Οι φωτογραφίες του πυραυλικού συστήματος Dark Eagle εμφανίστηκαν προχθές στην υπηρεσία διανομής οπτικού υλικού DVIDS των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και προκάλεσαν αίσθηση, αλλά περισσότερη αίσθηση προκάλεσε η εξαφάνισή τους μια ημέρα αργότερα, προφανώς από το χέρι της στρατιωτικής λογοκρισίας.
Το Dark Eagle αποτελεί την επίσημη ονομασία του Long‑Range Hypersonic Weapon (LRHW) του Αμερικανικού Στρατού, ενός χερσαίου, μέσου βεληνεκούς υπερηχητικού συστήματος boost‑glide, σχεδιασμένου για ταχύτατα και ακριβή πλήγματα εναντίον στόχων υψηλής αξίας σε περιβάλλοντα με ισχυρή αντιβαλλιστική άμυνας.

Το σύστημα χρησιμοποιεί πύραυλο στερεών προωθητικών δυο σταδίων για νμα εκτοξεύσει το όχημα (χωρίς προώθηση) C‑HGB (Common‑Hypersonic Glide Body) το οποίο μετά από απελευθέρωσή του από τον ανώτερο όροφο εισέρχεται σε πολυχητική ολίσθηση εντός της ατμόσφαιρας, ελισσόμενο με ταχύτητες άνω των 5 Mach. Η ικανότητα αυτή καθιστά το όπλο εξαιρετικά δύσκολο να αναχαιτιστεί, καθώς συνδυάζει υψηλή ταχύτητα, απρόβλεπτη τροχιά και χαμηλό χρόνο προειδοποίησης.
Η εμβέλεια του Dark Eagle έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, με επίσημες πηγές του υπουργείου Άμυνας και του Κογκρέσου να αναφέρουν περίπου 1.725 μίλια (περίπου 2.775 χιλιόμετρα). Ωστόσο, νεότερες δηλώσεις αξιωματούχων του Στρατού στα τέλη του 2025 υποδηλώνουν ότι η πραγματική επιχειρησιακή εμβέλεια μπορεί να φτάνει τα 3.500 χιλιόμετρα, επιτρέποντας πλήγματα από το Γκουάμ προς την ηπειρωτική Κίνα, από το Λονδίνο προς τη Μόσχα ή από το Κατάρ προς την Τεχεράνη.
Το όπλο βασίζεται κυρίως στην κινητική ενέργεια της πρόσκρουσης, καθώς η κεφαλή του είναι μικρή — κάτω από 30 λίβρες — αλλά η ταχύτητα και η διασπορά των θραυσμάτων αρκούν για να καταστρέψουν κρίσιμες υποδομές σε περιορισμένη ακτίνα. Το σύστημα εκτοξεύεται από κινητές πλατφόρμες τύπου TEL (Τransporter‑Εrector‑Launcher), οργανωμένες σε συστοιχίες με πολλαπλούς εκτοξευτές και οχήματα διοίκησης -υποστήριξης, προσφέροντας ευελιξία και ταχεία ανάπτυξη στο πεδίο.

Η ανάπτυξη του Dark Eagle αποτελεί κοινή προσπάθεια του Αμερικανικού Στρατού και της Lockheed Martin, με το C‑HGB να είναι κοινό με το ναυτικό πρόγραμμα Conventional Prompt Strike.
Μετά από χρόνια τεχνικών προκλήσεων και καθυστερήσεων, το πρόγραμμα σημείωσε σημαντική πρόοδο με μια επιτυχημένη δοκιμή πλήρους κύκλου τον Δεκέμβριο του 2024.
Η διαδικασία επιχειρησιακής ένταξης ξεκίνησε στα τέλη του 2025, με εκπαίδευση, πιστοποιήσεις και τεχνικούς ελέγχους να βρίσκονται σε εξέλιξη. Ο US Army αναμένει την ολοκλήρωση της πρώτης επιχειρησιακής συστοιχίας στις αρχές του 2026, γεγονός που θα καταστήσει το Dark Eagle το πρώτο πολυχητικό όπλο των ΗΠΑ σε ενεργό υπηρεσία. Το σύστημα έχει ήδη εμφανιστεί σε ασκήσεις όπως η Talisman Sabre στην Αυστραλία.
Στις 21–22 Φεβρουαρίου 2026, το πρόγραμμα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας, όταν ο Αμερικανικός Στρατός δημοσίευσε — και στη συνέχεια απέσυρε χωρίς εξήγηση — νέες επίσημες φωτογραφίες του συστήματος.

Το Dark Eagle εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να ανταποκριθούν στις εξελίξεις πολυηχητικών συστημάτων της Κίνας — όπως ο DF‑27 — και της Ρωσίας. Παρά τις εντυπωσιακές του δυνατότητες, αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν αποτελεί «μαγική λύση», καθώς παράγοντες όπως το μικρό μέγεθος της κεφαλής, οι ρυθμοί παραγωγής και οι πιθανές μελλοντικές τακτικές άμυνας να περιορίζουν την αποτελεσματικότητά του. Ωστόσο, η είσοδός του σε υπηρεσία σηματοδοτεί μια καμπή στη στρατηγική ισορροπία, προσφέροντας στις ΗΠΑ ένα όπλο που μπορεί να πλήξει κρίσιμους στόχους μέσα σε λίγα λεπτά, μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και διεξάγονται επιχειρήσεις σε περιβάλλοντα υψηλής απειλής.