Ο Ουκρανός ιστορικός, μελετητής του πολιτισμού και ερευνητής Radomyr Mokryk, σε άρθρο του στην τσεχική εφημερίδα Deník N, θέτει ένα ερώτημα που γίνεται ολοένα και πιο επίκαιρο: Γιατί η Δύση, που το 2022 θαύμαζε την ουκρανική αντίσταση, σήμερα μοιάζει να απαιτεί από την Ουκρανία όχι μόνο να πολεμά έναν ισχυρότερο εχθρό, αλλά και να το κάνει με τρόπο που να μην προκαλεί δυσφορία στους συμμάχους της;
Ακολουθεί η ελληνική απόδοση του κειμένου του.
«Σχεδόν πέντε χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής πλήρους κλίμακας, η εικόνα της Ουκρανίας στα μάτια της Δύσης έχει αλλάξει αισθητά. Την άνοιξη του 2022, η χώρα προκαλούσε θαυμασμό. Ένας στρατός που αντιστεκόταν με αποφασιστικότητα, μια κοινωνία που κινητοποιήθηκε από την πρώτη στιγμή, άνθρωποι που πήραν τα όπλα για να υπερασπιστούν τα σπίτια και την ελευθερία τους. Η αντίσταση των Ουκρανών ήταν, χωρίς καμία υπερβολή, ηρωική. Και η Ευρώπη δεν μπορούσε παρά να τη θαυμάσει. Εκατομμύρια Ευρωπαίοι ανακάλυπταν τότε μια χώρα που μέχρι εκείνη τη στιγμή γνώριζαν ελάχιστα. Έστελναν χρήματα για τη στήριξη του ουκρανικού στρατού, συγκέντρωναν ανθρωπιστική βοήθεια και άνοιγαν τα σπίτια τους για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες.
Όμως πέντε χρόνια πολέμου είναι πολλά. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κόπωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, που συχνά παρακολουθούσε τον πόλεμο σαν ποδοσφαιρικό αγώνα, υποστηρίζοντας τη «δική της ομάδα» από την ασφάλεια του σπιτιού της. Είναι και το γεγονός ότι ένας τόσο μακροχρόνιος πόλεμος, με την τεράστια πίεση και τις δοκιμασίες που συνεπάγεται, έφερε στην επιφάνεια και τις πιο σκοτεινές πλευρές της ουκρανικής κοινωνίας.
Ξαφνικά, ο Ευρωπαίος θεατής ανακάλυψε ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στον οποίο ο ίδιος είχε αποδώσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις, δεν είναι ένας αλάνθαστος ήρωας και ότι ορισμένες αποφάσεις του έχουν αυταρχικά χαρακτηριστικά. Ανακάλυψε επίσης ότι ο ουκρανικός στρατός δεν αποτελείται αποκλειστικά από ενθουσιώδεις εθελοντές, αλλά και από ανθρώπους που επιστρατεύονται υποχρεωτικά. Όπως συμβαίνει, άλλωστε, σε κάθε μεγάλο πόλεμο. Και φυσικά, ανακάλυψε τη διαφθορά. Γιατί ακόμη και μέσα σε μια εθνική τραγωδία υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν την ευκαιρία να πλουτίσουν. Μόνο που εδώ προκύπτει ένα παράδοξο: όσο περισσότερες υποθέσεις διαφθοράς αποκάλυπταν οι ουκρανικές ελεγκτικές και διωκτικές αρχές, τόσο περισσότερο ο Ευρωπαίος θεατής κουνούσε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. Μα πώς είναι δυνατόν; Δεν ήταν αυτή η όμορφη ιστορία του Δαβίδ που αντιστέκεται στον Γολιάθ; Και τώρα αποδεικνύεται ότι ο Δαβίδ έχει ελαττώματα, κάνει λάθη και δεν είναι πάντα συμπαθής. Ξαφνικά, η υποστήριξή του δεν είναι πια τόσο ευχάριστη υπόθεση.
Στο μεταξύ, η ουκρανική αντίσταση έχει γίνει τόσο αυτονόητη, ώστε οι σύμμαχοι άρχισαν να προσθέτουν όλο και περισσότερους όρους και απαιτήσεις. Στην Πολωνία, για παράδειγμα, θεωρούν ότι οι Ουκρανοί δεν επιλέγουν σωστά τους ιστορικούς τους ήρωες. Ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι η Ουκρανία δεν πρέπει να χτυπά τα ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου. Με άλλα λόγια, πολεμήστε τους Ρώσους. Αντισταθείτε σε έναν εχθρό που διαθέτει σαφώς μεγαλύτερες δυνάμεις και περισσότερους πόρους. Υπερασπιστείτε τη χώρα σας. Αλλά, παρακαλώ, κάντε το με τον σωστό τρόπο. Με τις σωστές σημαίες, τους σωστούς ιστορικούς ήρωες και, κατά προτίμηση, μόνο μέσα στα δικά σας σύνορα. Γιατί διαφορετικά, ο δυτικός θεατής αρχίζει να αισθάνεται άβολα.
Η Ουκρανία, φυσικά, απέχει πολύ από το να είναι ένα ιδανικό κράτος. Έχει σοβαρά προβλήματα, αδυναμίες και αντιφάσεις. Η δημοκρατία της δοκιμάζεται σκληρά από τον πόλεμο. Όμως τίποτα από αυτά δεν αλλάζει την ουσία αυτού που συμβαίνει. Παραμένει ένας πόλεμος ανάμεσα σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία που αγωνίζεται για την επιβίωσή της και σε ένα ρωσικό αυταρχικό καθεστώς που επιδιώκει να την υποτάξει. Η βασική διάκριση ανάμεσα στον επιτιθέμενο και στο θύμα δεν έχει αλλάξει από το 2022. Ούτε, στην πραγματικότητα, από το 2014.
Και πάνω απ’ όλα, η Ουκρανία παραμένει ένας από τους σημαντικότερους συμμάχους της Ευρώπης απέναντι στη ρωσική απειλή. Οι Ουκρανοί δεν υπερασπίζονται μόνο τη δική τους χώρα. Έχουν αποκτήσει, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος, μια πολεμική εμπειρία από την οποία η Ευρώπη έχει πολλά να μάθει. Γι’ αυτό και σήμερα δεν είναι η στιγμή για περισσότερες απαιτήσεις, υποδείξεις και πιέσεις προς την Ουκρανία. Είναι η στιγμή για τη μεγαλύτερη δυνατή στήριξή της, για πραγματική αλληλεγγύη και για ουσιαστική αξιοποίηση της εμπειρίας της. Αλληλεγγύη, όχι πίεση. Γιατί διαφορετικά, είναι πολύ πιθανό να έρθει σύντομα η στιγμή που οι ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαστεί να αποδείξουν οι ίδιες, στο πεδίο της μάχης, πόσο καλά γνωρίζουν να διεξάγουν έναν πόλεμο».