Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου ότι η Αμερικανική Ακτοφυλακή επιβιβάστηκε σε δύο δεξαμενόπλοια που ανήκουν στον λεγόμενο «Ghost Fleet» σηματοδοτεί σαφή αλλαγή φάσης στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν τις διεθνείς κυρώσεις στη θάλασσα. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, στις πρώτες πρωινές ώρες, πραγματοποιήθηκαν δύο ξεχωριστές επιχειρήσεις επιβίβασης: η πρώτη στον Βόρειο Ατλαντικό και η δεύτερη σε διεθνή ύδατα κοντά στην Καραϊβική. Και τα δύο πλοία είχαν είτε τελευταίο λιμάνι τη Βενεζουέλα είτε κατευθύνονταν προς αυτήν.

Η επιλογή της Ακτοφυλακής ως εκτελεστικού βραχίονα της επιχείρησης δεν είναι τυχαία. Αντί για καθαρά στρατιωτική εμπλοκή, η Ουάσινγκτον επέλεξε τελικά ένα εργαλείο που κινείται στο όριο μεταξύ επιβολής νόμου και στρατηγικής ισχύος, με πλήρη νομική κάλυψη βάσει του διεθνούς ναυτικού δικαίου. Το μήνυμα, ωστόσο, είναι ξεκάθαρο και σκόπιμα σκληρό: τα πλοία που επιχειρούν να παρακάμψουν τις κυρώσεις δεν θεωρούνται πλέον “αόρατα”.

Ο όρος «Ghost Fleet» περιγράφει έναν αυξανόμενο στόλο δεξαμενόπλοιων που δρα εκτός του επίσημου ναυτιλιακού πλαισίου. Πρόκειται συνήθως για παλαιά πλοία, με συχνές αλλαγές σημαίας και ιδιοκτησίας, απενεργοποιημένα συστήματα AIS και περίπλοκες μεταφορτώσεις φορτίου εν πλω. Το φαινόμενο διογκώθηκε τα τελευταία χρόνια ως άμεση συνέπεια των κυρώσεων σε χώρες όπως το Ιράν, η Ρωσία και η Βενεζουέλα, με στόχο τη συνέχιση των εξαγωγών πετρελαίου προς τρίτες αγορές, κυρίως στην Ασία.

Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το «σκιώδες» αυτό ναυτιλιακό δίκτυο αποτελεί κρίσιμο πυλώνα επιβίωσης του καθεστώτος. Από το 2019 και μετά, η εξαγωγή αργού πετρελαίου βασίζεται σε ενδιάμεσους αγοραστές, εικονικές εταιρείες και πλοία που λειτουργούν στα όρια –ή και εκτός– της διεθνούς νομιμότητας. Μέχρι σήμερα, οι αμερικανικές αρχές περιορίζονταν κυρίως σε οικονομικές κυρώσεις, κατασχέσεις φορτίων σε λιμάνια και νομικές διώξεις εταιρειών.

Η επιβίβαση σε διεθνή ύδατα αποτελεί στρατηγική διαφοροποίηση. Δεν έχει ανακοινωθεί κατάσχεση των πλοίων ή σύλληψη πληρωμάτων, ωστόσο η σημασία της κίνησης δεν βρίσκεται απαραίτητα στο άμεσο αποτέλεσμα. Μέσω τέτοιων επιχειρήσεων, οι αμερικανικές αρχές αποκτούν πρόσβαση σε έγγραφα, δεδομένα φορτίου, στοιχεία χρηματοδότησης και ασφαλιστικές εταιρείες, χαρτογραφώντας σε βάθος τα δίκτυα που στηρίζουν το «Ghost Fleet».

Σε στρατηγικό επίπεδο, το μήνυμα απευθύνεται όχι στη Βενεζουέλα, αλλά σε ολόκληρο το οικοσύστημα της «σκιώδους» ναυτιλίας, με τελικό αποδέκτη περισσότερο το Ιράν. Αν αυτή η πρακτική παγιωθεί, τότε το επιχειρησιακό ρίσκο για πλοιοκτήτες, πληρώματα και ασφαλιστές αυξάνεται δραστικά, με άμεσες επιπτώσεις στη ροή παράνομων ή ημι-νόμιμων ενεργειακών φορτίων.

Η φράση «You can run, but you can’t hide» που συνοδεύει την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου δεν είναι απλή ρητορική. Αντικατοπτρίζει μια σκόπιμη αλλαγή δόγματος, όπου η επιβολή κυρώσεων παύει να είναι θεωρητική και αποκτά χειροπιαστή, επιχειρησιακή διάσταση.