Ο σχεδιασμός αρμάτων μάχης διαχρονικά εδράζεται στο λεγόμενο σιδερένιο τρίγωνο: ισχύ πυρός- προστασία-κινητικότητα. Από τις τρεις αυτές παραμέτρους, η ισχύ πυρός αποτελεί καθοριστικό πολλαπλασιαστή ισχύος, καθώς επηρεάζει άμεσα τόσο την επιβιωσιμότητα όσο και την ικανότητα επιβολής αποτελέσματος στο πεδίο της μάχης. Δεν περιορίζεται μόνο στη διάτρηση της εχθρικής θωράκισης, αλλά περιλαμβάνει την ικανότητα έγκαιρου εντοπισμού, ακριβούς προσβολής και καταστροφής στόχων σε μεγάλες αποστάσεις και υπό δυσμενείς συνθήκες. Η κατανόηση των σύγχρονων και μελλοντικών εξελίξεων στον οπλισμό αρμάτων προϋποθέτει εξέταση των τεχνολογικών και δογματικών επιλογών που διαμορφώθηκαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Δυτικές προσεγγίσεις κατά τον Ψυχρό Πόλεμο
Κατά τις πρώτες φάσεις του Ψυχρού Πολέμου, οι δυτικές χώρες κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν την απειλή σοβιετικών βαρέων αρμάτων, όπως το IS‑3, τα οποία συνδύαζαν ισχυρή θωράκιση και μεγάλα πυροβόλα. Η απάντηση υπήρξε η ανάπτυξη επίσης βαρέων αρμάτων με αντίστοιχα μεγάλα διαμετρήματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήγαγαν το M-103 με πυροβόλο 120 mm, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο ανέπτυξε το FV 214 Conqueror, επίσης με πυροβόλο 120 mm L1. Παράλληλα, βρετανικά πειραματικά προγράμματα, όπως το πυροβόλο L4 των 183 mm, επιδίωξαν τη μέγιστη δυνατή ισχύ πυρός εις βάρος της πρακτικότητας. Η επιχειρησιακή αξιολόγηση αυτών των συστημάτων ανέδειξε τα εγγενή μειονεκτήματα των βαρέων αρμάτων, οδηγώντας σταδιακά στην εγκατάλειψη της κατηγορίας υπέρ πιο ισορροπημένων σχεδιάσεων.

Η πλέον καθοριστική δυτική εξέλιξη υπήρξε η εισαγωγή του ραβδωτού πυροβόλου L7 των 105 mm. Το L7 καθιερώθηκε ως το πρότυπο πυροβόλο αρμάτων του ΝΑΤΟ για περισσότερες από δύο δεκαετίες, χάρη στον επιτυχημένο συνδυασμό ισχύος πυρός, ακρίβειας και διαλειτουργικότητας. Η υιοθέτησή του από τις ΗΠΑ ως M68 και η ευρεία διάδοσή του σε πλήθος αρμάτων κατέδειξαν τη σημασία της τυποποίησης. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η συνεχής βελτίωση της σοβιετικής θωράκισης περιόρισε τα περιθώρια περαιτέρω αναβάθμισης του διαμετρήματος. Πειραματικές και ανορθόδοξες λύσεις, όπως το αμερικανικό σύστημα πυροβόλου/πυραύλου 152 mm (M81/MGM‑51 Shillelagh), απέτυχαν να προσφέρουν αξιόπιστη επιχειρησιακή λύση, οδηγώντας τελικά σε πιο συμβατικές επιλογές.

Η Βρετανία ακολούθησε διακριτή φιλοσοφία, επιλέγοντας το ραβδωτό πυροβόλο 120 mm L11 με διμερή πυρομαχικά για το Chieftain και διατηρώντας τη συγκεκριμένη σχεδιαστική γραμμή έως και το Challenger 2. Αντιθέτως, η Γερμανία, σε συνεργασία με εταίρους του ΝΑΤΟ, ανέπτυξε το λειόκαννο Rheinmetall 120 mm L44, το οποίο υιοθετήθηκε αρχικά στο Leopard 2 και αργότερα στο αμερικανικό M1A1 Abrams. Η εξέλιξή του στις εκδόσεις L55 και L55A1 κατέστησε το σύστημα αυτό τη βασική πλατφόρμα δυτικής ισχύος πυρός μέχρι σήμερα.

Η Σοβιετική και ρωσική σχολή σχεδίασης
Η Σοβιετική Ένωση ακολούθησε διαφορετική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στη μείωση του μεγέθους του άρματος και του πληρώματος, χωρίς ουσιαστική υποβάθμιση της ισχύος πυρός. Η εισαγωγή του T‑62 με λειόκαννο πυροβόλο 115 mm και, κυρίως, του T‑64 με το πυροβόλο 125 mm και αυτόματη γέμιση, καθιέρωσε ένα πρότυπο που επηρέασε όλες τις μεταγενέστερες σοβιετικές και ρωσικές σχεδιάσεις. Η οικογένεια πυροβόλων 2A46 εξελίχθηκε σταδιακά, ενώ η ενσωμάτωση κατευθυνόμενων αντιαρματικών πυραύλων εκτοξευόμενων από το πυροβόλο (GLATGM) παρείχε δυνατότητα εμπλοκής στόχων σε αποστάσεις πέραν του αποτελεσματικού βεληνεκούς των κλασικών πυρομαχικών, επηρεάζοντας βαθιά όχι μόνο τη ρωσική αλλά και την ουκρανική και κινεζική σχολή.

Κατά τα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, εξετάστηκαν ιδιαίτερα φιλόδοξα προγράμματα με στόχο ένα άλμα στην ισχύ πυρός, όπως το Obiekt 292 με πυροβόλο 152 mm και το Obiekt 195 (T‑95), επίσης εξοπλισμένο με 152 mm. Παρά τις προοπτικές τους, τα προγράμματα αυτά εγκαταλείφθηκαν λόγω της οικονομικής κατάρρευσης της δεκαετίας του 1990. Αντίθετα, πιο συντηρητικές και οικονομικά βιώσιμες λύσεις, όπως το Obiekt 188 που οδήγησε στο T‑90, πέρασαν στην παραγωγή. Το T‑14 Armata, που παρουσιάστηκε το 2015 με το νέο πυροβόλο 2A82‑1M των 125 mm, σηματοδότησε μια νέα γενιά ρωσικών αρμάτων, αν και η επιχειρησιακή του ωρίμανση και η μαζική παραγωγή του παραμένουν αβέβαιες.

MGCS και μελλοντικές κατευθύνσεις
Η παρουσίαση του Armata λειτούργησε ως καταλύτης για νέες δυτικές πρωτοβουλίες. Το γαλλογερμανικό πρόγραμμα MGCS αποσκοπεί στην αντικατάσταση των αρμάτων Leopard 2 και Leclerc μετά το 2040, αλλά χαρακτηρίζεται από σημαντική πολιτική, βιομηχανική και δογματική πολυπλοκότητα. Κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης αποτελεί η επιλογή του κύριου πυροβόλου, με δύο ανταγωνιστικές προσεγγίσεις: το γερμανικό λειόκαννο των 130 mm της Rheinmetall και το γαλλικό ASCALON των 140 mm της KNDS, αμφότερα με καταγωγή απο το πρόγραμμα FTMA του ΝΑΤΟ της δεκαετίας του 1980.

Η Rheinmetall επέλεξε μια εξελικτική προσέγγιση, εξαντλώντας αρχικά τις δυνατότητες του 120 mm μέσω βελτιωμένων πυρομαχικών και αυξημένων πιέσεων θαλάμου, πριν παρουσιάσει το νέο πυροβόλο των 130 mm. Το σύστημα υπόσχεται αύξηση άνω του 50% της ενέργειας στο στόχο και συνοδεύεται από αυτόματο σύστημα γέμισης και νέα γενιά πυρομαχικών, με πρόθεση εφαρμογής τόσο σε νέα άρματα όσο και σε αναβαθμίσεις υφιστάμενων πλατφορμών, όπως το KF51 Panther.

Η KNDS, αντιθέτως, επένδυσε σε μια πιο ριζοσπαστική λύση με το ASCALON των 140 mm, επιδιώκοντας έως και 70% αύξηση της κινητικής ενέργειας σε σύγκριση με τα σημερινά 120 mm. Παράλληλα, παρουσίασε και αναβαθμισμένη έκδοση 120 mm, σχεδιασμένη ώστε να μπορεί να αναβαθμιστεί σχετικά εύκολα σε 140 mm, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία σε βάθος χρόνου. Και οι δύο προσεγγίσεις βασίζονται σε αυτόματη γέμιση και προετοιμάζονται για επιχειρήσεις σε αυξημένα βεληνεκή, συμπεριλαμβανομένων δυνατοτήτων εμπλοκής πέραν της οπτικής γραμμής.
Συμπεράσματα
Η εξέλιξη της ισχύος πυρός των αρμάτων μάχης δείχνει σαφή τάση προς μεγαλύτερα διαμετρήματα, αυξημένες πιέσεις θαλάμου, προηγμένα πυρομαχικά και επανεμφάνιση των GLATGM σε τεχνολογικά ώριμη μορφή. Παρά τη χρονική αβεβαιότητα του MGCS, οι ενδιάμεσες λύσεις αναβάθμισης υφιστάμενων αρμάτων προσφέρουν ρεαλιστική απάντηση στις σύγχρονες απειλές. Σε κάθε περίπτωση, η ισχύς πυρός παραμένει κεντρικός παράγοντας στον σχεδιασμό αρμάτων και θα συνεχίσει να εξελίσσεται ως άμεση αντανάκλαση του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα του σύγχρονου πεδίου μάχης.