Έξι δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν συνολικά περίπου 268.000 τόνους ρωσικού ντίζελ κατευθύνονται προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά η άφιξή τους εξελίσσεται σε σοβαρό πολιτικό και νομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με την Greenpeace και τη βρετανική εφημερίδα The Guardian, τα φορτία αποτελούν μέρος της ενεργειακής συμφωνίας που ανακοίνωσαν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν στις 9 Οκτωβρίου, με στόχο τη μείωση των τιμών των καυσίμων στην αμερικανική αγορά.
Η συμφωνία προβλέπει την εξαγωγή αρχικά 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ, άλλων 500.000 τόνων τον Νοέμβριο και επιπλέον ενός εκατομμυρίου τόνων στη συνέχεια. Για να διευκολύνει τις συναλλαγές, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εξέδωσε ειδική άδεια εξαίρεσης από τις κυρώσεις, επιτρέποντας υπό συγκεκριμένους όρους ακόμη και την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ μέχρι τις 7 Απριλίου 2027. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: το Κογκρέσο είχε απαγορεύσει με νόμο από το 2022 τις εισαγωγές ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων και αρκετοί Αμερικανοί νομοθέτες υποστηρίζουν ότι καμία προεδρική άδεια δεν μπορεί να παρακάμψει αυτή την απαγόρευση.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται και ένα δεξαμενόπλοιο ελληνικών συμφερόντων, το Agioi Fanendes, της Eastern Mediterranean Maritime (EASTMED), συμφερόντων του Θανάση Μαρτίνου. Το πλοίο, υπό σημαία Μάλτας, φόρτωσε περίπου 40.000 τόνους ντίζελ στο ρωσικό λιμάνι Πριμόρσκ στις 22 Οκτωβρίου και, σύμφωνα με τα στοιχεία παρακολούθησης, είχε δηλώσει ως προορισμό το λιμάνι της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσεϊ, με εκτιμώμενη άφιξη στις 7 Νοεμβρίου.
Ωστόσο, η διαχειρίστρια εταιρεία διευκρίνισε στο Reuters ότι ο τελικός προορισμός εκφόρτωσης δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Στις 27 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενθαλ έστειλε επίσημη επιστολή στον Θανάση Μαρτίνο, ζητώντας να ανακαλέσει το πλοίο και προειδοποιώντας ότι η εκφόρτωση του ρωσικού καυσίμου στις ΗΠΑ θα μπορούσε να συνιστά παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας. Ο γερουσιαστής ήταν κατηγορηματικός: «Ο πρόεδρος μπορεί να έδωσε άδεια για να διευκολύνει αυτή τη συναλλαγή, αλλά μόνο το Κογκρέσο μπορεί να την καταστήσει νόμιμη». Ζήτησε επίσης από την εταιρεία να αποκαλύψει μέχρι τις 31 Οκτωβρίου ποιοι είναι οι πωλητές, οι αγοραστές, οι ναυλωτές και οι ασφαλιστές του φορτίου, καθώς και αν έχουν δοθεί σχετικές οδηγίες από αμερικανικές κρατικές υπηρεσίες. Η επιστολή είναι δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του γερουσιαστή.
Η υπόθεση δεν περιορίζεται στο ελληνικό πλοίο. Μεταξύ των δεξαμενόπλοιων που παρακολουθεί η Greenpeace βρίσκονται επίσης τα Talisman, Leruo, PVT Azura, Taurus και Iblea, ενώ η οργάνωση έχει συμπεριλάβει στον κατάλογό της και το Primorye. Ορισμένα από τα πλοία υπόκεινται ήδη σε δυτικές κυρώσεις, γεγονός που περιπλέκει ακόμη περισσότερο τις συναλλαγές. Στις 29 Οκτωβρίου, οι Αμερικανοί βουλευτές Λόιντ Ντόγκετ και Μάρσι Κάπτουρ ζήτησαν επισήμως από τις τελωνειακές αρχές να εμποδίσουν την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ και να παραπέμψουν ενδεχόμενες παραβιάσεις στη Δικαιοσύνη. Προειδοποίησαν μάλιστα ότι όσοι συμμετέχουν σε παράνομες εισαγωγές μπορεί να αντιμετωπίσουν σοβαρές ποινικές συνέπειες. Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, θεωρεί ότι η ειδική άδεια είναι νόμιμη, ενώ η τελική νομική ερμηνεία παραμένει αντικείμενο διαφωνίας.
Έτσι, οι πλοιοκτήτες, οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι πιθανοί αγοραστές βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντική αβεβαιότητα. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι όλα τα φορτία έχουν μείνει χωρίς αγοραστή ή ότι τα πλοία έχουν εγκαταλείψει τους προορισμούς τους, αλλά ούτε και ότι θα μπορέσουν τελικά να εκφορτώσουν στις ΗΠΑ. Η Ουκρανία αντιδρά έντονα, υποστηρίζοντας ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις ενισχύουν τη ρωσική πολεμική οικονομία. Και κάπως έτσι, μια συμφωνία που παρουσιάστηκε ως λύση για τις αμερικανικές τιμές καυσίμων έχει μετατραπεί σε σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο, με δεκάδες χιλιάδες τόνους ρωσικού ντίζελ να ταξιδεύουν στον Ατλαντικό και ένα βασικό ερώτημα να παραμένει αναπάντητο: ποιος θα αναλάβει τελικά το ρίσκο να τα παραλάβει;