Μια νέα οικογένεια αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών πυραύλων, με στόχο κόστος μόλις στο ένα τρίτο εκείνου του PAC-3 MSE των Patriot, παρουσίασε η αμερικανική Anduril. Το σύστημα Steelfin σχεδιάζεται για την αντιμετώπιση απειλών που εκτείνονται από μη επανδρωμένα αεροχήματα και πυραύλους cruise έως βαλλιστικούς και πολυηχητικούς πυραύλους, με βασική επιδίωξη τη μαζική παραγωγή σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος.

Η ανάπτυξη του Steelfin αντανακλά ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σύγχρονης αεράμυνας: την ανάγκη αντιμετώπισης μεγάλου αριθμού εισερχόμενων απειλών χωρίς την ταχεία εξάντληση των αποθεμάτων ακριβών πυραύλων αναχαίτισης. Οι επιχειρήσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή έχουν αναδείξει την οικονομική και επιχειρησιακή ανισορροπία που δημιουργείται όταν πανάκριβα αντιαεροπορικά βλήματα χρησιμοποιούνται εναντίον σχετικά φθηνών drones.

Το Steelfin βασίζεται σε σπονδυλωτή  αρχιτεκτονική δύο σταδίων, με έναν αρχικό επιταχυντή  (booster) και ένα δεύτερο στάδιο που αναλαμβάνει την προώθηση στην τελική αναχαίτιση. Το τελευταίο χρησιμοποιεί κοινή βασική σχεδίαση, ηλεκτρονικά και συστήματα ελέγχου πτήσης, ενώ μπορεί να εξοπλίζεται με διαφορετικούς αισθητήρες καθοδήγησης, όπως ραντάρ ή υπέρυθρους ερευνητές.

Η διαμόρφωση επιτρέπει τη χρήση διαφορετικών πυραυλοκινητήρων και τη δημιουργία εκδόσεων προσαρμοσμένων στην εκάστοτε απειλή. Σύμφωνα με την Anduril, η οικογένεια προβλέπεται να περιλαμβάνει εκδόσεις με επιταχυντές  διαμέτρου 10, 18 και 21 ιντσών, καλύπτοντας διαφορετικές απαιτήσεις εμβέλειας και επιδόσεων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα ενσωμάτωσης του Steelfin σε υφιστάμενες υποδομές εκτόξευσης. Η εταιρεία αναφέρει ότι το σύστημα σχεδιάζεται ώστε να είναι συμβατό με εκτοξευτές Patriot, το Common Autonomous Multi-Domain Launcher (CAML), το σύστημα Typhon και διαμορφώσεις εκτόξευσης από τροποποιημένα εμπορευματοκιβώτια. Η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη ανάπτυξης νέων υποδομών για την αξιοποίησή του.

Η Anduril επιδιώκει να διεκδικήσει με το Steelfin συμβάσεις του Αμερικανικού Στρατού για πυραύλους αναχαίτισης χαμηλού κόστους, έχοντας ήδη επιλεγεί μεταξύ των εταιρειών που συνεχίζουν σε δοκιμές και επιδείξεις μετά τον διαγωνισμό xTech Apex Intercept.

Παράλληλα, η σχεδίαση εμφανίζεται κατάλληλη και για τις απαιτήσεις του προγράμματος Future Interceptor, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη νέας γενιάς πυραύλων αναχαίτισης  με δυνατότητες πέραν του σημερινού PAC-3 MSE. Ωστόσο, δεν επιβεβαίωσε εάν έχει επιλεγεί για το συγκεκριμένο πρόγραμμα.

Στο παραγωγικό σκέλος, η εταιρεία σχεδιάζει να κατασκευάζει τα περισσότερα υποσυστήματα στις εγκαταστάσεις Arsenal-1 στο Οχάιο, με την τελική συναρμολόγηση να πραγματοποιείται σε συνεργασία με άλλες εταιρίες. Η κοινή αρχιτεκτονική των διαφορετικών εκδόσεων θα επιτρέπει την παραγωγή τους στην ίδια γραμμή, με προσαρμογή της σύνθεσης ανάλογα με τις παραγγελίες.

Στόχος είναι η έναρξη παραγωγής πλήρους ρυθμού στα τέλη του 2028 ή στις αρχές του 2029, με δυνατότητα κατασκευής αρκετών χιλιάδων πυραύλων ετησίως. Η εταιρεία θεωρεί ότι, εφόσον υπάρξει επαρκής ζήτηση από τις ΗΠΑ και διεθνείς πελάτες, η παραγωγή θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αυξηθεί πολύ περισσότερο.

Η παρουσίασή του συμπίπτει με την ανακοίνωση του νέου PAC-3 Edge της Lockheed Martin, υπογραμμίζοντας την προσπάθεια της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας να αναπτύξει πυραυλικά συστήματα αναχαίτισης επόμενης γενιάς.