Η ανακοίνωση ότι η Ουκρανία θα παραλάβει οκτώ συστήματα αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας SAMP/T NG φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που συχνά περνά απαρατήρητο, ότι το συγκεκριμένο σύστημα υπάρχει σε δύο διακριτές διαμορφώσεις, μία γαλλική και μία ιταλική, με ουσιαστικές διαφορές τόσο στον αισθητήρα όσο και στη συνολική επιχειρησιακή φιλοσοφία. Οι δύο χώρες τα αναπτύσσουν από κοινού μέσω της κοινοπραξίας Eurosam, χρησιμοποιούν τον ίδιο πύραυλο Aster B1NT, όμως έχουν επιλέξει διαφορετικά ραντάρ και διαφορετική διάταξη μονάδας πυρός, στοιχεία που επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα αντιμετώπισης κορεσμένων επιθέσεων με βαλλιστικούς και πτερυγικούς πυραύλους.
Στον πυρήνα της διαφοράς των δύο εθνικών εκδόσεων, βρίσκεται το ραντάρ. Η γαλλική έκδοση του SAMP/T NG χρησιμοποιεί το Ground Fire 300 της Thales, ένα ραντάρ ενεργής ηλεκτρονικής σάρωσης τεχνολογίας GaN που λειτουργεί στη ζώνη συχνοτήτων S. Η επιλογή αυτή προσφέρει πολύ μεγάλη εμβέλεια εντοπισμού, της τάξεως των 400 χιλιομέτρων, καθώς και δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης έως και 1.000 εναέριων στόχων. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που προσανατολίζουν το σύστημα στην έγκαιρη προειδοποίηση και στη διαχείριση μαζικών επιθέσεων, όταν ο χρόνος αντίδρασης και η χωρητικότητα του δικτύου (ίχνη που μπορεί να διαχειριστεί) αποκτούν κρίσιμη σημασία.
Αντίθετα, η ιταλική διαμόρφωση βασίζεται στο Kronos GM HP της Leonardo, επίσης ραντάρ ενεργής διάταξης με στοιχεία GaN, το οποίο λειτουργεί στη ζώνη C. Η υψηλότερη συχνότητα προσφέρει αυξημένη ακρίβεια και καλύτερη ανάλυση μικρών στόχων, όμως συνοδεύεται από μικρότερη εμβέλεια, περίπου 300 χιλιόμετρα, και χαμηλότερη ικανότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης, έως 500 στόχους. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα με εξαιρετική ποιότητα ίχνους σε τακτικό επίπεδο, με μειωμένη όμως δυνατότητα διαχείρισης σεναρίων κορεσμού μεγάλης κλίμακας.
Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο ουκρανικό θέατρο επιχειρήσεων, όπου οι ρωσικές επιθέσεις συνδυάζουν δεκάδες ή και εκατοντάδες UAV, πυραύλους cruise και βαλλιστικά όπλα όπως οι Iskander και αεροεκτοξευόμενοι υπερηχητικοί πύραυλοι. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ικανότητα ενός ραντάρ να εντοπίζει στόχους σε μεγάλες αποστάσεις και να διαχειρίζεται τεράστιο αριθμό ιχνών ταυτόχρονα καθορίζει το πόσο νωρίς θα ενεργοποιηθεί η αλυσίδα εμπλοκής και πόσοι στόχοι θα κατανεμηθούν σωστά στους εκτοξευτές και στους πυραύλους.
Πέρα από τον αισθητήρα, υπάρχει και διαφορά στη σύνθεση της μονάδας πυρός. Η γαλλική φιλοσοφία προβλέπει συνήθως έξι εκτοξευτές ανά πυροβολαρχία, ενώ η ιταλική διαμόρφωση κινείται στους τέσσερις. Αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερο αρχικό φόρτο βλημάτων και αυξημένη αντοχή σε παρατεταμένη εμπλοκή για τη γαλλική έκδοση, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο όταν απαιτείται διαδοχική αναχαίτιση βαλλιστικών στόχων με πυραύλους Aster B1NT, οι οποίοι διαθέτουν ενεργό ραντάρ τερματικής καθοδήγησης και ικανότητα εμπλοκής στόχων υψηλής ταχύτητας και μεγάλου ύψους.
Η ύπαρξη ενεργού αισθητήρα στον ίδιο τον πύραυλο μειώνει τη σημασία των μικρών διαφορών ακρίβειας μεταξύ των δύο ραντάρ στο τελικό στάδιο, όμως το στάδιο της έγκαιρης προειδοποίησης και της αρχικής ιχνηλάτησης παραμένει καθοριστικό για την επιτυχία της αναχαίτισης, ειδικά απέναντι σε βαλλιστικές απειλές όπου κάθε δευτερόλεπτο μεταφράζεται σε πολύτιμο ύψος και χρόνο αντίδρασης.
Όλα τα διαθέσιμα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι για τις ανάγκες της Ουκρανίας η γαλλική διαμόρφωση με το Ground Fire 300 αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή. Η μεγαλύτερη εμβέλεια εντοπισμού προσφέρει αυξημένο παράθυρο προειδοποίησης, ενώ η δυνατότητα διαχείρισης διπλάσιου αριθμού στόχων επιτρέπει στο σύστημα να λειτουργεί σε περιβάλλον κορεσμού χωρίς να χάνει κρίσιμα ίχνη. Η παρουσία του συγκεκριμένου ραντάρ στις επίσημες τελετές και στις ανακοινώσεις που συνόδευσαν την υπόσχεση παράδοσης των οκτώ συστημάτων, ενισχύει την εκτίμηση ότι αυτή θα είναι και η έκδοση που τελικά θα ενταχθεί στην ουκρανική αντιαεροπορική άμυνα.
Σε επιχειρησιακούς όρους, το SAMP/T NG με Ground Fire 300 και Aster B1NT διαμορφώνει ένα σύστημα ικανό να λειτουργήσει ως πυρήνας αντιβαλλιστικής ομπρέλας, με δυνατότητα έγκαιρης ανίχνευσης, μαζικής ιχνηλάτησης και διαδοχικών αναχαιτίσεων, στοιχεία που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου πολέμου υψηλής έντασης και κορεσμένων αεροπορικών επιθέσεων.