Η πολύ πρόσφατη άσκηση UVEX 1/26 του Πολεμικού Ναυτικού, είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί συγκέντρωσε σε κοινό πλαίσιο εναέρια μη επανδρωμένα συστήματα, μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, υποβρύχιες λύσεις, αισθητήρες εντοπισμού, παρεμβολείς, αναμεταδότες δεδομένων και άλλες υποδομές. Δηλαδή ό,τι έχει σημασία για το ΠΝ στην παρούσα φάση. Καθώς η σύγχρονη ναυτική επιχειρησιακή εικόνα απαιτεί συνδυασμό μέσων, συνεχή ροή δεδομένων, αυτόνομα μέσα με μικρό ίχνος και δυνατότητα δράσης σε περιβάλλον κορεσμού. Ενώ η άσκηση λειτούργησε ως πεδίο αξιολόγησης για λύσεις από πολλές ελληνικές αμυντικές εταιρείες (αλλά και ξένες), που εξυπηρετούν την θαλάσσια επιτήρηση, την αναγνώριση, την έγκαιρη προειδοποίηση, την παρεμβολή, την κρούση μικρής κλίμακας και την αναμετάδοση δεδομένων σε πολλαπλά επίπεδα.
Πρώτη εταιρεία που ξεχώρισε είναι η ελληνική Ucandrone, με εξειδίκευση στον σχεδιασμό και στην παραγωγή μη επανδρωμένων “έξυπνων” συστημάτων. Η παρουσία της είχε ιδιαίτερο βάθος, γιατί εμφανίστηκε με τρία διαφορετικά μέσα, το Mera, το Aquila και το Argo, δίνοντας έτσι μια ολοκληρωμένη εικόνα δυνατοτήτων σε αέρα και θάλασσα. Το Mera κινείται στη λογική ενός ευέλικτου εναέριου μέσου για τηλεπισκόπηση, επιτήρηση, αεροφωτογράφιση και χαρτογράφηση χαμηλού ύψους, δηλαδή ενός συστήματος που μπορεί να προσφέρει γρήγορη τοπική εικόνα στον χειριστή και στο κέντρο ελέγχου. Το Aquila ανήκει στην κατηγορία των VTOL, με δυνατότητα μετάδοσης εικόνας και φωνής σε πραγματικό χρόνο, χρήση κάμερας ημέρας αλλά και θερμικής, όπως και αποστασιόμετρου λέιζερ, οπότε αποδίδει σε αποστολές αναγνώρισης, επιτήρησης και παρακολούθησης στόχων.

Το τρίτο μέσο, το Argo (κεντρική φωτό), είναι μη επανδρωμένο επιφανείας, με έμφαση στη συλλογή δεδομένων, στην ευελιξία χρήσης και στο χαμηλότερο λειτουργικό αποτύπωμα. Η Ucandrone, με αυτή τη σύνθεση, πρόβαλε στην πράξη μια μικρή “οικογένεια” ελληνικών μη επανδρωμένων, κάτι που για το ΠΝ έχει σημασία, γιατί δείχνει δυνατότητα διαμόρφωσης ομοιογενούς εγχώριου πακέτου για επιτήρηση, αναγνώριση και αποστολές επιφανείας.
Η Altus, επίσης από την Ελλάδα, αποτελεί μία από τις πιο ώριμες και τεχνολογικά σταθερές παρουσίες στο εγχώριο τοπίο των UAV. Στην UVEX έφερε τα Atlas 204 A20 και Atlas A-8, δύο συστήματα με διαφορετικό επιχειρησιακό προσανατολισμό, κάτι που από μόνο του αναδεικνύει το εύρος της εταιρείας. Το Atlas 204 A20 είναι ένα τετρακόπτερο επιτήρησης, τύπου VTOL (κατακόρυφης απογείωσης/προσγείωσης), για γρήγορη ανάπτυξη στο πεδίο, και με αισθητήρες για επιτήρηση και αναγνώριση περιοχής. Πρόκειται για σύστημα που ταιριάζει σε νησιωτικό περιβάλλον, σε αποστολές κοντά σε μονάδες επιφανείας και σε περιπτώσεις όπου απαιτείται ταχεία δράση με ελάχιστη υποστήριξη.

Το Atlas A-8 υπηρετεί μια διαφορετική λογική, καθώς είναι οκτακόπτερο μεγάλου φορτίου. Για το Πολεμικό Ναυτικό, ένα τέτοιο μέσο μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος σε μεταφορά υλικών, επειγόντων φορτίων, εξοπλισμού παρατήρησης ή ειδικών αποστολών κρούσης. Η Altus, με αυτή τη διπλή παρουσία, έδειξε πως η ελληνική βιομηχανία UAV μπορεί να υπηρετήσει τόσο την επιτήρηση όσο και τον τομέα της βαριάς αερομεταφοράς με drone.
Η A.S Prote Maritime από την Κύπρο, έχει και εγχώριο αποτύπωμα, καθώς διαθέτει τμήμα έρευνας και ανάπτυξης στην Αθήνα. Η εταιρεία έχει ρίζες στον χώρο της θαλάσσιας ασφάλειας και των υπηρεσιών προστασίας πλοίων, ενώ εξελίχθηκε σε ανάπτυξη drones και συστημάτων επιτήρησης για ναυτικό περιβάλλον. Στην UVEX έφερε το Phorcys, ένα εξακόπτερο, σχεδιασμένο για αποστολές θαλάσσιας αναγνώρισης και υποστήριξης τακτικής εικόνας. Το συγκεκριμένο UAV έχει παρουσιαστεί με σταθεροποιημένη υβριδική κάμερα EO/IR και δυνατότητα object tracking, χαρακτηριστικά που του επιτρέπουν να ακολουθεί στόχο, να παρέχει εικόνα ημέρας και νύχτας και να λειτουργεί ως εναέριο «μάτι» για σκάφη και παράκτιες δυνάμεις. Η παρουσία της A.S Prote Maritime στην UVEX προσέθεσε έτσι έναν άξονα ναυτικής επιτήρησης από αέρος.

Η ελληνική Projecton είναι εταιρεία τεχνολογικών λύσεων με δραστηριότητα στους τομείς ασφάλειας, άμυνας, ειδικών εφαρμογών, τακτικών επικοινωνιών και διασύνδεσης συστημάτων. Η συμμετοχή της στην UVEX είχε ιδιαίτερη σημασία, γιατί έφερε τα Drone Base 6E, MRV Mini και Laser Detector, δηλαδή ένα σετ μέσων που ακουμπά την ουσία της υποδομής και της υποστήριξης του πεδίου. Το Drone Base 6E είναι λύση ανάπτυξης και ελέγχου drone, άρα κρίσιμο για την καθημερινή επιχειρησιακή αξιοποίηση μη επανδρωμένων μέσων. Το MRV Mini εντάσσεται στη λογική μικρότερης βοηθητικής πλατφόρμας ή φορέα αποστολών, ενώ ο Laser Detector προσφέρει δυνατότητες προειδοποίησης απειλών. Η Projecton, με την ενασχόληση της σε λύσεις επικοινωνίας και διασύνδεσης αισθητήρων, δείχνει ότι η επιχειρησιακή αξία των drones εξαρτάται απόλυτα και από το δίκτυο, το κέντρο ελέγχου, την ανάπτυξη, την ανίχνευση και την ενσωμάτωση δεδομένων. Σε μια άσκηση όπως η UVEX, αυτή η διάσταση είναι καθοριστική, γιατί ο χειρισμός μη επανδρωμένων απαιτεί ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική και όχι μόνο την παρουσία ενός ιπτάμενου μέσου.
Η Trygons, επίσης ελληνική, αντιπροσωπεύει μια βιομηχανική σχολή πλωτών σκαφών, με έμφαση στα σύνθετα υλικά, στις προχωρημένες κατασκευές και στις ειδικές πλατφόρμες. Η εταιρεία έδειξε το μη επανδρωμένο επιφανείας ER69D, από ανθρακονήματα, με μεγάλη δυνατότητα μεταφοράς φορτίου και με προσανατολισμό σε αποστολές που απαιτούν αντοχή, χαμηλό ίχνος και αξιοποίηση σε πολλαπλούς ρόλους. Για το Πολεμικό Ναυτικό, ένα τέτοιο USV έχει αξία, γιατί μπορεί να αποτελέσει βάση για θαλάσσια επιτήρηση, μεταφορά αισθητήρων και drones (και επιθετικών), αποστολές παρακολούθησης, δοκιμές ηλεκτρονικού εξοπλισμού ή επιχειρήσεις σε θαλάσσιες περιοχές όπου η παρουσία επανδρωμένου μέσου αυξάνει το επιχειρησιακό ρίσκο. Η Trygons, έδειξε ότι η ελληνική βιομηχανία έχει πλέον βήμα και στον χώρο των μεγαλύτερων μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας, που υπάρχει και μεγάλος διεθνής ανταγωνισμός.

Η Maresco, ελληνική εταιρεία με μακρά εμπειρία στους θαλάσσιους αισθητήρες, στην ωκεανογραφική και υδρογραφική υποστήριξη και στην υποβρύχια ρομποτική, έφερε στην UVEX ένα τηλεχειριζόμενο υποβρύχιο μέσο (ROV/UUV), χρήσιμο για επιθεωρήσεις σκαφών, έλεγχο υποδομών, αποστολές κοντά σε λιμένες, ή σε περιοχές αυξημένου αμυντικού ενδιαφέροντος. Η παρουσία της Maresco έδειξε ότι η εικόνα των θαλάσσιων μη επανδρωμένων συμπληρώνεται και από υποβρύχια επισκόπηση. Το ΠΝ μπορεί να αξιοποιήσει τέτοια μέσα για έλεγχο λιμένων και ασφάλεια ναυστάθμων, επιτήρηση κρίσιμων περιοχών, έρευνα, και υποβρύχια αναγνώριση.

Η JGC, επίσης από την Ελλάδα, είναι γνωστή για τη δραστηριότητά της στα γεωπληροφορικά συστήματα, στις προηγμένες τεχνολογίες, στη χαρτογράφηση και στην ενσωμάτωση δεδομένων. Στην UVEX έδειξε το μη επανδρωμένο επιφανείας CK-14, με ιταλική προέλευση, αξιοποιώντας ανθρακονήματα και Kevlar στην κατασκευή του. Ένα τέτοιο USV μπορεί να προσφέρει σε υδρογραφικές εργασίες, επιθεώρηση λιμένων, παράκτια παρατήρηση και αποστολές σε ρηχά ή απαιτητικά νερά. Για το ΠΝ, πλατφόρμες αυτής της κατηγορίας έχουν σημασία, γιατί υπηρετούν αποστολές όπου η ευελιξία, η ακρίβεια και το μικρό ίχνος παίζουν μεγαλύτερο ρόλο από τη μεγάλη μεταφορική ικανότητα.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες ήταν του ΚΕΤΑΚ, δηλαδή του Κέντρου Έρευνας Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας του ΓΕΕΘΑ. Ο φορέας αυτός κινείται στον πυρήνα της ελληνικής αμυντικής καινοτομίας και στη συγκεκριμένη άσκηση εμφανίστηκε με ένα πλήρες πακέτο που αποτυπώνει σχεδόν ολόκληρη τη σύγχρονη λογική των drones. Αρχικά το VTOL UAV που παρουσίασε στην άσκηση, επέδειξε υψηλό επίπεδο δυνατοτήτων. Το “αστέρι” όμως της παρουσίας του ήταν ο παρεμβολέας ADV2, που προσφέρει δυνατότητα ηλεκτρονικού πολέμου σε μικρές ομάδες πεζικού, δηλαδή της αντιμετώπισης εχθρικών μη επανδρωμένων μέσων. Στην άσκηση έφερε και ένα UAV detector για έγκαιρη ανίχνευση μη επανδρωμένων, στοιχείο καθοριστικό για την επιβίωση κάθε ναυτικής ή χερσαίας μονάδας που απειλείται από μικρά drones. Επίσης το FPV drone V2LM είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια, με ίδια μέσα, για κατασκευή μιας φθηνής πλατφόρμας κρούσης. Το video relay system VL-M1 συμπληρώνει την εικόνα, γιατί σε επιχειρησιακό περιβάλλον η αναμετάδοση σήματος και εικόνας αποτελεί καθοριστικό πολλαπλασιαστή ισχύος. Το ΚΕΤΑΚ, με αυτή τη σύνθεση, έδειξε ότι η ελληνική αμυντική καινοτομία ωριμάζει σε κατεύθυνση ολοκληρωμένης αλυσίδας, από τον εντοπισμό μέχρι την παρεμβολή, και από την παρατήρηση μέχρι τη δράση.

Το 306 Εργοστάσιο Βάσης Τηλεπικοινωνιών, ένας ελληνικός στρατιωτικός φορέας, συμμετείχε με τρία drones και έδειξε πως οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας επιδιώκουν να στηρίξουν το πεδίο των μη επανδρωμένων και με οργανική παραγωγή, σε όλα τα στάδιο, από το σχεδιασμό, στη συναρμολόγηση, στην εξέλιξη και στη δημιουργία εγχώριου αποθέματος. Η παρουσία τριών μέσων έδειξε ότι εξετάζεται στην πράξη πώς μπορεί να αξιοποιηθεί και η κρατική αμυντική παραγωγική δομή μέσα σε ένα οικοσύστημα όπου συνυπάρχουν ιδιωτικές εταιρείες, εξειδικευμένοι φορείς και λύσεις του εξωτερικού. Αυτή η συνύπαρξη είναι καθοριστική για το μέλλον, γιατί η αποτελεσματική χρήση drones θέλει ποσότητα, συνεχή ροή υποστήριξης, δυνατότητα ανανέωσης, προσαρμογή στα μαθήματα του πεδίου και γρήγορη εξέλιξη.


Από το Ισραήλ είχαμε και συμμετοχή της Steadicopter, γνωστής για τα μη επανδρωμένα ελικόπτερα-UAV της, με έμφαση στην επιχειρησιακή αξιοποίηση τεχνολογιών drone και αντι- drone. Το Ισραήλ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες σχολές διεθνώς στα μη επανδρωμένα συστήματα, οπότε για το Πολεμικό Ναυτικό, η επαφή με τέτοια τεχνογνωσία έχει αξία σε έναν χώρο όπου ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η ανίχνευση μικρών στόχων και η άμεση αντίδραση σε απειλές κορεσμού γίνονται βασικά στοιχεία της επιχειρησιακής καθημερινότητας.

Και στο τέλος έρχεται το σύστημα που τραβά ίσως τα περισσότερα βλέμματα, το MARS της SubSea Craft από το Ηνωμένο Βασίλειο, μια εταιρεία προηγμένων θαλάσσιων τεχνολογιών με πλατφόρμες για το σύγχρονο ναυτικό περιβάλλον. Το συγκεκριμένο σκάφος, είναι μη επανδρωμένο μικρού μεγέθους, γρήγορο, ευέλικτο και δύσκολα εντοπίσιμο που μπορεί να αναλάβει διαφορετικούς ρόλους ανάλογα την αποστολή. Η φιλοσοφία του το τοποθετεί σε ένα πεδίο όπου συνυπάρχουν επιτήρηση, αναγνώριση, αποστολές αντί-drone και μεταφοράς ειδικών φορτίων.

Το MARS προτείνει μια δυτική σχολή ταχείας εξέλιξης, μικρού ίχνους και επιχειρησιακής ευελιξίας, δηλαδή τη φιλοσοφία που απασχολεί σήμερα όλα τα ναυτικά που παρακολουθούν τα διδάγματα από τα πρόσφατα πεδία μάχης. Για το Πολεμικό Ναυτικό, η παρουσία του MARS στην UVEX είχε έτσι σημασία, γιατί έφερε στο τραπέζι ένα σύγχρονο USV, με χαρακτηριστικά που ταιριάζουν στη συζήτηση για το αύριο της ναυτικής μάχης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Μάλιστα, η κατασκευάστρια εταιρεία SubSea Craft, ήδη συνεργάζεται με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, για την συμπαραγωγή ενός άλλου μοντέλου της, του υβριδικού VICTA.
Συνολικά η UVEX 1/26 λειτούργησε ως μια αποτύπωση για το που βαδίζει το Πολεμικό Ναυτικό στον χώρο των μη επανδρωμένων. Η εικόνα που προέκυψε δείχνει ωρίμανση εγχώριων λύσεων, άνοιγμα σε τεχνολογίες του εξωτερικού, ενδιαφέρον για αντι-drone δυνατότητες, έμφαση στην επιτήρηση και στα USV, και σαφή κατανόηση ότι το πεδίο του αύριο θα κρίνεται από την ταχύτητα ενσωμάτωσης νέων συστημάτων. Σε αυτή την εξίσωση, η ελληνική συμμετοχή είχε βάθος και μεγάλη ποικιλία, τόσο από ιδιωτικές εταιρείες όσο και κρατικούς-στρατιωτικούς φορείς (οπότε ήδη υπάρχει η κρίσιμη βάση τεχνογνωσίας), η κυπριακή παρουσία πρόσθεσε την δική της εξειδίκευση, η ισραηλινή ενίσχυσε το τεχνολογικό ενδιαφέρον και η βρετανική συμμετοχή έδειξε μια πολύ σύγχρονη πλατφόρμα πολλαπλών αποστολών.