Μετά από τρεις εβδομάδες πολέμου και καταιγιστικών χτυπημάτων κατά του ναυτικού του Ιράν, οι ΗΠΑ αισθάνονται πως η ικανότητα θαλάσσιας άρνησης του Ιράν με ενεργητικά μέσα, έχει απομειωθεί σε μεγάλο βαθμό. Οι κύριες ομάδες επιφανείας βυθίστηκαν ή καταστράφηκαν με αεροπορικά χτυπήματα ακριβείας. Επόμενος στόχος είναι τα ελαφρά σκάφη των Φρουρών της Επανάστασης -το “δεύτερο ναυτικό” του Ιράν- αλλά και εκεί πλέον, η αμερικανική ηγεσία αισθάνεται αρκετά αισιόδοξη ότι οι ικανότητες δράσης τους έχει περιοριστεί σημαντικά. Οπότε βασικός κίνδυνος για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ παραμένουν οι νάρκες.

Σύμφωνα με παλαιότερες αναφορές της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Αμερικανικού Ναυτικού (ONI) του 2017, το Ιράν διαθέτει περίπου 6.000 νάρκες, διαφόρων τύπων.

Πως μπορεί όμως η Δύση και ιδίως η αμερικανική πολεμική μηχανή να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή; Η πρόσφατη δήλωση του υπουργού Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ, ότι δεν υπάρχουν “σαφή στοιχεία” για την παρουσία ναρκών στη Στενά του Ορμούζ, έρχεται σε αντίθεση με τις αναφορές του Αμερικανού Ναυτικού και της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), που ανέφεραν καταστροφή 16 ιρανικών ναρκοθετικών σκαφών.

Εδώ το Αμερικανικό Ναυτικό διαθέτει τα πλοία κλάσης Avenger. Η κλάση διαθέτει ξύλινη γάστρα με επικάλυψη ανθρακονημάτων και συρόμενο σόναρ, όπου συντονίζει τη δράση μη επανδρωμένων τηλεχειριζόμενων υποβρυχίων για τον εντοπισμό και εξουδετέρωση ναρκών. Όμως μόνο τέσσερα από αυτά τα πλοία είναι διαθέσιμα, καθώς τα περισσότερα έχουν παροπλιστεί.

Σημαντικός λόγος για την απόσυρση των Avenger είναι ο προγραμματισμός του αμερικανικού Ναυτικού να αντικαταστήσει τα πλοία αυτά της δεκαετίας του 1980, από τα πιο σύγχρονα Littoral Combat Ships (LCS). Αυτά εξοπλίζονται με ειδικά “πακέτα”  ναρκοθηρίας, λειτουργώντας ως μητρικά σκάφη για μη επανδρωμένα και αυτόνομα υποβρύχια οχήματα για την εξουδετέρωση ναρκών.

Άλλη λύση είναι η ναρκαλιεία από αέρος, μέθοδος που οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν αναπτύξει σε υψηλό βαθμό. Για το λόγο αυτό, επιστρατεύεται μια ειδική έκδοση του βαρέως ελικοπτέρου CH-53 Stallion, η MH-53E Sea Dragon, που επιχειρεί από ελικοπτεροφόρα και πετώντας σε χαμηλό ύψος σύρει με συρματόσκοινο μια πλατφόρμα μαγνητικής εξουδετέρωσης ναρκών. Το ναυτικό των ΗΠΑ διαθέτει 50 περίπου τέτοια ελικόπτερα.

Το πρόβλημα όμως είναι πως ακόμα και λίγες δεκάδες νάρκες στο εξαιρετικά πολυσύχναστο πέρασμα από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας μεταφοράς πετρελαίου, αρκούν για να παρεμποδίσουν δραματικά την ναυσιπλοϊα. Οπότε η αύξηση των ναυτικών ασφαλίστρων και η καθυστέρηση διέλευσης θα αυξήσουν τις διεθνείς τιμών των καυσίμων, ακόμη και να γίνεται παράλληλα επιχείρηση ναρκοθηρίας. Υπενθυμίζουμε ότι το Ιράν είχε ναρκοθετήσει μερικώς τα Στενά κατά τον πόλεμο με το Ιράκ στη δεκαετία του ’80 προξενώντας ζημιές σε πετρελαιοφόρα και εξουδετερώνοντας αμερικανική φρεγάτα USS Samuel B. Roberts.

Θα ήταν παράλειψη να μην παρατηρήσει κανείς ότι ένα τέτοιο έργο άρσης, θα μπορούσε να γίνει πιο εύκολα από τυπικά παράκτια ναρκοθηρευτικά, όπως αυτά που υπηρετούν στα περισσότερα ναυτικά αλλά ο αμερικανικός στόλος -που κάποτε οδηγούσε τις εξελίξεις ναυπηγώντας τα κατά δεκάδες- πλέον στερείται αυτή την ικανότητα.

Μη Επανδρωμένο Σκάφος Επιφανείας (USV) εξοπλισμένο με σύγχρονα μέσα εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών αναπτύσσεται από την πρύμνη αμερικανικού Πλοίου Παράκτιας Μάχης κλάσης Independence. Δοκιμές του συστήματος σε συνθήκες πεδίου κατέληξαν σε απώλεια ελέγχου του USV.

Η τελευταία τέτοια κλάση, η Osprey των 12 σκαφών, αποσύρθηκε μετά από 14 μόλις χρόνια υπηρεσίας, με τα πλοία να μοιράζονται σε συμμαχικά ναυτικά, μεταξύ των οποίων δύο και στο ελληνικό (τα Καλυψώ και Ευνίκη), καθώς η ηγεσία του ναυτικού των ΗΠΑ είχε κατακλυστεί από “οράματα” μη επανδρωμένων που θα έκαναν τα πάντα.

Άρα, για τον καθαρισμό των Στενών του Ορμούζ, θα χρειαστεί διεθνή βοήθεια, που ακόμη και να δοθεί, θα χρειαστεί εβδομάδες για να φθάσουν τέτοια σκάφη στην περιοχή και ακόμη μεγαλύτερος χρόνος να δράσουν. Έστω και αν δεν υπάρχει ιρανική αντίσταση με χρήση μη επανδρωμένων και πυραύλων που θα τα στοχεύουν.