Με ιδιαίτερη χαρά και αισιοδοξία πραγματοποιήθηκε η ετήσια εκδήλωση κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), σε μια κατάμεστη αίθουσα στο κτίριο της ΛΑΕΔ, που συγκέντρωσε την αφρόκρεμα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, εκπροσώπους των Ενόπλων Δυνάμεων, θεσμικούς φορείς και συνεργάτες. Ο Πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, κ. Τάσος Ροζολής, στον κεντρικό χαιρετισμό του, είπε τα εξής:

Κυρίες και κύριοι,

Αγαπητά μέλη του Συνδέσμου,

Αξιότιμοι εκπρόσωποι της Πολιτείας, των Ενόπλων Δυνάμεων, της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας,

Φίλες και φίλοι,

Σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας στη σημερινή εκδήλωση. 

Η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας του Συνδέσμου μας δεν είναι μόνο μια εθιμική συνάντηση. Είναι μια στιγμή απολογισμού, αλλά και μια ευκαιρία να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το πού βρισκόμαστε, τι πετύχαμε και – κυρίως – πού οφείλουμε να κατευθυνθούμε ως εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας έχει αλλάξει ριζικά. Η άμυνα δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή πολιτική επιλογή, αλλά έναν κεντρικό πυλώνα στρατηγικής, οικονομικής και βιομηχανικής ισχύος. Η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της, επενδύει στη δική της αμυντική ικανότητα και αναγνωρίζει πλέον ρητά ότι χωρίς ισχυρή βιομηχανική βάση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε αποτροπή ούτε στρατηγική αυτονομία.

Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση που εξελίσσεται σήμερα αφορά ζητήματα στρατηγικής σημασίας για το μέλλον της ίδιας της Ευρώπης. Ζητήματα όπως το επερχόμενο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, η στρατιωτική κινητικότητα και οι κρίσιμες αμυντικές υποδομές, οι ενεργειακές λύσεις στον τομέα της άμυνας και η πράσινη μετάβαση σε στρατιωτικές εφαρμογές, καθώς και η θαλάσσια ασφάλεια και οι αμυντικές εφαρμογές της γαλάζιας οικονομίας διέπουν τη νέα αυτή ατζέντα. 

Όλα αυτά συνδέονται άμεσα με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επιλέγει να την οικοδομήσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΕΚΠΥ θεωρεί τον Οδικό Χάρτη Μετασχηματισμού της Αμυντικής Βιομηχανίας μια ουσιαστική και αναγκαία πρωτοβουλία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υλοποιηθεί με ρεαλισμό, πειθαρχία και στρατηγική συνοχή, ώστε να μεταφραστεί σε πραγματικές βιομηχανικές δυνατότητες και όχι απλώς σε κανονιστικές διακηρύξεις.

Στην ίδια ακριβώς ευρωπαϊκή στρατηγική κατεύθυνση εντάσσεται και η αυξημένη παρουσία της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας. Η δυναμική αυτή επιβεβαιώνεται και στον κύκλο προσκλήσεων του EDF 2024, όπου καταγράφεται ιδιαίτερα έντονη συμμετοχή επιχειρήσεων–μελών του ΣΕΚΠΥ, γεγονός που αποτυπώνει την τεχνολογική ωριμότητα και τον εξωστρεφή προσανατολισμό του εγχώριου αμυντικού οικοσυστήματος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, έντεκα ελληνικές εταιρείες–μέλη του Συνδέσμου, καθώς και τρεις φορείς–μέλη του πρώτου cluster στον τομέα της άμυνας, του DefencEduNet, έχουν ενταχθεί συνολικά σε δεκαέξι ερευνητικά και αναπτυξιακά έργα. 

Η συμμετοχή αυτή έχει σαφές ποιοτικό περιεχόμενο και αφορά κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς. Παράλληλα, η συμμετοχή ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων της χώρας, ως μελών του DefencEduNet, ενισχύει έμπρακτα τη διασύνδεση βιομηχανίας και έρευνας και συμβάλλει στη δημιουργία κρίσιμων δεξιοτήτων και καινοτομίας εντός της χώρας. 

Συνολικά, η παρουσία της Ελλάδας στο EDF 2024 αποδεικνύει τη δυναμική και την ωριμότητα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, την οποία ο ΣΕΚΠΥ συνεχίζει να υποστηρίζει μεθοδικά, τόσο μέσω στοχευμένων δράσεων ενημέρωσης και δικτύωσης μέσω της ιστοσελίδας και της υπηρεσίας Newsletter του Συνδέσμου, όσο και μέσω της πρόσφατα δημιουργηθείσας πλατφόρμας υποστήριξης HelpDesk, σε συνεργασία με την Ernst & Young.

Για την Ελλάδα, αυτή η συγκυρία είναι κρίσιμη. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν είναι απλώς ένας παραγωγικός κλάδος. Είναι εργαλείο εθνικής κυριαρχίας, πολλαπλασιαστής ισχύος για τις Ένοπλες Δυνάμεις και φορέας τεχνογνωσίας, καινοτομίας και εξαγωγικής δυναμικής. Αυτή ακριβώς τη θεώρηση υπηρετεί διαχρονικά ο ΣΕΚΠΥ, όχι με γενικόλογες διαπιστώσεις, αλλά με συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες θέσεις.

Η πρώτη και θεμελιώδης θέση μας είναι η ανάγκη ύπαρξης μιας ανθεκτικής, βιώσιμης και τεχνολογικά ώριμης εγχώριας αμυντικής και βιομηχανικής βάσης. Μιας βάσης που να μπορεί να υποστηρίζει ουσιαστικά τις Ένοπλες Δυνάμεις σε όλο τον κύκλο ζωής των οπλικών συστημάτων και όχι μόνο στη φάση της προμήθειας. Χωρίς αυτή τη βάση, καμία εξοπλιστική επένδυση δεν έχει πραγματικό στρατηγικό βάθος.

Η δεύτερη θέση αφορά την πραγματική αυτονομία. Η χώρα πρέπει να διαθέτει βιομηχανική ικανότητα τροποποίησης, αναβάθμισης και ενσωμάτωσης κρίσιμων υποσυστημάτων, χωρίς εξαρτήσεις από τρίτες χώρες και χωρίς περιορισμούς που δεσμεύουν την επιχειρησιακή ελευθερία των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αυτονομία αυτή δεν είναι θεωρητική· είναι απολύτως πρακτική και συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και την αποτρεπτική μας ικανότητα.

Η τρίτη, εξίσου κρίσιμη θέση μας, αφορά το θεσμικό πλαίσιο. Η αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να λειτουργεί σε καθεστώς αποσπασματικών ρυθμίσεων και ευκαιριακών αποφάσεων. Απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός και θεσμική συνέχεια, μέσα από μια διακριτή κυβερνητική δομή με σαφή αρμοδιότητα για την αμυντική βιομηχανία, είτε αυτή λάβει τη μορφή Γενικής Γραμματείας είτε Υφυπουργείου. Μόνο έτσι μπορεί να τερματιστεί η διαχρονική «a la carte» αντιμετώπιση της εγχώριας βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πάγια θέση του ΣΕΚΠΥ για τις βιομηχανικές επιστροφές. Η συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να αποτελεί θεμελιώδη και νομοθετημένη προϋπόθεση. Οι βιομηχανικές επιστροφές, σε ποσοστό τουλάχιστον 30% της αξίας των συμβάσεων, δεν είναι εξαίρεση αλλά διεθνής πρακτική. Και αυτές οι επιστροφές δεν πρέπει να είναι λογιστικές, αλλά ουσιαστικές: υποκατασκευαστικό έργο, μεταφορά τεχνογνωσίας, συμμετοχή στη συντήρηση και υποστήριξη, επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη, με διάρκεια αντίστοιχη της επιχειρησιακής ζωής των συστημάτων. 

Η πρόσφατη θεσμοθέτηση του ποσοστού του 25% εκ μέρους της Πολιτείας συνιστά αναμφίβολα ένα πρώτο θετικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του προϋποθέτει ένα σαφές, διαφανές και πλήρως νομοθετημένο πλαίσιο εφαρμογής, με ξεκάθαρους κανόνες, μηχανισμούς ελέγχου και ουσιαστική διασφάλιση της συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Στενά συνδεδεμένη με τα παραπάνω είναι και η ανάγκη αλλαγής του υφιστάμενου νόμου περί αμυντικών προμηθειών. Ο σημερινός νόμος, όπως και το αντίστοιχο ευρωπαϊκό πλαίσιο, λειτουργεί συχνά ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη τόσο της ευρωπαϊκής όσο και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Η αναθεώρησή του αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ώστε η άμυνα να αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως δαπάνη, αλλά και ως στρατηγική επένδυση.

Μια ακόμη ξεκάθαρη θέση του ΣΕΚΠΥ είναι η ανάγκη για μια συμπεριληπτική αμυντική βιομηχανία. Η Εγχώρια Αμυντική Βιομηχανία δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργεί ως κλειστό «κλαμπ». Χρειάζεται ένα ανοιχτό, δυναμικό οικοσύστημα, στο οποίο να έχουν θέση τόσο οι εταιρείες με μακρά εμπειρία στην άμυνα όσο και νέοι φορείς με τεχνολογίες διττής χρήσης και καινοτόμες δυνατότητες. Η ανανέωση, η μεταφορά τεχνολογίας και το «νέο αίμα» είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας και όχι απειλή.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το προαναφερθέν DefencEduNet, μια στρατηγική πρωτοβουλία του ΣΕΚΠΥ που στοχεύει στη μόνιμη διασύνδεση της αμυντικής βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα. Δεν πρόκειται για μια αποσπασματική δράση, αλλά για έναν μηχανισμό δημιουργίας δεξιοτήτων, γνώσης και ανθρώπινου δυναμικού, που αποτελεί τη βάση κάθε σοβαρής αμυντικής στρατηγικής.

Οι θέσεις αυτές δεν έμειναν θεωρητικές. Ο ΣΕΚΠΥ, τα τελευταία χρόνια, και ιδίως την περίοδο 2024–2025, έχει σταθερή και ενεργή παρουσία στον δημόσιο και θεσμικό διάλογο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 

Ξεκινώντας από το 2ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για τις Δεξιότητες στο Αμυντικό Οικοσύστημα στη Θεσσαλονίκη, αναδείξαμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα του ανθρώπινου κεφαλαίου, της εκπαίδευσης και της ανάγκης δημιουργίας μιας βιώσιμης δεξαμενής αμυντικών δεξιοτήτων. 

Την ίδια περίοδο, ο ΣΕΚΠΥ είχε σταθερή και ενεργή παρουσία σε όλο το εύρος του ευρωπαϊκού και διεθνούς αμυντικού οικοσυστήματος, κυριολεκτικά σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ευρώπης και πέραν αυτής. 

Από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες, μέχρι το International Paris Air Show στο Παρίσι, τη FEINDEF στην Ισπανία, τα European Defence Innovation Days στην Πολωνία, τη DEFEA στην Αθήνα, το ετήσιο συνέδριο του EDA με θέμα «New Horizons in EU Defence», καθώς και διοργανώσεις όπως το EURODEF στην Τουλόν, την έκθεση άμυνας και ασφάλειας Battlefield Redefined στη Λευκωσία, αμυντικά συνέδρια στο Λονδίνο και πέραν του Ατλαντικού, όπως η διεθνή έκθεση άμυνας AUSA στην Ουάσινγκτον, ο ΣΕΚΠΥ συμμετείχε ενεργά σε ένα πλήθος κέντρων λήψης αποφάσεων και κόμβων δικτύωσης. 

Μέσα από αυτή τη συστηματική παρουσία, ο Σύνδεσμος όχι μόνο ανέδειξε τις δυνατότητες της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, αλλά και σφράγισε ουσιαστικές συνεργασίες, υπογράφοντας Μνημόνια Συνεργασίας με αντίστοιχους ευρωπαϊκούς συνδέσμους, όπως ο κυπριακός ΚΣΕΕΚ, ο ισπανικός TEDAE και ο ουγγρικός DIAH, ενισχύοντας έμπρακτα τη διασύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά και διεθνή αμυντικά δίκτυα.

Ακολούθησαν θεματικά συνέδρια, ημερίδες και παρεμβάσεις για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, τις αμυντικές συμβάσεις και τη βιομηχανική πολιτική, καθώς και ουσιαστική παρουσία στη Βουλή, όπου ο ΣΕΚΠΥ κατέθεσε με σαφήνεια τις θέσεις της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.

Παράλληλα, ενισχύσαμε συστηματικά τη διεθνή και ευρωπαϊκή μας παρουσία, με ενεργή συμμετοχή σε ευρωπαϊκά δίκτυα και οργανισμούς όπως ο ASD και το ENRD, αλλά και με συνεχή παρουσία σε επιτροπές και διαβουλεύσεις. 

Ειδικότερα, η συμμετοχή μας στη DEFEA 2025, ως συνδιοργανωτής, δεν περιορίστηκε στον εκθεσιακό χαρακτήρα, αλλά λειτούργησε ως πλατφόρμα πολιτικού και βιομηχανικού διαλόγου για τον ρόλο της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Αυτή η στρατηγική εξωστρέφειας κορυφώθηκε με το φετινό 3ο ετήσιο Greek Defence Industry Compass στις Βρυξέλλες, το οποίο έχει πλέον καθιερωθεί ως σημείο αναφοράς, φέρνοντας την ελληνική αμυντική βιομηχανία στο κέντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων και σε άμεσο διάλογο με τους θεσμούς και τους εταίρους της Ευρώπης.

Ταυτόχρονα, ο ΣΕΚΠΥ καταθέτει και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες προτάσεις. Μία από αυτές είναι η δημιουργία ενός βιομηχανικού και ερευνητικού πάρκου αμυντικών τεχνολογιών στη Δυτική Μακεδονία, με στόχο τη συγκέντρωση δραστηριοτήτων παραγωγής, τεχνικής υποστήριξης, συντήρησης και έρευνας στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να τονίσω ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία διαθέτει σήμερα τη γνώση, τους ανθρώπους και τις δυνατότητες να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο. Αυτό που απαιτείται είναι στρατηγική συνέπεια, θεσμική σταθερότητα και πραγματική συνεργασία μεταξύ Πολιτείας, Ενόπλων Δυνάμεων, βιομηχανίας και ακαδημαϊκής κοινότητας. Ο ΣΕΚΠΥ θα συνεχίσει να λειτουργεί ως σοβαρή, ενιαία και υπεύθυνη φωνή του κλάδου, με στόχο όχι μόνο την ενίσχυση της άμυνας, αλλά και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

Πριν κλείσω, θα ήθελα να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά σε ανθρώπους που με τη διαχρονική τους προσφορά έχουν στηρίξει έμπρακτα τον Σύνδεσμο και τις συλλογικές μας προσπάθειες. 

Θα ήθελα να αναφερθώ στον κ. Χατζησταματίου της εταιρείας Barracuda, για τη συνολική του συνεισφορά, την αδιάλειπτη αρωγή του στις δράσεις του ΣΕΚΠΥ και την ενεργό του παρουσία τόσο ως μέλος όσο και ως Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Η στήριξή του, σε θεσμικό αλλά και ουσιαστικό επίπεδο, υπήρξε καθοριστική σε κρίσιμες στιγμές της πορείας μας. Για τον λόγο αυτό, θα ήθελα να τον καλέσω στο βήμα, προκειμένου να του αποδώσω μια αναμνηστική πλακέτα, ως ελάχιστη ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς και της συνέπειάς του.

Θα ήθελα επίσης να αναφερθώ στην εκδημία του καθηγητή κ. Τσανακτσίδη, ενός από τους θεμελιωτές του πρώτου ελληνικού cluster άμυνας, του DefencEduNet. Υπήρξε άνθρωπος με όραμα, επιστημονική συγκρότηση και βαθιά πίστη στη συνεργασία μεταξύ βιομηχανίας, έρευνας και εκπαίδευσης. Ένα όραμα που δεν έμεινε θεωρητικό, αλλά κατάφερε να το μετατρέψει σε πράξη, αφήνοντας ένα ουσιαστικό και διαρκές αποτύπωμα στο οικοσύστημα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Τέλος, θα ήθελα να τιμήσω τη μνήμη του κ. Φώτη Καμπιώτη της εταιρείας SAS Technology. Συχνά στον δημόσιο λόγο αναφερόμαστε σε εταιρείες, οργανισμούς και θεσμούς. Είναι όμως σημαντικό να θυμόμαστε ότι πίσω από αυτές βρίσκονται άνθρωποι. Άνθρωποι με αγώνες, μεράκι, προσωπικό κόπο και καθημερινή προσπάθεια. Στελέχη και επιχειρηματίες που «έβαλαν πλάτη» για να φτάσει ο κλάδος της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο επίπεδο που βρίσκεται σήμερα. Η προσφορά τους αποτελεί τη σιωπηλή, αλλά θεμελιώδη βάση πάνω στην οποία οικοδομούμε το αύριο.

Σας ευχαριστώ θερμά και εύχομαι σε όλες και όλους μια δημιουργική και δυναμική χρονιά.