Οι πρόσφατες τουρκικές «διαρροές» και αναρτήσεις που παρουσιάζουν μια υποτιθέμενη αμυντική συμμαχία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, με μηχανισμό συλλογικής άμυνας «τύπου Άρθρου 5» και με την Τουρκία να εμφανίζεται ως πιθανό νέο μέλος, συνιστούν ένα ακόμη επεισόδιο στο γνωστό μοτίβο της κατασκευασμένης αφήγησης. Στην πράξη, πρόκειται για επικοινωνιακή τεχνική που παραπέμπει στη ρωσική μέθοδο των επιχειρήσεων επιρροής: μια υπαρκτή αλλά περιορισμένη πραγματικότητα «φουσκώνει» τεχνητά, αναπαράγεται από φιλικά δίκτυα, και στο τέλος παρουσιάζεται ως δήθεν ώριμο γεωπολιτικό γεγονός – χρήσιμο κυρίως για εσωτερική κατανάλωση.
Η βάση της ιστορίας έχει ένα στοιχείο αλήθειας: το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ διατηρούν εδώ και δεκαετίες δεσμούς, συνεργασία σε θέματα ασφαλείας, ανταλλαγές προσωπικού και μια σχέση που εκτείνεται από την οικονομία έως την άμυνα. Από αυτό, όμως, μέχρι ένα «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ» με ρήτρα αυτόματης συλλογικής άμυνας και προδιαγεγραμμένη ένταξη της Τουρκίας, η απόσταση είναι τεράστια. Το «άλμα» αυτό καλύπτεται με θόρυβο, όχι με αποδείξεις: ανώνυμες πηγές, βολικές διατυπώσεις, επιλεκτικές διαρροές και μια μονότονη επανάληψη που στοχεύει να δημιουργήσει εντύπωση δυναμικής εκεί όπου υπάρχει απλώς ευχή.
Ο λόγος που αυτή η αφήγηση «πιάνει» στα τουρκικά μέσα είναι επίσης σαφής: προβάλλει μια εικόνα ότι η Άγκυρα παραμένει αναγκαίος και κεντρικός παίκτης στον ισλαμικό κόσμο, την ώρα που η περιφερειακή πραγματικότητα δείχνει κάτι πολύ πιο άβολο. Η Σαουδική Αραβία έχει μεταβάλει δραστικά τη στρατηγική της τα τελευταία χρόνια. Το Ριάντ επενδύει στη σταθερότητα, στην οικονομική μετάβαση και στην τεχνολογική συνεργασία, επιδιώκοντας ένα περιβάλλον που ευνοεί επενδύσεις, μεγάλα projects και διεθνή νομιμοποίηση. Αυτή η προσέγγιση συγκρούεται με την εικόνα μιας Τουρκίας που συχνά εμφανίζεται ως χώρα έντασης, αναθεωρητισμού και διαρκούς πολιτικο-επικοινωνιακής σύγκρουσης με γείτονες.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσέγγιση Σαουδικής Αραβίας–Ισραήλ είναι το πραγματικό «αγκάθι» για την Άγκυρα. Ακόμη κι όταν δεν εκφράζεται με επίσημες υπογραφές, η κατεύθυνση είναι ορατή: επαφές, παρασκηνιακός συντονισμός, κοινά σημεία αντίληψης για την ιρανική απειλή, και μια σταδιακή –έστω χαμηλόφωνη– αλληλοαναγνώριση συμφερόντων. Η ουσία είναι ότι ο πυρήνας ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής τείνει να οργανώνεται γύρω από την αμερικανική ομπρέλα, τις συνεργασίες υψηλής τεχνολογίας και την αποτροπή έναντι του Ιράν. Σε αυτό το σχήμα, η Τουρκία δυσκολεύεται να «κουμπώσει» ως θετικός συντελεστής, ειδικά όταν λειτουργεί με λογική αντιπαράθεσης και όχι συμπληρωματικότητας.
Οι Συμφωνίες του Αβραάμ αποτέλεσαν σημείο καμπής, επειδή θεμελίωσαν ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ αραβικών κρατών και Ισραήλ, με σαφή αμερικανική στήριξη και με έμφαση σε ασφάλεια, οικονομία, ενέργεια και τεχνολογία. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να μην εντάχθηκε επίσημα, όμως το «πνεύμα» αυτής της αρχιτεκτονικής επηρεάζει το Ριάντ: πραγματισμός, σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης, αποφυγή ιδεολογικών εξάρσεων που ακυρώνουν επενδυτικές και στρατηγικές προτεραιότητες. Αυτό το περιβάλλον αποδομεί την τουρκική αφήγηση περί εναλλακτικού, καθαρά «ισλαμικού» μπλοκ υπό τουρκική επιρροή.
Η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανιστεί ως φυσικός πυλώνας ενός νέου άξονα Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν–Τουρκίας, την ώρα που το Ριάντ δείχνει να αξιολογεί διαφορετικά τους εταίρους του: προτιμά χώρες που προσφέρουν επενδυτική ασφάλεια, προβλεψιμότητα, πρόσβαση σε αιχμές τεχνολογίας και κυρίως μια καθαρή γραμμή ως προς την περιφερειακή σταθερότητα. Η Τουρκία, αντίθετα, κουβαλά το βάρος πολλαπλών συγκρούσεων και «ανοιχτών λογαριασμών» που η ίδια δημιούργησε ή επέλεξε να κλιμακώσει.
Στο παλαιστινιακό, η τουρκική πολιτική υψηλών τόνων προσέφερε στο εσωτερικό ακροατήριο την εικόνα ηγεσίας και «ηθικού πλεονεκτήματος», όμως σε επίπεδο αποτελέσματος δεν παρήγαγε ουσιαστικό στρατηγικό κεφάλαιο. Ο ρόλος διαμεσολάβησης δεν εδραιώθηκε, η επιρροή στις εξελίξεις παρέμεινε περιορισμένη, και το θέμα συχνά αξιοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτικής συσπείρωσης. Στη Συρία, η φιλοδοξία για καθοριστική ανατροπή ισορροπιών κατέληξε σε ένα μόνιμο, δαπανηρό και πολιτικά δύσκολο «τέλμα», όπου οι κεντρικοί ρυθμιστές παραμένουν άλλοι: η Ρωσία, το Ιράν και η ίδια η δυναμική επί του εδάφους. Στον Κόλπο, η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Τουρκία ως «προστάτης» ή ως φυσικός πόλος του σουνιτικού κόσμου συναντά πλέον ένα διαφορετικό περιβάλλον: τα κράτη της περιοχής κινούνται με λογική κρατικών συμφερόντων, όχι ιδεολογικής στράτευσης.
Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπήρξαν κινήσεις εξομάλυνσης της Τουρκίας με χώρες όπως η Αίγυπτος ή τα ΗΑΕ, το πολιτικό αποτύπωμα αυτής της εξομάλυνσης παραμένει εύθραυστο, με σημαντική δυσπιστία να επιβιώνει στο παρασκήνιο. Οι σχέσεις αποκαθίστανται όταν εξυπηρετούνται οικονομικές και τακτικές ανάγκες, όμως η βαθιά στρατηγική εμπιστοσύνη οικοδομείται αργά – και εκεί η Άγκυρα έχει αφήσει πίσω της πολλά «υλικά» που δυσκολεύουν την αναδόμηση.
Η μόνη χώρα που συνεχίζει ουσιαστικά να στηρίζει με συνέπεια την τουρκική περιφερειακή παρουσία είναι το Κατάρ. Η σχέση τους είναι πραγματικά βαθιά και πολυεπίπεδη – από αμυντικές διευκολύνσεις έως οικονομικές ροές χρήματος, κοινοί σύμμαχοι (Παλαιστίνη και Χαμάς) και κοινές πολιτικές επιλογές. Όμως αυτή η εξαίρεση δεν αρκεί για να στηρίξει μια εικόνα ηγεμονίας. Δεν υποκαθιστά τις χαμένες ισορροπίες με τη Σαουδική Αραβία, ούτε «κλειδώνει» ένα περιφερειακό σύστημα στο οποίο η Τουρκία θα είναι ο απαραίτητος κόμβος.
Εδώ ακριβώς πατά η τουρκική προπαγάνδα. Η τουρκική εξωτερική πολιτική εμφανίζει χαρακτηριστικά δομικής αποτυχίας: η Άγκυρα επένδυσε συστηματικά στην ένταση ως εργαλείο επιρροής, και κατέληξε να αντιμετωπίζει περισσότερα μέτωπα από όσα μπορεί να διαχειριστεί, με φθορά σε αξιοπιστία και σχέσεις. Όταν αυτό το κενό γίνεται ορατό, έρχεται η «λύση» του επικοινωνιακού υποκατάστατου: διαρροές περί συμμαχιών, θεαματικές διατυπώσεις, δήθεν ιστορικές πρωτοβουλίες και ένα αφήγημα ότι «όλοι έρχονται προς την Άγκυρα», ακόμη κι όταν τα πραγματικά κέντρα βάρους κινούνται αλλού.
Και το κίνητρο δεν είναι μόνο εξωτερικό. Η χρήση αυτής της αφήγησης συνδέεται άμεσα με την ανάγκη να καλυφθούν εσωτερικά προβλήματα. Όταν η κοινωνία πιέζεται από οικονομικές δυσκολίες, πολιτική πόλωση, αίσθηση αβεβαιότητας ή απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η προβολή μιας «μεγάλης Τουρκίας» που οργανώνει συμμαχίες και καθορίζει εξελίξεις λειτουργεί ως αντιστάθμισμα. Η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται σε σκηνικό: αντί να μετριέται με μετρήσιμα αποτελέσματα, μετριέται με το πόσο καλά τροφοδοτεί την εικόνα ισχύος στο εσωτερικό. Έτσι, η προπαγάνδα δεν συνοδεύει απλώς την πολιτική· πολλές φορές την υποκαθιστά.
Στην πραγματικότητα, η περιοχή προχωρά με ρυθμούς που δεν επιβεβαιώνουν τις τουρκικές «διαρροές». Η Σαουδική Αραβία χτίζει μια στρατηγική που υπηρετεί τη μετάβαση του κράτους της σε ένα νέο μοντέλο ισχύος – οικονομικό, τεχνολογικό, επενδυτικό. Το Ισραήλ παραμένει κρίσιμος κόμβος τεχνολογίας και ασφάλειας, ενώ οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρέχουν την κεντρική ομπρέλα που κάνει αυτά τα σχήματα εφικτά. Όσο αυτό το τρίγωνο παράγει αποτελέσματα, οι «ονειρώξεις» περί ενός νέου αμυντικού άξονα με την Τουρκία ως νέο μέλος λειτουργούν περισσότερο ως καπνός παρά ως φωτιά.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό για την Άγκυρα, αλλά καθαρό: η τουρκική εξωτερική πολιτική απέτυχε να μετατρέψει τις φιλοδοξίες σε σταθερά κέρδη. Αντί να αναζητήσει στρατηγική προσαρμογή με όρους πραγματισμού, επενδύει στην κατασκευή εντυπώσεων, ελπίζοντας ότι η εικόνα θα καλύψει την ουσία. Όμως στην γεωπολιτική, οι εντυπώσεις κρατούν λίγο όταν οι ισορροπίες διαμορφώνονται από συμμαχίες με πραγματικό περιεχόμενο, από οικονομική ισχύ, από τεχνολογική υπεροχή και από αξιοπιστία. Εκεί η Άγκυρα σήμερα πληρώνει το κόστος των επιλογών της – και γι’ αυτό η προπαγάνδα γίνεται το εργαλείο με το οποίο προσπαθεί να «λύσει» προβλήματα που στην πραγματικότητα λύνονται μόνο με πολιτική αλλαγή πορείας.