Η κυβέρνηση Τραμπ προχωρά σε μία από τις πιο αυστηρές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στην αμερικανική αμυντική εφοδιαστική αλυσίδα, υπογράφοντας εκτελεστικό διάταγμα που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη χορήγηση εξαιρέσεων (waivers) για την προμήθεια κρίσιμων υλικών από την Κίνα και άλλες χώρες που η Ουάσιγκτον θεωρεί στρατηγικούς αντιπάλους.

Η νέα πολιτική, η οποία θα τεθεί σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 2027, εντάσσεται στη συνολική προσπάθεια των ΗΠΑ να περιορίσουν την εξάρτησή τους από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού σε τομείς που σχετίζονται άμεσα με την εθνική ασφάλεια.

Μέχρι σήμερα, αμερικανικές εταιρείες όπως οι Lockheed Martin και Boeing μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να λάβουν ειδικές εξαιρέσεις για την προμήθεια ορισμένων κρίσιμων υλικών από την Κίνα, ιδιαίτερα όταν δεν υπήρχαν άμεσα διαθέσιμες εναλλακτικές. Με το νέο εκτελεστικό διάταγμα, οι αμυντικοί ανάδοχοι θα πρέπει πλέον να αποδεικνύουν ότι:

  • Πραγματοποίησαν εξαντλητική έρευνα για την εξεύρεση εναλλακτικών προμηθευτών,
  • Γνωστοποιούν με ακρίβεια την προέλευση όλων των κρίσιμων υλικών,
  • Παρουσιάζουν συγκεκριμένο σχέδιο και χρονοδιάγραμμα απεξάρτησης από τους μη επιτρεπόμενους προμηθευτές.

Σε διαφορετική περίπτωση, κινδυνεύουν ακόμη και με απώλεια συμβολαίων του Υπουργείου Άμυνας. Στο επίκεντρο της κυβερνητικής πρωτοβουλίας βρίσκονται οι σπάνιες γαίες και τα κρίσιμα ορυκτά, που είναι απαραίτητα για την κατασκευή κατευθυνόμενων πυραύλων, μαχητικών αεροσκαφών, συστημάτων ραντάρ, ηλεκτρονικών συστημάτων, αισθητήρων υψηλής ακρίβειας και προηγμένων μαγνητών νεοδυμίου.

Η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί παγκοσμίως τόσο στην εξόρυξη όσο και, κυρίως, στην επεξεργασία των σπάνιων γαιών, γεγονός που δημιουργεί σημαντική στρατηγική εξάρτηση ακόμη και για οπλικά συστήματα που κατασκευάζονται εξ ολοκλήρου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο του διατάγματος αφορά την πλήρη καταγραφή των αμυντικών εφοδιαστικών αλυσίδων. Το Πεντάγωνο καλείται μέσα στους επόμενους έξι μήνες να εκδώσει οδηγίες ώστε όλοι οι κύριοι ανάδοχοι αλλά και οι υπεργολάβοι να χαρτογραφήσουν την προέλευση κάθε κρίσιμου υλικού, εξαρτήματος και λογισμικού, από την πρώτη ύλη μέχρι το τελικό οπλικό σύστημα.

Παράλληλα, θα πρέπει να αξιολογείται κάθε προμηθευτής ως προς την ξένη ιδιοκτησία, την οικονομική του σταθερότητα, τους κινδύνους παραγωγής καθώς και την πιθανή σε αυτόν επιρροή κρατών που θεωρούνται αντίπαλοι των ΗΠΑ. Στόχος είναι να αποκτήσει το Υπουργείο Άμυνας πλήρη εικόνα ακόμη και των χαμηλότερων επιπέδων της αλυσίδας προμηθειών, όπου συχνά εντοπίζονται οι μεγαλύτερες εξαρτήσεις από την κινεζική βιομηχανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως καθαρά ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου Peter Navarro, «δεν πρόκειται για γραφειοκρατία, αλλά για προετοιμασία του πεδίου μάχης», υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν κρίσιμα οπλικά συστήματα εξαρτώνται από εφοδιασμό που θα μπορούσε να διακοπεί σε περίπτωση σύγκρουσης.

Το νέο διάταγμα αποτελεί ακόμη ένα βήμα στην πολιτική «απομείωσης του κινδύνου» (de-risking) έναντι της Κίνας, η οποία τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται συστηματικά σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί, οι μπαταρίες, οι τηλεπικοινωνίες και πλέον η αμυντική βιομηχανία.

Παρότι η πλήρης απεξάρτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί άμεσα, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να δημιουργήσει ένα περισσότερο ανθεκτικό βιομηχανικό οικοσύστημα, ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή και τις συνεργασίες με συμμάχους.