Ύστερα από σχεδόν τρία χρόνια στο ναυπηγείο για αναβαθμίσεις λογισμικού και ηλεκτρονικών αλλά κυρίως για ένα μεγάλο πρόγραμμα αντικατάστασης οπλισμού, το αμερικανικό αντιτορπιλικό κατευθυνομένων βλημάτων USS Zumwalt (DDG-1000), βγήκε ξανά στη θάλασσα για δοκιμές.
Ο πρώτος απόπλους έγινε στις 15 Ιανουαρίου, από το ναυπηγείο HII Ingalls Shipbuilding στην Pascagoula του Μισσισσιπή και έως τις 21 του μήνα το σκάφος είχε ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο εν πλω δοκιμών.
Εμφανής διαφορά ήταν η αφαίρεση των δύο πυροβόλων των 155 mm στην πλώρη, ένα όπλο που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε, καθώς διαπιστώθηκε πως τα ειδικά πυρομαχικά του θα ήταν εξωφρενικά ακριβά.
Στη θέση τους μπήκαν 4 κατακόρυφοι εκτοξευτές, τριών κελιών ο καθένας, πυραύλων Common Hypersonic Glide Body (C-HGB), δηλαδή συνολικά 12. Οι συγκεκριμένοι, διαθέτουν ως φορτίο ένα αεροδυναμικό “σώμα ολίσθησης” που θα φέρει και την πολεμική κεφαλή, το οποίο με πολυηχητική ταχύτητα, άνω των 5 Mach, θα μπορεί να πλήττει στόχους χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Έτσι τα αντιτορπιλικά κλάσης Zumwalt θα μετατραπούν στα πρώτα σκάφη του Αμερικανικού Ναυτικού προσαρμοσμένα στο πρόγραμμα Conventional Prompt Strike (CPS) δηλαδή κρούσης πολύ μεγάλης εμβελείας, τάξης διηπειρωτικού πυραύλου, αλλά με συμβατική κεφαλή υψηλής ακριβείας.

Στην διαδικασία αλλαγής οπλισμού είναι ήδη και το 2ο σκάφος της κλάσης, το USS Lyndon B. Johnson (DDG 1002), ενώ το τρίτο, το USS Michael Monsoor (DDG 1001) θα ακολουθήσει αργότερα. Τα τρια μεγάλα αντιτορπιλικά, διατηρούν άλλα 80 κελιά κατακόρυφης εκτόξευσης πυραύλων, κυρίως αντιαεροπορικών (SM-2, SM-3, SM-6, ESSM) αλλά και κρούσης (Tomahawk).