Το διαστημικό τηλεσκόπιο Neil Gehrels Swift Observatory της NASA αναμένεται να επανεισέλθει ανεξέλεγκτα στη γήινη ατμόσφαιρα στις 4 Νοεμβρίου, ολοκληρώνοντας σχεδόν 22 χρόνια λειτουργίας σε τροχιά. Η αμερικανική διαστημική υπηρεσία εκτιμά ότι το μεγαλύτερο μέρος του δορυφόρου θα καταστραφεί κατά την επανείσοδο, ωστόσο ορισμένα εξαρτήματά του ενδέχεται να επιβιώσουν και να φθάσουν στην επιφάνεια της Γης.

Σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση της NASA, στις 2 Νοεμβρίου, η Αμερικανική Διαστημική Δύναμη (US Space Force) υπολογίζει ότι η επανείσοδος θα πραγματοποιηθεί περίπου στις 10:30 UTC της 4ης Νοεμβρίου, δηλαδή στις 12:30 ώρα Ελλάδας, με περιθώριο αβεβαιότητας 11 ωρών. Η πρόβλεψη αναμένεται να επικαιροποιείται όσο ο δορυφόρος πλησιάζει στα πυκνότερα στρώματα της ατμόσφαιρας.

Το Swift έχει μάζα περίπου 1.450 κιλών και κινείται σε τροχιά χαμηλού ύψους. Καθώς δεν διαθέτει σύστημα πρόωσης ικανό να αντισταθμίσει την ατμοσφαιρική αντίσταση και να αυξήσει το ύψος της τροχιάς του, η σταδιακή απώλεια ύψους ήταν αναπόφευκτη. Η διαδικασία επιταχύνθηκε σημαντικά από την αυξημένη ηλιακή δραστηριότητα, η οποία προκαλεί θέρμανση και διαστολή των ανώτερων στρωμάτων της ατμόσφαιρας, αυξάνοντας την αντίσταση που αντιμετωπίζουν οι δορυφόροι σε χαμηλή τροχιά.

Στις 20 Οκτωβρίου, όταν το Swift είχε κατέλθει σε ύψος περίπου 275 χιλιομέτρων, τα συστήματα ελέγχου προσανατολισμού δεν μπορούσαν πλέον να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις της αυξημένης ατμοσφαιρικής αντίστασης. Το τηλεσκόπιο εισήλθε σε κατάσταση ασφαλείας (safe mode) και η ομάδα ελέγχου στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια έστειλε εντολή που τερμάτισε ουσιαστικά την επιστημονική αποστολή του.

Το εύλογο ερώτημα είναι πού θα καταλήξουν τα συντρίμμια που ενδεχομένως επιβιώσουν από την επανείσοδο. Επειδή η τροχιά του Swift έχει μικρή κλίση ως προς τον Ισημερινό, η πιθανή ζώνη πτώσης περιορίζεται μεταξύ 20,6 μοιρών βόρειου και 20,6 μοιρών νότιου γεωγραφικού πλάτους. Περιλαμβάνει κυρίως ωκεάνιες περιοχές, αλλά και τμήματα της Αφρικής, της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας, της βόρειας Αυστραλίας, της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής.

Η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αυτής της ζώνης, επομένως δεν περιλαμβάνεται στις περιοχές πιθανής πτώσης συντριμμιών.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το μεγαλύτερο μέρος της κατασκευής θα διαλυθεί και θα καταστραφεί από την αεροδυναμική θέρμανση. Ωστόσο, μεταλλικά εξαρτήματα, μηχανισμοί ελέγχου προσανατολισμού και τμήματα των οπτικών συστημάτων ενδέχεται να αντέξουν στις ακραίες θερμοκρασίες. Η ακριβής ποσότητα των υλικών που θα φθάσουν στο έδαφος δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα.

Η NASA υπολογίζει την πιθανότητα τραυματισμού ανθρώπου από την επανείσοδο σε περίπου μία στις 2.100. Πρόκειται για εκτίμηση του συνολικού κινδύνου πρόκλησης ανθρώπινου τραυματισμού από τα συντρίμμια, όχι για την πιθανότητα να πληγεί ένα συγκεκριμένο άτομο. Παρότι ο κίνδυνος χαρακτηρίζεται μικρός, η τιμή είναι μεγαλύτερη από το όριο της μίας στις 10.000 που χρησιμοποιείται ως κριτήριο αποδοχής κινδύνου σε σύγχρονες διαδικασίες διάθεσης διαστημικών αντικειμένων.

Η επανείσοδος έρχεται μετά την αποτυχία μιας ιδιαίτερα φιλόδοξης προσπάθειας διάσωσης του τηλεσκοπίου. Τον Σεπτέμβριο του 2025, η NASA ανέθεσε στην αμερικανική Katalyst Space Technologies σύμβαση ύψους 30 εκατ. δολαρίων για την ανάπτυξη του ρομποτικού διαστημοπλοίου LINK, το οποίο θα προσέγγιζε το Swift, θα το συνέδεε με ρομποτικούς βραχίονες και θα το μετέφερε σε υψηλότερη τροχιά.

Το LINK εκτοξεύθηκε στις 3 Ιουλίου 2026, αλλά παρουσίασε προβλήματα στο σύστημα πρόωσης και στον έλεγχο προσανατολισμού, τα οποία εμπόδισαν την ολοκλήρωση της αποστολής. Παρότι κατάφερε να πλησιάσει το Swift σε απόσταση περίπου 12–15 χιλιομέτρων και να το φωτογραφίσει, δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την προβλεπόμενη σύνδεση. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε τον Αύγουστο και το ίδιο το LINK επανεισήλθε στην ατμόσφαιρα τον Σεπτέμβριο.

Η αποτυχία είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα επρόκειτο για μία από τις πρώτες απόπειρες εμπορικής επέμβασης σε δορυφόρο που δεν είχε σχεδιαστεί εξαρχής για ανεφοδιασμό ή συντήρηση σε τροχιά. Παρά την αρνητική έκβαση, η NASA θεωρεί ότι η αποστολή προσέφερε χρήσιμη εμπειρία για τη μελλοντική ανάπτυξη τεχνολογιών επιθεώρησης και παράτασης της ζωής διαστημικών συστημάτων.

Το Neil Gehrels Swift Observatory εκτοξεύθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2004 με πύραυλο Delta II. Αρχικός σκοπός του ήταν η μελέτη των εκλάμψεων ακτίνων γάμμα (Gamma-Ray Bursts – GRB), ορισμένων από τα ισχυρότερα και πιο βραχύβια φαινόμενα στο Σύμπαν.

Διέθετε τρία επιστημονικά όργανα: το Burst Alert Telescope (BAT), το X-Ray Telescope (XRT) και το Ultraviolet/Optical Telescope (UVOT). Ο συνδυασμός τους επέτρεπε τον εντοπισμό μιας έκλαμψης ακτίνων γάμμα και την ταχεία στροφή του δορυφόρου προς την περιοχή προέλευσής της, ώστε να παρατηρηθεί το φαινόμενο σε διαφορετικά μήκη κύματος. Ταυτόχρονα, το Swift ειδοποιούσε άλλα διαστημικά και επίγεια παρατηρητήρια για την πραγματοποίηση συμπληρωματικών παρατηρήσεων.

Αν και είχε σχεδιαστεί για αρχική αποστολή μόλις δύο ετών, παρέμεινε επιστημονικά ενεργό σχεδόν 22 χρόνια. Στο διάστημα αυτό παρατήρησε περισσότερες από 2.000 εκλάμψεις ακτίνων γάμμα και 1.400 υπερκαινοφανείς αστέρες (supernovae), ενώ συνέβαλε στη μελέτη μαύρων οπών, ενεργών γαλαξιακών πυρήνων, κομητών και αστεροειδών. Τα δεδομένα του έχουν χρησιμοποιηθεί σε περίπου 7.000 επιστημονικές δημοσιεύσεις.

Η επικείμενη καταστροφή του Swift σηματοδοτεί το τέλος μιας εξαιρετικά παραγωγικής επιστημονικής αποστολής, αλλά αναδεικνύει και ένα ευρύτερο πρόβλημα: την αυξανόμενη συχνότητα ανεξέλεγκτων επανεισόδων διαστημικών αντικειμένων, καθώς ο αριθμός των δορυφόρων σε χαμηλή τροχιά αυξάνεται συνεχώς.