Η στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν εξελίσσεται σε έναν πόλεμο με συνεχώς αυξανόμενο οικονομικό, δημοσιονομικό και στρατηγικό κόστος. Μέχρι την 1η Αυγούστου 2026, οι επιχειρήσεις είχαν κοστίσει περίπου 38,1 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO). Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί, ο λογαριασμός θα αυξάνεται κατά 2 έως 3 δισ. δολάρια κάθε μήνα – και ενδεχομένως περισσότερο σε περίπτωση νέας μεγάλης κλιμάκωσης.
Η εκτίμηση του CBO επιβεβαιώνει και διευρύνει τα στοιχεία του γενικού επιθεωρητή του Πενταγώνου. Στις 29 Ιουνίου, το κόστος της επιχείρησης Epic Fury υπολογιζόταν ήδη στα 33,4 δισ. δολάρια: 22,3 δισ. για πυρομαχικά, 3,7 δισ. για απώλειες στρατιωτικού εξοπλισμού και 7,4 δισ. για πρόσθετες επιχειρησιακές υποχρεώσεις. Μέσα σε περίπου έναν μήνα, συνεπώς, το εκτιμώμενο κόστος αυξήθηκε κατά σχεδόν 5 δισ. δολάρια.
Η αύξηση αντικατοπτρίζει τη συνεχή χρήση αεροσκαφών, πλοίων, βάσεων, καυσίμων και εξαιρετικά ακριβών πυραύλων. Περισσότεροι από 50.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί αναπτύχθηκαν στην περιοχή ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM). Στην αρχική φάση συμμετείχαν περίπου 250 μαχητικά και επιθετικά αεροσκάφη, δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων και μία αμφίβια δύναμη. Έως τις αρχές Απριλίου, οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν πραγματοποιήσει περίπου 36.000 πολεμικές εξόδους, εναντίον περίπου 13.500 στόχων.

Χρήση ακριβών πυρομαχικών χωρίς έλεος
Το μεγαλύτερο τμήμα του λογαριασμού αφορά τα πυρομαχικά. Το CBO υπολογίζει ότι η αντικατάσταση όσων χρησιμοποιήθηκαν έως την 1η Αυγούστου θα κοστίσει 21,7 δισ. δολάρια. Από αυτά, 13,1 δισ. αφορούν αντιπυραυλική άμυνα, 7,3 δισ. είναι για πύραυλοι κρούσης εδάφους και 1,2 δισ. άλλα πυρομαχικά. Συγκεκριμένα οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν μεγάλους αριθμούς Tomahawk και JASSM για επιθέσεις εναντίον ιρανικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, η άμυνα αμερικανικών βάσεων, πλοίων και συμμάχων απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους και drones κατανάλωσε βλήματα Patriot, THAAD, SM-3 και SM-6. Το κόστος κάθε βλήματος κυμαίνεται από περίπου 4 εκατ. δολάρια για έναν Patriot ή SM-6 μέχρι 12 εκατ. για έναν THAAD και 28 εκατ. για τις πλέον προηγμένες εκδόσεις του SM-3.
Το Πεντάγωνο παραδέχεται ότι η κατανάλωση πυρομαχικών δημιούργησε «στρατηγικές ελλείψεις» και αποκάλυψε σοβαρά σημεία συμφόρησης στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Οι κυριότερες δυσκολίες εντοπίζονται στην παραγωγή κινητήρων στερεών καυσίμων, στην επάρκεια εκρηκτικών και προωθητικών υψηλών προδιαγραφών και στην έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.
Σύμφωνα με το CBO, από τον πόλεμο του Ιουνίου 2025 και τις επιχειρήσεις του 2026 οι ΗΠΑ πιθανότατα έχουν καταναλώσει από το μισό έως τα δύο τρίτα ορισμένων αποθεμάτων αναχαιτιστικών πυραύλων. Η αναπλήρωσή τους θα απαιτήσει τουλάχιστον πέντε χρόνια, ακόμη και εάν αυξηθεί η παραγωγή. Κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται στο Ιράν δεν είναι διαθέσιμος για μια μελλοντική κρίση, ιδίως στον Ινδοειρηνικό, όπου η Κίνα διαθέτει πολύ μεγαλύτερο πυραυλικό οπλοστάσιο και ισχυρότερη παραγωγική βάση.

Οι απώλειες σε αεροσκάφη και ραντάρ
Σημαντικές είναι και οι απώλειες αμερικανικών μέσων. Επίσημη έκθεση καταγράφει τέσσερα κατεστραμμένα F-15E — τα τρία από φίλια πυρά — και ένα F-35A που υπέστη ζημιές από ιρανικά πυρά. Ένα A-10 χάθηκε μετά από αποστολή έρευνας και διάσωσης, ενώ επτά ιπτάμενα τάνκερ KC-135 καταστράφηκαν ή υπέστησαν ζημιές, είτε σε σύγκρουση πάνω από το Ιράκ είτε από ιρανικά drones στη Σαουδική Αραβία.
Στον κατάλογο περιλαμβάνονται επίσης ένα αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης E-3, ένα ελικόπτερο HH-60W, τέσσερα AH-6 που καταστράφηκαν ως μη ανακτήσιμα, ένα AH-64 που καταρρίφθηκε πάνω από τα Στενά του Ορμούζ και ένα MH-60 που συνετρίβη στην Αραβική Θάλασσα. Ένα μη επανδρωμένο MQ-4C αναφέρεται ως απολεσθέν, ενώ έως και 30 drones MQ-9 καταστράφηκαν υπό διαφορετικές συνθήκες.
Ιδιαίτερα δαπανηρή ήταν η καταστροφή ενός ραντάρ TPY-2 του συστήματος THAAD. Το ραντάρ κοστίζει περίπου 500 εκατ. δολάρια και αποτελεί αναγκαίο στοιχείο μιας πλήρους πυροβολαρχίας, ενώ οι ΗΠΑ διαθέτουν μόνο οκτώ τέτοια συστήματα. Το CBO αποτιμά στα 1,9 δισ. δολάρια τον εξοπλισμό που πρέπει να αντικατασταθεί. Εάν, όμως, το Πεντάγωνο προμηθευτεί σύγχρονους αντικαταστάτες για όλα τα χαμένα αεροσκάφη, το ποσό μπορεί να φτάσει τα 3,3 δισ.
Η εικόνα των υποδομών είναι ακόμη πιο ασαφής. Ιρανικά πλήγματα προκάλεσαν ζημιές ή κατέστρεψαν εκατοντάδες κτίρια και εγκαταστάσεις σε αμερικανικές βάσεις στο Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, το Ομάν και την Ιορδανία, αλλά το κόστος αποκατάστασης δεν περιλαμβάνεται στα 38,1 δισ. δολάρια, οπότε ο πραγματικός λογαριασμός είναι ακόμη μεγαλύτερος. Ζημιές περίπου 184 εκατ. καταγράφηκαν και σε αμερικανικές διπλωματικές εγκαταστάσεις τεσσάρων χωρών.
Οι πρόσθετες ώρες πτήσης αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία δαπανών μετά τα πυρομαχικά, φτάνοντας τα 10,4 δισ. δολάρια. Άλλα 1,5 δισ. δαπανήθηκαν για πλοία, χερσαίες δυνάμεις, εφέδρους και ειδικές αποζημιώσεις προσωπικού, ενώ η αύξηση των τιμών των καυσίμων επιβάρυνε το Πεντάγωνο κατά περίπου 2,7 δισ.
Χρηματοδότηση για συνέχιση του πολέμου
Μπροστά σε αυτή την πίεση, ο Λευκός Οίκος ζήτησε από το Κογκρέσο έκτακτη συμπληρωματική χρηματοδότηση 87,6 δισ. δολαρίων. Από το συνολικό ποσό, τα 67,1 δισ. προορίζονται για το Πεντάγωνο: 21 δισ. για πυρομαχικά, 17,3 δισ. για επιχειρησιακές δαπάνες, 12,1 δισ. για απόρρητα προγράμματα, 5,1 δισ. για κυβερνοασφάλεια και αυτόνομα συστήματα, 4 δισ. για δίκτυα εντοπισμού κινούμενων στόχων και διαστημικών δεδομένων, 2,4 δισ. για drones, 1,7 δισ. για ετοιμότητα και 1,5 δισ. για καύσιμα.
Τα υπόλοιπα 20,5 δισ. κατευθύνονται σε άλλα υπουργεία και σκοπούς, διαφορετικού βαθμού σύνδεσης με τον πόλεμο. Το CBO εκτιμά ότι μόνο 42,3 δισ. από το αίτημα σχετίζονται άμεσα με τη σύγκρουση. Η παρουσία 12,1 δισ. για απόρρητα προγράμματα, αλλά και κονδυλίων για ευρύτερες στρατιωτικές προτεραιότητες, δυσκολεύει τη διάκριση μεταξύ κάλυψης πολεμικών δαπανών και χρηματοδότησης αναγκών που απλώς αποκαλύφθηκαν από τον πόλεμο.
Και οι ΗΠΑ πουλάνε όπλα
Την ίδια περίοδο, η σύγκρουση λειτούργησε ως επιταχυντής των αμερικανικών πωλήσεων όπλων στη Μέση Ανατολή. Από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 2026, η Ουάσιγκτον ενέκρινε ή γνωστοποίησε πωλήσεις συνολικής αξίας 44,51 δισ. δολαρίων προς περιφερειακούς συμμάχους. Από αυτά, 25,32 δισ. εγκρίθηκαν μέσω τριών επειγουσών διαδικασιών που παρέκαμψαν τη συνήθη κοινοβουλευτική εξέταση, ενώ άλλα 19,19 δισ. αφορούσαν μη επείγουσες πωλήσεις.
Η Σαουδική Αραβία ξόδεψε 12 δισ. δολάρια, κυρίως για πυραύλους Patriot PAC-3 αξίας 9 δισ. και υποστήριξη F-15 ύψους 3 δισ. Το Κουβέιτ ακολουθούσε με 10,74 δισ., από τα οποία 8 δισ. για ραντάρ αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας και 2,5 δισ. για ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης μάχης.
Οι πωλήσεις προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έφτασαν τα 8,61 δισ. δολάρια, περιλαμβάνοντας ραντάρ μεγάλης εμβέλειας με ενσωμάτωση THAAD, πυραύλους αέρος-αέρος AMRAAM, συστήματα αντιμετώπισης drones και αναβαθμίσεις F-16. Το Ισραήλ αγοράσε όπλα αξία 7,81 δισ., το Κατάρ 5 δισ. — εκ των οποίων 4,01 δισ. για αναπλήρωση πυραύλων Patriot — και η Ιορδανία 350 εκατ. δολάρια.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι οι πωλήσεις δεν επηρεάζουν δυσμενώς την αμερικανική στρατιωτική ετοιμότητα. Ωστόσο, η έκθεση αναφέρει ότι, λόγω των αναγκών της Epic Fury, παραδόσεις αμυντικού υλικού που είχαν αγοράσει άλλοι σύμμαχοι αναβλήθηκαν ή δεσμεύτηκαν προσωρινά. Εδώ η αντίφαση είναι εμφανής: ενώ η αμερικανική βιομηχανία πρέπει να αναπληρώσει τα εγχώρια αποθέματα, καλείται ταυτόχρονα να εκτελέσει παραγγελίες δεκάδων δισεκατομμυρίων για περιφερειακά κράτη που επιδιώκουν να ενισχύσουν την άμυνά τους απέναντι στο Ιράν.
Για τις αμερικανικές εταιρείες όπλων, οι παραγγελίες δημιουργούν μακροχρόνια έσοδα και κίνητρα για επέκταση της παραγωγής. Για την αμερικανική κυβέρνηση, όμως, δημιουργούν ανταγωνισμό για τις ίδιες γραμμές παραγωγής, πρώτες ύλες και εξειδικευμένο προσωπικό.
Το τσεκ στην οικονομία
Το βαθύτερο οικονομικό κόστος βρίσκεται έξω από τον αμυντικό προϋπολογισμό. Οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα ανέβασαν την τιμή του Brent από 64 δολάρια το βαρέλι στα τέλη του 2025 έως τα 103 δολάρια το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Το CBO εκτιμά ότι η σύγκρουση θα προσθέσει 0,5 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο πληθωρισμό στις αρχές του 2027, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη και διατηρώντας τα επιτόκια υψηλότερα.
Τα 38,1 δισ. δολάρια, συνεπώς, δεν αποτελούν τον τελικό λογαριασμό. Είναι μια ενδιάμεση αποτίμηση που δεν περιλαμβάνει πλήρως την αποκατάσταση των βάσεων, τη φροντίδα τραυματιών και βετεράνων, το κόστος δανεισμού ή τη μελλοντική συντήρηση του εξοπλισμού. Το πραγματικό τίμημα θα μετρηθεί σε δημόσιο χρήμα, πληθωρισμό, πιεσμένες γραμμές παραγωγής και μειωμένη στρατιωτική ετοιμότητα για πολλά χρόνια.
Το Ιράν που ακόμη αντέχει παρά το σφυροκόπημα
Στην άλλη πλευρά του πολέμου; Και το Ιράν έχει ήδη πληρώσει βαρύτατο τίμημα, καθώς έχει “εξαφανιστεί” η όποια αεροπορική δύναμη είχε όπως και το ναυτικό του, έχει υποστεί μαζικούς βομβαρδισμούς σε κρίσιμες υποδομές, έχει χάσει μεγάλο μέρος των δικών του αποθεμάτων όπλων. Αλλά παραμένει αρκετά συσπειρωμένο και διατηρεί την απειλή καταστροφής των περιφερειακών οικονομιών των κρατών του Κόλπου με βαλλιστικούς πυραύλους και drone, και εν μέρει και τον περιορισμό των εξαγωγών τους από Περσικό Κόλπο και Έρυθρα Θάλασσα. Εδώ η “αξιοποίηση” των φιλοιρανών Χούθι στην Υεμένη για να ελέγξουν την Ερυθρά Θάλασσα, αποδεικνύεται πολύτιμο εργαλείο.
Έτσι εξηγείται και το μακρόχρονο της σύγκρουσης, που πέρα από την ένταση των μεγάλων βομβαρδισμών των πρώτων μηνών, τώρα έχει “κατεβάσει ταχύτητα” με ΗΠΑ και Ισραήλ και Ιράν να αντάλλασουν χτυπήματα, αλλά μικρότερης ισχύος και αριθμών, σε εναλλαγή με διαπραγματεύσεις στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Χωρίς αυτό όμως να ακυρώνει τις βαριές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, που πληρώνει πανάκριβα το πετρέλαιο ενω μέσω γενικής αναταραχής.