Δυο ημέρες πριν από τις αυριανές ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ συνέχιζε χθες Κυριακή την προσπάθεια να διαψεύσει της δημοσκοπήσεις που θέλουν την παράταξή του, τους ρεπουμπλικάνους, να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση στην αναμέτρηση, η έκβαση της οποίας κρίνει τα τελευταία δυο χρόνια της δεύτερης θητείας του κι ενδέχεται να ματαιώσει εγχειρήματά του για την συγκέντρωση ολοένα μεγαλύτερης εξουσίας στα χέρια του.

   Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, που πολλαπλασίασε τις τελευταίες εβδομάδες τις εμφανίσεις του σε όλη τη χώρα για να υπερασπιστεί τους υποψηφίους του, πήγε στην Άιοβα, όπου επικράτησε καθαρά το 2024 στις προεδρικές εκλογές.

   «Θα νικήσουμε», επαναλάμβανε στο πλήθος, κατά τη διάρκεια ομιλίας την οποία διέκοψαν επανειλημμένα διαδηλωτές.

   Κατηγορώντας τους ταραχοποιούς πως ήταν πληρωμένοι, ο μεγιστάνας κάλεσε τους υποστηρικτές του να κινητοποιηθούν για να «εμποδίσουν τους κομμουνιστές και τους τζιχαντιστές που μισούν την Αμερική να πάρουν τον έλεγχο των ΗΠΑ κυριεύοντας το αμερικανικό Κογκρέσο».

   «Αυτά που έχουμε κάνει είναι άνευ προηγουμένου και θα τα κατεδαφίσουν όλα», επέμεινε ο ρεπουμπλικάνος αρχηγός του κράτους, που δεν έχει πάψει να επεκτείνει την εκτελεστική εξουσία του μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025, με τη βοήθεια του πειθήνιου ρεπουμπλικανικού κόμματος.

   Παρά τη σιγουριά και την πίστη στη νίκη που θέλει να προβάλλει, η νέα επίσκεψή του στην Άιοβα, κι αργότερα μέσα στην ημέρα στο Κάνσας, άλλη πολιτεία παραδοσιακά ταγμένη στη δεξιά, προδίδει πόσο υψηλός είναι ο πυρετός στο συντηρητικό στρατόπεδο.

   Σε περιοχές που θεωρούνται ρεπουμπλικανικά οχυρά, δημοσκοπήσεις θέλουν δημοκρατικούς να δίνουν μάχες στήθος με στήθος με υποψηφίους της προεδρικής παράταξης, κυρίως εξαιτίας της δυσαρέσκειας για την έκρηξη του κόστους ζωής και για τον πόλεμο στο Ιράν, που διέταξε ο Ντόναλντ Τραμπ παρότι προεκλογικά διαλαλούσε πως θα σταματούσε τις στρατιωτικές εκστρατείες στο εξωτερικό, αυτούς που αποκαλούσε «αιώνιους πολέμους».

   «Αισιόδοξος»

   Η αντιπολίτευση ελπίζει αύριο να καταγάγει νίκη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου διακυβεύονται όλες οι έδρες, αν όχι και στη Γερουσία, όπου ανανεώνεται το ένα τρίτο των εδρών κι η ανατροπή της ισορροπίας ισχύος θεωρείτο ως πρότινος ότι αποκλειόταν, ήταν –σχεδόν– αδιανόητη.

   «Νευρικός αλλά αισιόδοξος», δήλωσε στο CNN ο Ραφαέλ Γουόρνοκ, γερουσιαστής των δημοκρατικών που εκλέγεται στη Φλόριντα, καθώς θέλει να «επιβληθούν περιορισμοί σε αυτόν τον πρόεδρο» που «κυριολεκτικά λεηλατεί τη χώρα μας», την «ξεπουλάει κομμάτι-κομμάτι».

   Ενθαρρυντικό στοιχείο για τους δημοκρατικούς: πάνω από 50 εκατομμύρια Αμερικανοί, αριθμός ρεκόρ, έχουν ήδη καταθέσει τις ψήφους τους εκ των προτέρων, από τους οποίους η πλειοψηφία δηλώνει πως τάσσεται με την αντιπολίτευση, κατά τους πρώτους αριθμούς που αναλύθηκαν από το πανεπιστήμιο της Φλόριντας.

   Ωστόσο, πολλοί συνεχίζουν να είναι επιφυλακτικοί και να εισηγούνται να επιδειχθεί σύνεση — καθώς στο παρελθόν δημοσκοπήσεις είχαν υποτιμήσει επανειλημμένα την ισχύ της κινητοποίησης της βάσης του MAGA του Ντόναλντ Τραμπ.

   Το δημοκρατικό στρατόπεδο υπέστη εξάλλου οδυνηρή ήττα χθες στο Μίσιγκαν, πολιτεία-κλειδί: η δημοκρατική αιρετή Χέιλι Στίβενς ανακοίνωσε πως υποστηρίζει τον ρεπουμπλικάνο Μάικ Ρότζερς, όχι τον δημοκρατικό Άμπντουλ Ελ Σάγεντ, λόγω των διενέξεών τους για το Ισραήλ.

   Αμφισβήτηση αποτελεσμάτων ενόψει;

   Παραδοσιακά, το κόμμα του εκάστοτε προέδρου ηττάται στις ενδιάμεσες εκλογές, κι η –ιστορική– αντιδημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ, που πλέον φθάνει το 60%, σύμφωνα με δημοσκόπηση που μεταδόθηκε χθες από το NBC News, προς αυτή την κατεύθυνση κατατείνει.

   Αν οι δημοκρατικοί εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στο ένα ή στο άλλο –ή και στα δύο– σώματα του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου, θα είναι σε θέση να καθορίζουν το νομοθετικό πρόγραμμα και θα κρίνουν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, ενώ θεωρείται βέβαιο πως θα απαιτήσουν λογοδοσία από τον Ντόναλντ Τραμπ, που εδώ και δυο χρόνια επιβάλλει τη θέλησή του στις ΗΠΑ και προχωρά σε ανατροπές σε όλο τον κόσμο χωρίς να συναντά πραγματική αντίσταση.

   Εν αναμονή, στο δίχως πάτο βαρέλι της προεκλογικής διαφημιστικής δαπάνης ρίχτηκαν τουλάχιστον 11 δισεκατομμύρια δολάρια σε αυτόν τον κύκλο.

   Ακόμη μια ένδειξη νευρικότητας θεωρείται η υπόσχεση που επαναλάμβανε στην εκστρατεία ο πρόεδρος Τραμπ να μοιράσει 5.000 δολάρια σε κάθε πολίτη σε περίπτωση επικράτησης της παράταξής του — αψηφώντας τα ερωτήματα για το κατά πόσον θα ήταν νόμιμο τέτοιο μέτρο και για τη χρηματοδότησή του.

   Ο μεγιστάνας, ο οποίος ακόμη δεν αναγνωρίζει την ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές του 2020, έχει ήδη κάνει σαφές πως θα αμφισβητήσει αποτελέσματα που δεν του αρέσουν.

   Η κυβέρνησή του προχώρησε ιδίως σε προληπτική προσφυγή για να εμποδιστεί η επικύρωση ενδεχόμενης νίκης των δημοκρατικών στην Αλάσκα και ανάδειξη μέλους της αντιπολίτευσης στη Γερουσία από την πολιτεία αυτή.

   Η δικαιοσύνη την απέρριψε χθες.

   Η κυβέρνηση Τραμπ ξεκαθάρισε πως πρόθεσή της είναι να ασκήσει έφεση.