Επιτυχία σημείωσε η ινδική πολιτεία της Odisha, στη βορειοανατολική Ινδία, στον αγώνα κατά της μαοϊστικής εξέγερσης, όπως επιβεβαίωσε ο επικεφαλής της τοπικής αστυνομίας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, 77 αντάρτες έχουν παραδοθεί, ενώ 27 εξουδετερώθηκαν σε στοχευμένες επιχειρήσεις. Παράλληλα, επιπλέον στελέχη του κινήματος εγκατέλειψαν τη δράση τους σε γειτονικές περιοχές, γεγονός που αποτυπώνει τη συνολική αποδυνάμωση τους.
Ο Γενικός Αστυνομικός Διευθυντής της Odisha, Yogesh Bahadur Khurania, υπογράμμισε ότι οι επιχειρήσεις διεξάγονται από κοινού από κρατικές και ομοσπονδιακές δυνάμεις, με αξιοποίηση ειδικών μονάδων, μηχανισμών πληροφόρησης και δυνάμεων ταχείας επέμβασης. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε επιχείρηση στα σύνορα των πολιτειών Odisha–Chhattisgarh τον Ιανουάριο του 2025, κατά την οποία εξουδετερώθηκαν ανώτερα στελέχη των Μαοϊστών.
Η μαοϊστική εξέγερση στην Ινδία, γνωστή και ως Ναξαλιστικό κίνημα, ξεκίνησε το 1967 στο χωριό Ναξαλμπαρί της Δυτικής Βεγγάλης ως αγροτική εξέγερση με ιδεολογική βάση τον μαοϊσμό. Οι Ναξαλιστές αντάρτες θεωρούσαν πως δεν υπήρχε κρατική προστασία των ορεσίβιων φυλών από την εκμετάλλευση των μεγαλοκτηματιών, υποστηρίζοντας ότι μόνο μέσω ένοπλης δράσης θα μπορούσε να επιτευχθεί αναδιανομή της γης και κοινωνική δικαιοσύνη.
Βάση του κινήματος αποτέλεσαν ομάδες όπως οι Ντάλιτ, η κατώτατη κοινωνική τάξη της Ινδίας, που περιορίζονταν κυρίως σε βαριές χειρονακτικές εργασίες. Για δεκαετίες, οι ηγέτες του κινήματος απευθύνονταν σε αυτό το καταπιεσμένο και σε μεγάλο βαθμό απομονωμένο σώμα πολιτών, το οποίο αριθμούσε 160–200 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή περίπου το 16% του πληθυσμού.

Το κίνημα απέκτησε ισχυρές ρίζες και διεκδίκησε την ανατροπή της κυβέρνησης της Ινδίας, την αναδιανομή του πλούτου και της γης, καθώς και την εκρίζωση του καπιταλιστικού συστήματος. Ο Ναξαλισμός κηρύχθηκε παράνομος και αντιμετωπίστηκε με βία, με αποτέλεσμα η αρχική εξέγερση να κατασταλεί. Ωστόσο, η δράση των ένοπλων ομάδων συνεχίστηκε, τροφοδοτούμενη από τη διαρκή δυσαρέσκεια των αγροτικών πληθυσμών.
Η κορύφωση του κινήματος σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν υπολογιζόταν ότι διέθετε 15.000–20.000 ένοπλους μαχητές, υποστηριζόμενους από επιπλέον 30 με 50 χιλιάδες μέλη σε βοηθητικούς ρόλους. Με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκε σε μία από τις σοβαρότερες εσωτερικές απειλές για την ασφάλεια της χώρας, με ισχυρή παρουσία στον λεγόμενο «Κόκκινο Διάδρομο», που εκτεινόταν σε πολλές πολιτείες της ανατολικής και κεντρικής Ινδίας.

Η σταδιακή εξασθένηση του κινήματος οφείλεται σε αλλαγή στρατηγικής της ινδικής κυβέρνησης. Αντί της μαζικής καταστολής, υιοθετήθηκε μια συνδυαστική προσέγγιση: στοχευμένες επιχειρήσεις ασφαλείας, αλλά μαζί εκτεταμένα έργα υποδομής, με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, της εκπαίδευσης και της απασχόλησης.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εσωτερικές επιτυχίες της κυβέρνησης του Narendra Modi, καθώς χιλιάδες αντάρτες έχουν παραδοθεί και επανενταχθεί κοινωνικά, ενώ περιοχές που άλλοτε αποτελούσαν εστίες έντασης παρουσιάζουν πλέον αναπτυξιακή δυναμική. Σήμερα, η παρουσία των μαοϊστών στην Odisha περιορίζεται σε μικρές ομάδες σε δυσπρόσιτες δασικές περιοχές.

Συνολικά, η εξηκονταετής σύγκρουση έχει κοστίσει πάνω από 12.000 ζωές, πολιτών, μελών των δυνάμεων ασφαλείας και ανταρτών.