτος του.

Η επιχείρηση στον Παναμά δεν ήταν σύντομη ούτε “χειρουργική”. Διήρκεσε εβδομάδες, περιλάμβανε μαζική στρατιωτική ανάπτυξη, σκληρές μάχες σε αστικό περιβάλλον και σημαντικές απώλειες. Τουλάχιστον 23 Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν, ενώ οι απώλειες του Παναμά, στρατιωτικές και πολιτικές, ήταν πολλαπλάσιες. Ο Νοριέγκα κατέφυγε στην πρεσβεία του Βατικανού, όπου παρέμεινε πολιορκημένος για ημέρες, πριν παραδοθεί τελικά στις 3 Ιανουαρίου 1990, ημερομηνία που σηματοδότησε την ολοκλήρωση της αποστολής.

Αντιθέτως, η επιχείρηση στη Βενεζουέλα το 2026, όπως παρουσιάζεται από αμερικανικές πηγές, ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγες ώρες. Δεν υπήρξε παρατεταμένη σύγκρουση, δεν καταγράφηκαν εκτεταμένες μάχες, ούτε αναφέρθηκαν σοβαρές απώλειες. Η στρατιωτική δράση παρουσιάζεται ως απολύτως υποστηρικτική στην εκτέλεση αμερικανικού δικαστικού εντάλματος, με στόχο τη σύλληψη ενός προσώπου και όχι την κατάληψη ή κατοχή της χώρας.

Η σύγκριση που επιχειρείται, επομένως, δεν αφορά την κλίμακα ή τη διάρκεια, αλλά το νομικό και πολιτικό πλαίσιο. Όπως και το 1989–1990, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι δεν διεξάγουν πόλεμο εναντίον κράτους, αλλά εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο απέναντι σε έναν κατηγορούμενο εγκληματία διεθνούς εμβέλειας, χρησιμοποιώντας στρατιωτικά μέσα για να διασφαλίσουν την εκτέλεση του εντάλματος.

Η ρητορική αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις πολιτικές θέσεις του Χιμένεζ, ο οποίος διαχρονικά αντιμετωπίζει τα καθεστώτα της Βενεζουέλας και της Κούβας όχι ως νόμιμες κυβερνήσεις, αλλά ως εγκληματικές δομές τύπου καρτέλ. Παράλληλα, εξυπηρετεί και τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος, μέσα από τη σύγκριση με τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, τοποθετεί τον εαυτό του στη συνέχεια μιας αμερικανικής παράδοσης “αποφασιστικής ηγεσίας”, υπογραμμίζοντας μάλιστα ότι η δική του επιχείρηση ήταν ταχύτερη, ακριβέστερη και χωρίς το κόστος του Παναμά.

Έτσι, η 3η Ιανουαρίου μετατρέπεται από απλή ημερομηνία σε σύμβολο. Ένα μήνυμα ότι, όπως το 1990, έτσι και σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν στρατιωτική ισχύ όχι για πόλεμο, αλλά για σύλληψη, και ότι αυτή τη φορά μπορούν να το κάνουν σε λίγες ώρες, χωρίς εκστρατεία και χωρίς απώλειες.