Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας πραγματοποίησαν μια πρωτοφανή επιχείρηση που διήρκεσε περίπου δύο μήνες, με στόχο μια γέφυρα πάνω από τον ποταμό Κόνκα, παραπόταμο του Δνείπερου, στη περιοχή της Χερσώνας. Η γέφυρα χρησιμοποιούνταν από τις ρωσικές δυνάμεις για τον ανεφοδιασμό θέσεων σε νησίδες στην περιοχή και για επιθέσεις προς τη Χερσώνα.

Σύμφωνα με την The Telegraph, αρχικά οι ουκρανικές δυνάμεις επιχείρησαν να καταστρέψουν τη γέφυρα με συμβατικά μέσα, όπως αεροπορικές επιδρομές και συστήματα HIMARS. Ωστόσο, η κατασκευή αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική και οι επιθέσεις δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Η καμπή ήρθε όταν ένας Ρώσος στρατιωτικός δημοσίευσε φωτογραφία κάτω από τη γέφυρα, αποκαλύπτοντας ευάλωτα σημεία στις βάσεις της. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, οι ουκρανικές δυνάμεις άλλαξαν τακτική.

Στην επιχείρηση συμμετείχε το 426ο Σύνταγμα Μη Επανδρωμένων Συστημάτων των πεζοναυτών, το οποίο ανέπτυξε ειδική διατρητική εκρηκτική γόμωση περίπου 50 κιλών, σχεδιασμένη για στοχευμένη καταστροφή της δομής. Έτσι αντί να επιτίθενται από πάνω, στο οδόστρωμα, οι Ουκρανοί άρχισαν να αποδυναμώνουν τη γέφυρα από κάτω.

Για την αποστολή χρησιμοποιήθηκαν βαριά βρετανικά drones Malloy T-150, ικανά να μεταφέρουν μεγάλα φορτία. Τα drones μετέφεραν και τοποθετούσαν τα εκρηκτικά (ανηρτημένα με σχοινιά στο κάτω μέρος τους) στα ευάλωτα σημεία στις βάσεις της γέφυρας.

Οι αποστολές αυτές επαναλήφθηκαν δεκάδες φορές μέσα σε περίπου δύο μήνες. Συνολικά, σύμφωνα με την πηγή, μεταφέρθηκαν έως και 1,5 τόνοι εκρηκτικών, αποδυναμώνοντας σταδιακά την υποστήριξη της γέφυρας. Τελικά, αφού η κατασκευή είχε ήδη υποστεί σοβαρές ζημιές, πραγματοποιήθηκε τελικό πυραυλικό πλήγμα που οδήγησε στην κατάρρευσή της.

Αξιοσημείωτο είναι ότι το Malloy T-150 σχεδιάστηκε αρχικά ως μεταφορικό drone και όχι ως όπλο, γεγονός που υπογραμμίζει πώς οι σύγχρονες τεχνολογίες μπορούν να προσαρμοστούν στις ανάγκες του πολέμου.