Προϋπολογισμό άμυνας και ασφάλειας ύψους 3,45 τρισ. λιρών προβλέπει η Άγκυρα για το 2027, επιταχύνοντας τις επενδύσεις σε νέα οπλικά συστήματα και την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Η αύξηση των δαπανών συνδέεται τόσο με τους νέους στόχους του ΝΑΤΟ όσο και με τις φιλοδοξίες της Τουρκίας να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατιωτική και τεχνολογική αυτονομία.

Πιο ειδικά, σε σημαντική διεύρυνση των εξοπλιστικών της δαπανών προχωρά η Τουρκία, με τον προτεινόμενο κρατικό προϋπολογισμό του 2027 να προβλέπει αύξηση κατά 229% των πιστώσεων για την προμήθεια όπλων, πυρομαχικών, οπλικών συστημάτων και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού, επιβεβαιώνοντας την πρόθεση της Άγκυρας να επιταχύνει τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών της.

Η αύξηση ανακοινώθηκε από τον αντιπρόεδρο της τουρκικής κυβέρνησης, Τζεβντέτ Γιλμάζ, κατά την παρουσίαση του σχεδίου προϋπολογισμού, το οποίο κατατέθηκε στην τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 16 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γιλμάζ, οι συνολικές πιστώσεις για την άμυνα και την εσωτερική ασφάλεια θα φτάσουν τα 3,454 τρισ. τουρκικές λίρες όπως είπαμε, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 69,7 δισ. δολάρια με την τρέχουσα ισοτιμία.

Από το συνολικό ποσό, 2,206 τρισ. λίρες προορίζονται για αμυντικές δαπάνες (όλων των κατηγοριών συμπεριλαμβανομένης της Στρατοχωροφυλακής και της Ακτοφυλακής που έχουν ξεχωριστούς προϋπολογισμούς) και 1,248 τρισ. λίρες για την εσωτερική ασφάλεια (κυρίως τα κονδύλια υπουργείου Δικαιοσύνης και Αστυνομίας), με τις δύο κατηγορίες να αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το 12,7% των προβλεπόμενων κρατικών δαπανών.

Το τουρκικής παραγωγής τεθωρακισμένο ACV-15 σε έκδοση φορέα όλμου 120 χιλιοστών

Τι αποκαλύπτουν τα επίσημα έγγραφα

Η εξέταση του σχεδίου προϋπολογισμού του 2027 και των συνοδευτικών πινάκων, που δημοσιεύθηκαν από την τουρκική Προεδρία Στρατηγικής και Προϋπολογισμού, αποτυπώνει το μέγεθος των πιστώσεων που προβλέπονται μόνο για το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Συγκεκριμένα, ο προϋπολογισμός του υπουργείου διαμορφώνεται σε 1,533 τρισ. λίρες (30,9 δις δολάρια). Το μεγαλύτερο μέρος των πιστώσεων αφορά αγορές αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίες ανέρχονται σε περίπου 936,55 δισ. λίρες, αντιπροσωπεύοντας το 61,1% του συνολικού προϋπολογισμού του υπουργείου. Η κατηγορία αυτή σε μεγάλο βαθμό αφορά εξοπλισμούς. Συνολικά ο προϋπολογισμός του υπουργείου Εθνικής Άμυνας έχει αυξηθεί κατά περίπου 710 δισ. λίρες, καθώς το 2026 ήταν στα 822,93 δισ., δηλαδή σχεδόν διπλασιάζεται!

Άλλο προϋπολογισμό, ύψους 499 δις λιρών (10 δις δολάρια), έχει η Στρατοχωροφυλακή για το 2027, η οποία στην πράξη είναι στρατιωτικό σώμα με βαρύ οπλισμό και για αυτό προσμετράται στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Το σχέδιο προβλέπει επίσης περαιτέρω αύξηση του προϋπολογισμού του υπουργείου Αμύνης τα επόμενα χρόνια, με τις ενδεικτικές πιστώσεις να φτάνουν περίπου τα 1,8 τρισ. λίρες το 2028 και τα 2,07 τρισ. λίρες το 2029.

Σύγκριση προϋπολογισμών 2026–2027
Ποσά σε δισ. τουρκικές λίρες, στρογγυλοποιημένα
Κατηγορία20262027Μεταβολή
Σύνολο προϋπολογισμού υπουργείου Άμυνας822,931.532,65+86,2%
Αγορές αγαθών και υπηρεσιών362,70936,55+158,2%
Δαπάνες προσωπικού395,73501,51+26,7%
Ασφαλιστικές εισφορές47,6161,53+29,2%
Τρέχουσες μεταβιβάσεις14,2924,92+74,3%
Κεφαλαιουχικές δαπάνες2,618,14+212,3%

Ο μεγάλος πληθωρισμός εξηγεί μέρος της αύξησης

Ωστόσο, η εντυπωσιακή αύξηση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του υψηλού τουρκικού πληθωρισμού. Η κυβέρνηση προβλέπει πληθωρισμό 28,4% στο τέλος του 2026 και 21% στο τέλος του 2027, ενώ στην πραγματικότητα τα μεγέθη είναι ακόμη μεγαλύτερα. Γεγονός που σημαίνει ότι αξιόλογο μέρος των πρόσθετων κονδυλίων θα απορροφηθεί από την αύξηση του κόστους προσωπικού, συντήρησης, πρώτων υλών και εξοπλισμού. Συνεπώς, η ονομαστική αύξηση κατά 86,2% του συνολικού αμυντικού προϋπολογισμού δεν ισοδυναμεί με αντίστοιχη ενίσχυση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Ο ρόλος του Ταμείου Αμυντικής Βιομηχανίας

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι τουρκικές αμυντικές δαπάνες δεν περιορίζονται στον τακτικό προϋπολογισμό του υπουργείου Άμυνας. Το άρθρο 10 του σχεδίου προϋπολογισμού προβλέπει ότι η χρηματοδότηση για σύγχρονα οπλικά συστήματα, στρατιωτικό εξοπλισμό και αμυντικές υποδομές μπορεί να πραγματοποιείται συνδυαστικά από κρατικές πιστώσεις, το Ταμείο Στήριξης της Αμυντικής Βιομηχανίας και άλλες πηγές. Το συγκεκριμένο σύστημα επιτρέπει στην Άγκυρα να χρηματοδοτεί πολυετή εξοπλιστικά προγράμματα μέσω διαφορετικών μηχανισμών, χωρίς το σύνολο των σχετικών δαπανών να εμφανίζεται υποχρεωτικά ως άμεση προμήθεια στον προϋπολογισμό του υπουργείου.

Ο στόχος του ΝΑΤΟ για το 3,5% του ΑΕΠ

Η αύξηση των τουρκικών αμυντικών δαπανών πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ έχουν δεσμευθεί να ενισχύσουν σημαντικά τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους. Στη Σύνοδο Κορυφής της Χάγης, τον Ιούνιο του 2025, οι σύμμαχοι συμφώνησαν να διαθέτουν έως το 2035 συνολικά το 5% του ΑΕΠ τους για την άμυνα και συναφείς ανάγκες ασφάλειας. Από αυτό, τουλάχιστον 3,5% του ΑΕΠ θα αφορά τις βασικές αμυντικές δαπάνες, ενώ έως 1,5% θα μπορεί να κατευθύνεται σε συναφείς επενδύσεις, όπως η προστασία κρίσιμων υποδομών, η κυβερνοασφάλεια και η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης.

Για την Τουρκία, η νέα νατοϊκή δέσμευση προσφέρει ένα πρόσθετο πλαίσιο για τη διεύρυνση των εξοπλιστικών προγραμμάτων της. Παράλληλα, η Άγκυρα έχει θέσει ως στόχο τη σταδιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών της προς το 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2029, δηλαδή αρκετά νωρίτερα από την προθεσμία του ΝΑΤΟ.

Πάντως, οι συνολικές πιστώσεις για άμυνα και εσωτερική ασφάλεια δεν ταυτίζονται αυτομάτως με τις δαπάνες που αναγνωρίζει το ΝΑΤΟ, καθώς εφαρμόζονται συγκεκριμένοι λογιστικοί κανόνες για τον υπολογισμό τους.

Από τις εισαγωγές στην εγχώρια παραγωγή

Πέρα από τις νατοϊκές υποχρεώσεις, η αύξηση των δαπανών εξυπηρετεί έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό της τουρκικής ηγεσίας: τη δημιουργία ενόπλων δυνάμεων που θα στηρίζονται ολοένα περισσότερο σε εγχώριας σχεδίασης και κατασκευής οπλικά συστήματα. Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει επενδύσει στην ανάπτυξη μιας εκτεταμένης αμυντικής βιομηχανίας, με δραστηριότητες που καλύπτουν μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πολεμικά πλοία, τεθωρακισμένα, πυραυλικά συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και αεράμυνα.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το τουρκικό πρακτορείο Anadolu, η εγχώρια συμμετοχή στην αμυντική παραγωγή έχει αυξηθεί από περίπου 20% το 2002 σε περισσότερο από 85%, ενώ στον κλάδο δραστηριοποιούνται πλέον χιλιάδες επιχειρήσεις.

Στο επίκεντρο βρίσκονται μεγάλα προγράμματα, όπως το μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς KAAN, το σύστημα πολυεπίπεδης αεράμυνας «Çelik Kubbe» («Ατσάλινος Θόλος»), τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα εγχώρια ναυπηγικά προγράμματα. Έτσι σημαντικό μέρος των πρόσθετων πόρων σχεδιάζεται να αξιοποιηθεί για την παραγωγή μεγαλύτερων ποσοτήτων εγχώριων οπλικών συστημάτων, αλλά και για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων που βρίσκονται ακόμη σε στάδιο ανάπτυξης.Οι εισαγωγές παραμένουν αναγκαίες

Παρά τη στροφή στην εγχώρια παραγωγή, η Τουρκία εξακολουθεί να χρειάζεται ξένα οπλικά συστήματα για την κάλυψη άμεσων επιχειρησιακών αναγκών. Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια απόκτησης μαχητικών Eurofighter Typhoon, με την Άγκυρα να επιδιώκει την αγορά καινούργιων αεροσκαφών από τη Βρετανία και μεταχειρισμένων από χώρες του Κόλπου. Η προμήθεια αυτή συνδέεται με την ανάγκη διατήρησης της επιχειρησιακής ισχύος της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας μέχρι την ανάπτυξη και ένταξη σε υπηρεσία του εγχώριου KAAN.

Τούρκος αξιωματικός εκπαιδεύει Σομαλό οπλίτη

Οι στρατηγικές φιλοδοξίες της Άγκυρας

Η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών δεν αφορά αποκλειστικά την ανανέωση του υφιστάμενου οπλοστασίου. Η Τουρκία επιδιώκει να δημιουργήσει μια στρατιωτική δύναμη με μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία, ικανή να υποστηρίζει παρατεταμένες επιχειρήσεις και να διατηρεί ισχυρή παρουσία σε διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα. Ήδη η χώρα διατηρεί μόνιμες στρατιωτικές δυνάμεις σε Συρία, Ιράκ, Κατάρ, Σομαλία και Λιβύη, οπότε είναι δεδομένη η μεγάλη ανάγκη κονδυλίων για επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη εγχώριων οπλικών συστημάτων ενισχύει τις δυνατότητες εξαγωγών, δημιουργώντας οικονομικά και διπλωματικά οφέλη. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, οι τουρκικές εξαγωγές αμυντικού και αεροδιαστημικού εξοπλισμού ξεπέρασαν τα 10 δισ. δολάρια το 2025, με παραδόσεις σε περίπου 180 χώρες και περιοχές.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο προϋπολογισμός του 2027 αποτυπώνει μια ευρύτερη στρατηγική επιλογή: η Άγκυρα δεν επιδιώκει απλώς να δαπανήσει περισσότερα για την άμυνα, αλλά να μετατρέψει την αυξημένη χρηματοδότηση σε εγχώρια παραγωγική ισχύ, μεγαλύτερη στρατιωτική αυτονομία και ενισχυμένη διεθνή επιρροή. Το κατά πόσον οι φιλοδοξίες αυτές θα υλοποιηθούν θα εξαρτηθεί όχι μόνο από το ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά και από την ικανότητα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας να παραδίδει σύγχρονα οπλικά συστήματα στις προβλεπόμενες ποσότητες και εντός των χρονοδιαγραμμάτων.