Σύμφωνα με υπολογισμούς, το Ιράν διαθέτει πλέον περίπου 1.500 έως 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους διαφόρων τύπων, ισχύος και εμβέλειας. Καθώς οι επιχειρήσεις εξελίσσονται, το απόθεμα αυτό αναλώνεται αλλά αναπληρώνεται πολύ πιο αργά καθώς η χώρα δεν μπορεί να προμηθευτεί εύκολα τις απαραίτητες πρώτες ύλες. Το στοκ όμως, συνδυασμένο και με τα μη επανδρωμένα, που είναι πολύ φθηνότερα και ευκολότερα σε παραγωγή, επαρκεί για ακόμη αρκετές μέρες συγκρούσεων, ή και για μεγάλα κύματα κορεσμού.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για το Ιράν είναι η έλλειψη κινητών εκτοξευτών, TEL (transport – erector – launcher), όπου η εκτίμηση είναι πως η χώρα έχει μείνει με περίπου εκατό. Όπου δεν όλοι συμβατοί με τους πυραύλους που διαθέτει η χώρα. Ενώ κάθε εκτοξευτής που θα βάλλει, γίνεται ταχύτατα στόχος των ισραηλινών/αμερικανικών μαχητικών και μη επανδρωμένων, που έχουν εξασφαλίσει την αεροπορική κυριαρχία στον εναέριο χώρο του.

Τα παραπάνω καθίστανται ακόμα πιο δυσχερή δεδομένου ότι το Ιράν έχει επιλέξει να μην επικεντρωθεί σε έναν στόχο, όπως το Ισραήλ όπως έκανε στην περυσινή σύρραξη των “12 ημερών”, αλλά αντίθετα μοιράζει τις επιθέσεις του σε πολλές (κυρίως στον Κόλπο). Επιδιώκοντας όχι την τοπική μεγιστοποίηση ζημιών και απωλειών, αλλά τη δημιουργία γενικής ανασφάλειας και διατάραξης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των αντιπάλων του. Όπως βέβαια και το διεθνές αποτύπωμα από την μείωση των ροών υδρογονανθράκων από την περιοχή.

Η διάχυση όμως των ιρανικών επιθέσεων, φέρνει και την εμπλοκή όλων των αντιαεροπορικών μέσων των χωρών του Κόλπου, συν την αμερικανική παρουσία. Άρα η τακτική του Ιράν έχει μεν αποτέλεσμα “αναταραχής” λόγω βομβαρδισμών σε μεγάλη έκταση/πολλές χώρες (συν την απειλή για επέκταση των στόχων, π.χ. σε Κύπρο), αλλά παράλληλα αντιμετωπίζει και αυξημένη αντίσταση, σε μια παράξενη διελκυστίνδα.

Από την πλευρά των ΗΠΑ και Ισραήλ, όπως και των χωρών του Κόλπου, το απόθεμα αντιαεροπορικών πυραύλων (κυρίως Patriot) επίσης δεν είναι ανεξάντλητο. Ενώ δεν μπορεί και να αναλωθεί όλο, καθώς χρειάζονται και στρατηγικό απόθεμα αλλά και εφεδρείες καθώς δεν γνωρίζει κανείς την διάρκεια της τρέχουσας σύγκρουσης. Ενώ βέβαια το κόστος των πυρομαχικών που δαπανώνται είναι δυσθεώρατο, και για τις πιο πλούσιες χώρες. Ακόμη η αναπλήρωση των αποθεμάτων, θα κρατήσει χρόνια, μιας και η διεθνής ζήτηση αντιαεροπορικών συστοιχιών και πυραύλων μεγαλώνει συνεχώς.

Έτσι η νέα αυτή σύγκρουση, που σε σημαντικό βαθμό ακολουθεί την “φόρμα” της περυσινής Ισραήλ-Ιράν, παραμένει προς το παρόν ανταγωνισμός αποθεμάτων πυραύλων και μη επανδρωμένων. Ισραήλ και ΗΠΑ έχουν το πλεονέκτημα να κυριαρχούν αεροπορικά, επιλέγοντας στόχους, το Ιράν διατηρεί ικανότητα εκτοξεύσεων και παράγει μεγάλη ανασφάλεια για πιθανά “ισχυρά κύματα” επιθέσεων σε επόμενο χρόνο που το ίδιο θα αποφασίσει. Στο υπόβαθρο, ΗΠΑ και Ισραήλ υποσκάπτουν την διοικητική/εξουσιαστική δομή της Τεχεράνης με θανατηφόρα πλήγματα, ελπίζοντας πως αυτό θα επιταχύνει την πολιτική κατάρρευση, ή θα υποχρεώσει σε διαπραγματεύσεις.