Η νέα έκδοση του αντιαεροπορικού συστήματος IRIS-T SLS που παρουσίασε η κατασκευάστρια του, η Diehl, ως μια λύση “όλα σε ένα” (AII In One-AiO), δηλαδή ένα όχημα με εκτοξευτή πυραύλων, αισθητήρες και σύστημα διοίκησης, είναι μια λύση που αξίζει να μπει σοβαρά στον ελληνικό σχεδιασμό. Κι αυτό επειδή ανταποκρίνεται στη λογική που απαιτεί το στρώμα αεράμυνας μικρής εμβελείας που ζητά το δικό μας πρόγραμμα, περί “Ασπίδας του Αχιλλέα”. Ως δηλαδή μια πολυστρωματική αεράμυνα, σε χαμηλό-κοντινό επίπεδο, μετά σε μέσο και τελικά σε μεγάλης εμβελείας-αντιβαλλιστικό.

Και σε αυτή την ανάγνωση, το IRIS-T SLS AiO συγκροτεί μια καλύτερη πρόταση, από την αγορά του ισραηλινού παρόμοιου συστήματος SPYDER AiO της Rafael, η οποία ήδη συζητείται.
Η ευρωπαϊκή λύση που πατά σε ελληνικό απόθεμα
Το βασικό πλεονέκτημα του IRIS-T AiO είναι ότι χρησιμοποιεί τον πύραυλο IRIS-T. Γιατί η Ελλάδα έχει ήδη πυραύλους IRIS-T στην Πολεμική Αεροπορία, έχει προσωπικό που τους γνωρίζει, έχει διαδικασίες υποστήριξης και έχει ελληνική βιομηχανική συμμετοχή γύρω από το πρόγραμμα. Και έχουμε ήδη επισημάνει το πλεονέκτημα του κοινού αποθέματος IRIS-T ανάμεσα σε αεροπορική και επίγεια χρήση, κάτι που σήμερα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Οι συγκεκριμένοι πύραυλοι που έχουν γράψει πολλές ώρες πτήσης κάτω από τα φτερά των ελληνικών μαχητικών, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υλικό που απλώς πλησιάζει το τέλος του κύκλου ζωής του. Με τεχνικό έλεγχο, επαναπιστοποίηση και όπου απαιτείται εργοστασιακή εργασία, οι παλαιότεροι IRIS-T μπορούν να αποκτήσουν δεύτερη ζωή σε επίγεια αντιαεροπορική αποστολή.
Αυτή η επιλογή θα έλυνε δύο προβλήματα μαζί. Από τη μία θα δημιουργούσε φθηνότερη δεξαμενή πυραύλων για την προστασία κρίσιμων σημείων. Από την άλλη θα άνοιγε χώρο ώστε η Πολεμική Αεροπορία να περάσει σε νέους πυραύλους για τα F-16V. Άλλωστε η χώρα μας έχει έχει ήδη συνδεθεί με την εξέλιξη του IRIS-T Block II, δηλαδή του επόμενης γενιάς ίδιου πυραύλου.
Έτσι η πιο λογική εξοπλιστική διαδρομή για εμάς, είναι νέοι IRIS-T Block ΙΙ για τα μαχητικά F-16V και αξιοποίηση των παλαιότερων, πιστοποιημένων IRIS-T, σε επίγεια συστήματα SLS. Έτσι, η Πολεμική Αεροπορία δεν μένει με γερασμένο αεροπορικό απόθεμα, ενώ ο δικός μας “Θόλος αεράμυνας”, θα αποκτησει στοκ χωρίς να χρειαστεί να υιοετήσει μια εντελώς νέα οικογένεια πυραύλων. Το SPYDER AiO φέρνει Python-5 και Derby, δηλαδή καλά όπλα, αλλά για την Ελλάδα φέρνει και απαιτήσεις για νέα γραμμή τεχνικής υποστήριξης, εκπαίδευσης κ.ο.κ.

Η διαφορά δεν είναι μικρή. Όταν αγοράζεις ένα σύστημα που πατά σε πύραυλο που έχεις ήδη, αξιοποιείς χρήματα που έχουν ήδη δαπανηθεί, τεχνική εμπειρία που ήδη υπάρχει και βιομηχανικές σχέσεις που μπορούν να μεγαλώσουν. Όταν αγοράζεις μια νέα οικογένεια όπλων αυξάνεις την πολυτυπία χωρίς να είναι βέβαιο πως αυξάνεις ανάλογα και την εθνική ισχύ.
Η μικρή εμβέλεια είναι λάθος κριτήριο
Η πιο εύκολη κριτική που μπορεί να γίνει στο IRIS-T SLS AiO θα είναι η μικρή εμβέλειά του, γύρω στα 20 χιλιόμετρα. Αυτή η κριτική όμως παραβλέπει τον βασικό ρόλο ενός τέτοιου συστήματος. Που δεν προορίζεται να να κάνει τη δουλειά των μεγάλης εμβελείας αντιαεροπορικών πυραύλων Patriot, Aster 30 ή Barak. Αντίθετα προορίζεται να είναι συνεχώς σε κίνηση με το όχημα-φορέα, να προστατεύσει κρίσιμα σημεία από απειλές που θα εμφανιστούν χαμηλά και θα υπάρχει πολύ μικρός χρόνος αντίδρασης.
Οπότε οι στόχοι του θα είναι χαμηλά ιπτάμενα αεροσκάφη, ελικόπτερα, UAV, περιφερόμενα πυρομαχικά, πύραυλοι cruise και όπλα ακριβείας που θα εκμεταλλευτούν το ανάγλυφο, τη θάλασσα και τον ηλεκτρονικό θόρυβο. Σε τέτοιο περιβάλλον, ο στόχος συχνά εμφανίζεται στο τελικό σκέλος της επίθεσης, οπότε η θεωρητική εμβέλεια μετρά λιγότερο από τη θέση, την απόκρυψη, την ταχύτητα αντίδρασης και την ποιότητα του πυραύλου.

Ακόμα τα πιο μεγάλα μεγάλα συστήματα έχουν τεράστια αξία, αλλά αποτελούν και στόχους επίσης μεγάλης αξίας. Μια πυροβολαρχία Patriot ή Aster 30 δύσκολα περνά απαρατήρητη για μεγάλο διάστημα, επειδή έχει ισχυρά ενεργά ραντάρ, μεγαλύτερο αποτύπωμα, υποδομές και διαδικασίες που δεν κρύβονται εύκολα. Σε παλαιότερο άρθρο μας είχαμε αναλύσει την ανάγκη αναβάθμισης και διασύνδεσης των ελληνικών Patriot, όμως ακριβώς αυτή η αξία τους σημαίνει ότι θα χρειαστούν και προστασία από μικρότερα και πιο ευέλικτα συστήματα αεράμυνας.
Η Ουκρανία άλλωστε έχει δείξει τι σημαίνει πολυεπίπεδη άμυνα σε πραγματικό πόλεμο. Έχουμε ήδη αναφερθεί για την κορυφαία απόδοση του IRIS-T εκεί, όπου το σύστημα έχει αναλάβει αποστολές απέναντι σε drones, πυραύλους cruise και άλλες απειλές που πιέζουν καθημερινά την αεράμυνα.
Οπότε και η ελληνική περίπτωση χρειάζεται στρώματα αεράμυνας που να αντέχουν σε κορεσμό, να μη σπαταλούν ακριβούς πυραύλους σε κάθε φθηνό στόχο και να προστατεύουν τα μεγάλα συστήματα από επιθέσεις που θα έρθουν χαμηλά και ύπουλα. Άρα η μικρή εμβέλεια του SLS είναι πρόβλημα μόνο αν κάποιος του ζητά να κάνει λάθος δουλειά.
Παθητικό ραντάρ και πύραυλος υπερύθρων
Το πραγματικό βάθος της γερμανικής πρότασης φαίνεται όταν το IRIS-T SLS AiO συνδεθεί με τη λογική παθητικών αισθητήρων της Hensoldt. Τα ραντάρ είναι απαραίτητα σε κάθε σοβαρή αεράμυνα, όμως εκπέμπουν και άρα προσφέρουν στον αντίπαλο ένα ηλεκτρομαγνητικό ίχνος. Σε ένα πεδίο όπου τα μέσα SIGINT, ELINT, UAV και όπλα αντι-ραντάρ πολλαπλασιάζονται, κάθε εκπομπή είναι ταυτόχρονα και κίνδυνος.
Εδώ η Hensoldt έχει παρουσιάσει μια διαφορετική προσέγγιση με τα παθητικά της συστήματα, τα οποία αξιοποιούν εκπομπές τρίτων και όχι δική τους εκπομπή. Στην ΠΤΗΣΗ είχαμε αναφερθεί στο παθητικό ραντάρ της, ενώ παλαιότερα είχε εξηγήσει γιατί τα παθητικά ραντάρ ενδιαφέρουν ακόμη και χώρες με απαιτητικές ανάγκες αεράμυνας. Εδώ βρίσκεται το σημείο που κάνει τον IRIS-T SLS AiO ιδιαίτερα ελκυστικό για την Ελλάδα.
Αν λοιπόν δεν έχεις ενεργό ραντάρ να αναζητά στόχο, ο αντίπαλος δεν έχει την κλασική εκπομπή ραδιοκυμάτων για να το εντοπίσει και με τη σειρά του στοχοποιήσει. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το σύστημα αεράμυνας γίνεται “αόρατο” απέναντι σε κάθε μορφή αναγνώρισης, επειδή υπάρχουν UAV, θερμικά ίχνη, το ανθρώπινο στοιχείο κ.ο.κ. Αλλά σε κάθε περίπτωση η ηλεκτρονική ανίχνευση γίνεται πολύ πιο δύσκολα.

Σε πιο απλή γλώσσα, ένα κινητό σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας συνδυασμένο με παθητικό ραντάρ υποχρεώνει τον αντίπαλο να πλησιάσει πιο κοντά για να το εντοπίσει, και να αναλάβει μεγαλύτερο ρίσκο. Για τα νησιά μας, όπου η απόκρυψη και η διασπορά έχουν τεράστια επιχειρησιακή αξία, αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από την ονομαστική εμβέλεια του πυραύλου.
Ο IRIS-T ταιριάζει σε αυτή τη λογική, επειδή είναι πύραυλος υπέρυθρης καθοδήγησης και δεν χρειάζεται “φωτισμό” του στόχου από ραντάρ στην τελική φάση. Οπότε ενα δίκτυο αισθητήρων μπορεί να δίνει την αρχική εικόνα, ένα παθητικό ραντάρ μπορεί να βοηθά στον εντοπισμό χωρίς εκπομπή, δημιουργώντας μια αντιαεροπορική ενέδρα.
Το Αιγαίο ευνοεί τέτοια αρχιτεκτονική. Τα νησιά έχουν έντονο ανάγλυφο, μικρούς δρόμους, πολλές θέσεις απόκρυψης και πυκνό ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον από παράκτιες και αστικές εκπομπές. Ένα μικρό αντιαεροπορικό όχημα AiO μπορεί να μετακινηθεί, να κρυφτεί, να διασυνδεθεί με το ευρύτερο δίκτυο δεδομένων και να επιλέξει πότε θα αποκαλυφθεί.
Αυτό είναι το σημείο όπου το IRIS-T SLS AiO διαφοροποιείται από το SPYDER. Το χαμηλότερο επίπεδο του ελληνικού θόλου αεράμυνας πρέπει να είναι δύσκολο στον εντοπισμό, οπότε ο συνδυασμός Hensoldt και IRIS-T είναι πιο κοντά στην ελληνική ανάγκη.
Δύο πηγές στον Θόλο, αλλά όχι διπλή εξάρτηση
Η επιλογή IRIS-T SLS AiO δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να απορρίψει κάθε ισραηλινή λύση. Το σύστημα πυραύλων μέσου-μεγάλου βεληνεκούς Barak έχει σοβαρή αξία και μπορεί να σταθεί ως ανώτερη στρώση σε έναν ευρύτερο θόλο αεράμυνας.
Το ζήτημα αρχίζει όταν η ισραηλινή επιλογή δεν περιορίζεται εκεί όπου έχει ένα πολύ στιβαρό προϊόν, αλλά περνά και στο χαμηλό στρώμα άμυνας με το SPYDER AiO. Καθώς τότε η Ελλάδα θα δεθεί σε μεγάλο βαθμό με την ίδια γενική πηγή προμήθειας. Αυτό ίσως φαίνεται βολικό στην αρχή, όμως στους εξοπλισμούς η ευκολία του πακέτου μπορεί αργότερα να μετατραπεί σε εξάρτηση.
Η πιο ώριμη επιλογή είναι ένας θόλος με περισσότερες πηγές προέλευσης. Ισραηλινό σύστημα εκεί όπου υπάρχει πλεονέκτημα, με συμπλήρωμα τον ευρωπαϊκός IRIS-T, όπου η Ελλάδα έχει ήδη πύραυλο, βιομηχανική βάση και πολιτικό όφελος.

Η βιομηχανική διάσταση γέρνει ακόμη περισσότερο την πλάστιγγα. Η Diehl έχει συνεργασία με ελληνικές εταιρείες, ιδιαίτερα με τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), τα οποία συμπαράγουν τους IRIS-T. Οπότε εδώ μπορούμε να απαιτήσουμε επέκταση αυτής της συνεργασίας με συντήρηση, επαναπιστοποίηση πυραύλων, εργασίες σε υποσυστήματα, υποστήριξη κύκλου ζωής και μεγαλύτερη συμμετοχή στην εξέλιξη του οικοσυστήματος.
Η ισραηλινή Rafael από την πλευρά της δεν έχει δείξει μέχρι σήμερα αντίστοιχη διάθεση βαθιάς ελληνικής συνεργασίας. Στα SPIKE NLOS που αγοράσαμε από την ίδια εταιρεία, η χώρα πήρε ένα εξαιρετικό όπλο, αλλά το ελληνικό βιομηχανικό αποτύπωμα δεν ήταν αυτό που θα έπρεπε. Η επίσης ισραηλινή IAI που παράγει το Barak κινείται διαφορετικά, επειδή έχει επενδύσει στην Intracom Defense και έχει πλέον ελληνική βιομηχανική παρουσία.
Οπότε ο ελληνικός θόλος αεράμυνας δεν πρέπει να γίνει υποχρεωτικά ως μια ενιαία αγορά από κατάλογο, αλλά να συνδυάσει πολιτική ισορροπία, βιομηχανικό αποτύπωμα και επιχειρησιακή λογική. Άλλωστε η παραγωγή των αντιαεροπορικών IRIS-T ανεβαίνει συνεχώς και γίνονται παραγγελίες από πολλές χώρες, οπότε και η Ελλάδα έχει λόγο να βρίσκεται μέσα σε αυτόν τον πυρήνα αντί να περιοριστεί σε μια σχεδόν μονομερή ισραηλινή αρχιτεκτονική.
Η τελική θέση, λοιπόν, δεν είναι ότι το SPYDER είναι κακό σύστημα ή ότι η Rafael δεν ξέρει να φτιάχνει κορυφαία όπλα. Είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να αγοράζει με βάση τη δική της αρχιτεκτονική άμυνας και πολιτική επιδίωξη και όχι με βάση την ευκολία ενός πακέτου. Αν ο Barak καλύψει το μεσαίο στρώμα αεράμυνας μας, το χαμηλό μπορεί να είναι ευρωπαϊκό, εγχώριας συμπαραγωγής, και μαζικών πωλήσεων, ώστε η χώρα να κερδίσει και επιχειρησιακή ευελιξία και βιομηχανική συνέχεια.